Σύντομος βίος του γέροντα
Γέροντας Σωφρόνιος (Σαχάρωφ),
Ο Οικουμενικός αγιορείτης του Έσσεξ.
(Μόσχα Ρωσίας1896-Έσσεξ Αγγλίας 11-07-1993)
ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ
Α. Γέννηση - ανατροφή:
Ο Γέροντας γεννήθηκε στην Μόσχα της Τσαρικής Ρωσίας από ορθόδοξους γονείς το 1896, στις 22 Σεπτεμβρίου, 04.00 η ώρα το πρωί. Ήταν το δεύτερο παιδί μιας οικογένειας με άλλα εννέα αδέλφια. Πέθανε όμως τελευταίος απ’ όλα τ’ αδέλφια του. Βαφτίστηκε στην εκκλησία του Σωτήρα και πήρε το όνομα Σέργιος. Από την παιδική του ηλικία έδειχνε μια σπάνια ικανότητα στην προσευχή. Σαν νέος μάλιστα μπορούσε να απαντά σε θέματα θεολογικά από αιώνων ζητούμενα. Έτσι από νωρίς είχε καταληφθεί από επείγουσα επιθυμία να εισχωρήσει στην καρδιά της θείας αιωνιότητας.
Β. Νεανικές περιπλανήσεις:
Μπαίνει ως μαθητής στη Κρατική Σχολή Καλών Τεχνών της Μόσχας και επιδόθηκε στη ζωγραφική. Την ίδια περίοδο απέκτησε ενδιαφέρον για τον Βουδισμό και γενικότερα για την Ινδική Φιλοσοφία. Αυτή η παιδεία άλλαξε την πορεία της εσωτερικής του ζωής. Ο ανατολικός μυστικισμός του φαινόταν τώρα βαθύτερος του Ορθόδοξου Χριστιανισμού. Η σύλληψη του Υπερ-προσωπικού Απολύτου του παρουσιαζόταν πιο πειστική παρά του προσωπικού Θεού. Σαν νέος έζησε τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1918. Τα γεγονότα αυτά τον οδήγησαν στην ιδέα ότι η αιτία που οδηγεί στα δεινά είναι η ύπαρξη αυτή καθ’ αυτή. Γι’ αυτό προσπάθησε να απογυμνωθεί απ’ όλα τα ορατά ή πνευματικά είδωλα. Στον τελευταίο όροφο ενός κτιρίου της Μόσχας βασανιζόταν καθημερινά να λύσει τα μυστήρια της ζωής…
Σε κάποια φάση άρχισε να ασχολείται με την γιόγκα, αλλά ως φορέας μέρους της Ρωσορθόδοξης παράδοσης δεν έχασε την αγάπη του για την ωραιότητα της φύσης. Επί πλέον σαν καλλιτέχνης είχε μεγάλα προβλήματα για να εργασθεί στη μετεπαναστατική Ρωσία. Γι’ αυτό άρχισε να επιζητεί την μετανάστευση στη Δυτική Ευρώπη.
Γ΄. Στην Γαλλία:
Το 1921 (25 ετών) φτάνει στη Γαλλία, το Ευρωπαϊκό κέντρο των ζωγράφων. Ταξίδεψε και έφτασε πρώτα στην Ιταλία, όπου θαύμασε τα αριστουργήματα της Αναγέννησης. Ύστερα και από μια σύντομη παραμονή στο Βερολίνο της Γερμανίας έφτασε στο Παρίσι, την λεγόμενη πόλη του φωτός.
Δόθηκε με την ψυχή και το σώμα στη Ζωγραφική. Τα έργα του έγιναν δεκτά στα καλλιτεχνικά σαλόνια και πήρε μέρος σε Εκθέσεις με μεγάλη επιτυχία. Όμως η καθαρή διανόηση δεν του γέμιζε την ψυχή. Τότε ξαφνικά θυμήθηκε την εντολή του Ιησού για την αγάπη προς το Θεό «εξ όλης της καρδίας και εξ όλης της διανοίας».
Έτσι αν η ενασχόληση με τον ανατολίτικο μυστικισμό, του ήταν σαν κεραυνός στο σκοτάδι, η τωρινή αποκάλυψη ήταν φωτεινή σαν λάμψη!
Διανόηση χωρίς αγάπη δεν είναι αρκετή. Έτσι το 1925 (29 ετών) ο Χριστός επικράτησε μέσα του, …η προσευχή για τον προσωπικό Θεό ήταν φυλαγμένη στην καρδιά του και απευθυνόταν πρώτα και κύρια στο Χριστό.
Ο ίδιος διηγείται: «Ήμουν στο Παρίσι, τα είχα όλα, ζούσα με τον καλλιτεχνικό κόσμο του Παρισιού και συμμετείχα σε όλες τις εκδηλώσεις. Όμως τίποτα δεν μου έδινε χαρά και ανακούφιση. Μετά από κάθε εκδήλωση του καλλιτεχνικού κόσμου, είχα μέσα μου κενό και αγωνία. Ο λογισμός μου, μου έλεγε πως κάτι πρέπει να κάμω, για να φύγω από το αδιέξοδο, που με συνείχε. Όμως δεν εύρισκα λύση.
Ένα βράδυ, μετά από μία διασκέδαση, ανέβαινα στο σπίτι μου με σκυμμένο το κεφάλι και αργό βήμα. Έλεγα πως αυτή η ζωή είναι βάναυση, είναι ανιαρή. Τότε σκέφτηκα να γίνω μοναχός, όμως πού και πώς δεν είχα ιδέα. Ήμουν Ρώσος εμιγκρέ-πρόσφυγας στη Γαλλία. Εκεί υπήρχαν πολλοί Ρώσοι, οι οποίοι ίδρυσαν το Θεολογικό Ινστιτούτο Του Αγίου Σεργίου… Στο Ινστιτούτο του Αγίου Σεργίου, όλοι μιλούσαν για Θεό, αλλά Θεό δεν είδα, ενώ όταν πήγα στο Άγιο Όρος, κανείς δεν μιλούσε για Θεό και όλα έδειχναν τον Θεό».
Εισάγεται στο Ορθόδοξο Θεολογικό Ινστιτούτο του Παρισιού, με την ελπίδα να μάθει πώς να …προσεύχεται και πώς να καταπολεμήσει τα πάθη του! Ένα χρόνο οι σπουδές δεν του έδωσαν το κλειδί για τη …Βασιλεία των Ουρανών. Αποφασίζει λοιπόν να γίνει μοναχός.
Δ΄. Στο Άγιο Όρος:
Ο νεαρός αλλά έμπειρος στις αναζητήσεις του σπουδαστής φτάνει το 1925 στην Αθήνα και με καράβι από τον Πειραιά εγκαταβιώνει στο Ρωσικό Μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονα, στα Δυτικά παράλια του Άθωνα. Στην ψυχή του αισθανόταν ένα αίσθημα απελπισίας για τον κόσμο που απομακρύνθηκε απ’ τον Θεό, αλλά και ένα αίσθημα αναστάσεως. Έτσι η προσευχή του έγινε ένδυμα και αναπνοή.
Μετά από τέσσερα χρόνια γνωρίζει το σημαντικότερο πρόσωπο της ζωής του στη Γη, τον Άγιο Ρώσο γέροντα Σιλουανό, τον Αθωνίτη. Ο γέροντας γίνεται πνευματικός του οδηγός. Ο ίδιος όμως δεν τολμούσε να ονειρευτεί ένα τέτοιο θαύμα!
Επί οκτώ χρόνια περίπου κάθισε κοντά στον γέροντα (μέχρι τον θάνατό του, 24-9-1938). Ο Σωφρόνιος έγινε επιστήθιος αλλά και πιστός μαθητής του για πάντα… Ορφανός από τον πνευματικό του, και με ευλογία του ηγουμένου της Ι. Μ. και του Συμβουλίου της αναχωρεί για την «έρημο» του Αγίου Όρους, τα γνωστά Καρούλια. Εκεί από φήμες έμαθε για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο! Η προσευχή του τότε ενισχύθηκε χάριν όλης της ανθρωπότητας. Προσευχόταν για τους σκοτωμένους, για τους φονιάδες, για να μην νικήσει το κακό…
Η απομόνωσή του πήρε τέλος όταν «υποχρεώθηκε» κατά κάποιο τρόπο να γίνει εξομολόγος και πνευματικός πατέρας των αδελφών της Ι. Μονής του Αγίου Παύλου, Οσίου Γρηγορίου, Οσίου Σίμωνος Πέτρας, Οσίου Ξενοφώντος, αλλά και άλλων κελιών και σκητών, στα Νοτιοδυτικά παράλια του Άθωνα. Είχε βέβαια από καιρό αρχίσει να δέχεται αναχωρητές και ερημίτες όπως και να κάνει σ’ αυτούς επισκέψεις. Ήταν μια δύσκολη και άκρως επικίνδυνη αποστολή.
Μετά από τέσσερα χρόνια στους βράχους υπάκουσε στην Μονή του Αγ. Παύλου να ζήσει σ’ ένα σπήλαιο κοντά στο μοναστήρι. Το σπήλαιο ήταν στην απομόνωση, αλλά είχε και παρεκκλήσιο για τους σπηλαιώτες, λαξευμένο σε βράχο.
Το χειμώνα το νερό έφτανε μέχρι το κρεβάτι και ούτε φωτιά μπορούσε να ανάψει! Η επισφαλής υγεία του τον ανάγκασε να το εγκαταλείψει τον τρίτο χειμώνα…
Ε΄. Πάλι στην Γαλλία…εκδότης:
Μετά από αυτό κατάφυγε στην …Γαλλία όπου θα έκανε μια χειρουργική επέμβαση και θα αποτελείωνε το βιβλίο που έγραφε για τον γέροντά του Σιλουανό. Υπολόγιζε να μείνει ένα χρόνο, αλλά …άλλες οι βουλές του Κυρίου! Το 1948 (52 ετών) εκδίδει τα χειρόγραφα του Αγ. Σιλουανού με ανάλυση της διδασκαλίας του και με την βιογραφία του. Αυτή την έκδοση την φιλοτέχνησε μόνος του! Το 1952 ακολουθεί μια έντυπη έκδοση. Ύστερα ακολουθούν οι μεταφράσεις στην Αγγλική, Γερμανική, Ελληνική, Γαλλική, Σερβική και συνέχεια σε άλλες γλώσσες. Πρόκειται για το πασίγνωστο βιβλίο «Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης», που σήμερα κυκλοφορεί από το μοναστήρι του Έσσεξ.
Εδώ να σημειώσουμε και την συγγραφή των εξής υπόλοιπων βιβλίων:
1). Περί προσευχής
2). Άσκηση και Θεωρία
3). Η ζωή Του ζωή μου
Η αντίδραση των ασκητών του Αγίου Όρους ήταν πάρα πολύ ενδιαφέρουσα για τον συγγραφέα. Βεβαίωσαν ότι το βιβλίο ήταν μια αληθινή ακτινοβολία των αρχαίων παραδόσεων του Ανατολικού Μοναχισμού. Αναγνώρισαν τον Σιλουανό σαν πνευματικό κληρονόμο των μεγάλων πατέρων της Αιγύπτου και Παλαιστίνης!
Στ΄. Στη Μόσχα:
Αυτό τον καιρό επισκέπτεται την Μόσχα για να προσκυνήσει τους τάφους των γονέων του. Πήγε στην παιδική του γειτονιά , όπου βρήκε το σπίτι του Δημόσια Υπηρεσία. Αργότερα έμαθε ότι όλα τα’ αδέλφια του ήταν στη ζωή (εκτός από τον μεγαλύτερό του αδελφό Βόρι πού πέθανε 14 ετών πριν φύγει απ’ τη Μόσχα). Επέστρεφε στην πατρίδα του σαν καλλιτέχνης και σαν Ιερέας. Οι συγγενείς του έμαθαν που λειτούργησε μια Κυριακή και βρέθηκαν.. Έκτοτε η πιο μικρή του αδελφή, η Μαρία, τον επισκέπτονταν στο Έσσεξ της Αγγλίας.
Από το 1967 άρχισε να επισκέπτεται τη Μόσχα κάθε χρόνο, έως το 1981. Ο γέροντας έδινε πνευματική συμπαράσταση σ’ όλους συγγενείς του, και όχι μόνο…
Ζ΄. Στο Έσσεξ της Αγγλίας:
Την εποχή εκείνη (1959 και σε ηλικία 63 ετών) με θαυμαστές συνθήκες εγκαταβιώνει στο Έσσεξ της Αγγλίας, ιδρύει μια αδελφότητα και αρχικά δεχόταν όποιον ζητούσε την πνευματική του βοήθεια. Αργότερα κτίζει το Μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου. Η ηλικία του και η φθίνουσα υγεία του τον ανάγκασαν να αναθέτει πολλή απ’ την δραστηριότητά του στους μοναχούς του. Αυτός αφιερώνεται στη λειτουργία! Είναι γεμάτος μέχρι τα χείλη με τη γνώση του Θεού. Είναι καθαρός, σπλαχνικός και αυστηρός στις κρίσεις του, πράγμα που οδηγεί τον άλλο σε νέες ενδοσκοπήσεις.
Γι’ αυτόν η δημιουργία είναι μια άλλη λέξη της ελπίδας. Η Θεία Λειτουργία γινόταν στο ναό των Αγίων Πάντων, η οποία πάντα γέμιζε από πιστούς που έφταναν (και φτάνουν) από το Λονδίνο. Οι αιτήσεις, τα ειρηνικά απαγγέλλονταν αργά, καθαρά, με τη βαθιά φωνή του, με προφορά σαφή είτε στην Αγγλική, είτε στην Ελληνική ή στη Γαλλική. Το πρόσωπό του και όλο του το είναι περικλείονταν από κάποιο φως που σκορπούσε ειρήνη και γαλήνη… Όλος ο κόσμος έφερνε φαγητό και κατόπιν ακολουθούσε «κοινή τράπεζα»… Στο Μοναστήρι αυτό δημιουργούνται από τότε πολλοί και δυνατοί δεσμοί φιλίας.
Η κάθε εκδήλωσή του δίδασκε να έχουν οι πιστοί αγάπη στην καρδιά τους. Ήταν φορές που έπαιζε με τα παιδιά των προσκυνητών. Έλεγε συχνά: «Τα παιδιά καταλαβαίνουν πολύ καλά αυτά πού τους. Πρέπει να τους μιλάς με σεβασμό όπως στους μεγάλους, αν και οι μεγάλοι δεν καταλαβαίνουν όπως αυτά!…». Έλεγε, ότι για να μη φύγει ένα παιδί από τον δρόμο της Εκκλησίας, δεν φτάνουν μόνο οι καλοί πνευματικοί, αλλά θα πρέπει και οι γονείς να δίνουν το ανάλογο παράδειγμα στα παιδιά…
Όταν ήθελε να αποφασίσει περί ενός προβλήματος διερωτιόταν: «Τι θα μου έλεγε η Μετάνοιά μου και οι πατέρες του Αγίου όρους;» Ευτυχώς που ο Θεός καταξίωσε τον π. Σωφρόνιο να αποκαλύψει τον πλούτο της Ορθοδόξου παραδόσεως στη Δύση. Ευτύχισε μάλιστα να γνωρίσει την επίσημη αναγνώριση της αγιότητας του πνευματικού του πατέρα Σιλουανού το 1987, αλλά και τον εγκαινιασμό του πρώτου ναού προς τιμήν του οσίου Σιλουανού.
Στις 11 Ιουλίου του 1993, πλήρης ημερών (97 ετών ) και αφού όργωσε πνευματικά όλη την Ευρώπη και πάλεψε στα νιάτα του με τις αξίες της Άπω Ανατολής, κοιμήθηκε «προς Κύριον». Ο τάφος του γέροντα είναι στο μέσο του κτιστού κοιμητηρίου της Μονής…
Η΄. Λόγοι του γέροντα:
1). «… Κάθε άνθρωπος, βλέπει στους άλλους μόνον αυτό, που γνώρισε με την πνευματική του πείρα για τον εαυτό του. Γ’ αυτό η στάση του ανθρώπου προς τον πλησίον του είναι σίγουρο κριτήριο για το βαθμό αυτογνωσίας στον οποίο έφτασε.
Όποιος έμαθε από τον ίδιο του τον εαυτό του σε ποιο βάθος και σε ποια ένταση μπορούν να φτάσουν οι οδύνες του ανθρωπίνου πνεύματος, όταν αποχωριστή από το φως της αληθινής υπάρξεως, κι όποιος κοντά σ’ αυτό έμαθε και το μεγαλείο του ανθρώπου, όταν βρίσκεται κοντά στο Θεό. Μόνο αυτός γνωρίζει πως κάθε ανθρώπινη ύπαρξη έχει αιώνια αξία, μεγαλύτερη απ’ όλο τον υπόλοιπο κόσμο….».
(Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ, σελ. 105-106).
2). «…Η προσευχή του Ιησού κατά την ουσίαν αυτής υπέρκειται παντός εξωτερικού σχήματος, εν τη πράξει όμως οι πιστοί ένεκα της ανικανότητος αυτών να σταθούν εν αυτή «καθαρώ νοΐ» επί μακρόν χρόνον, χρησιμοποιούν το κομβοσχοίνιον χάριν πειθαρχίας.
Εν τω Αγίω Όρει του Άθω το πλέον διαδεδομένον κομβοσχοίνιον φέρει εκατό κόμβους διηρημένους εις τέσσαρα μέρη των είκοσι πέντε κόμβων. Ο αριθμός των προσευχών και των μετανοιών καθ’ ημέραν και νύκτα ορίζεται αναλόγως της δυνάμεως εκάστου και των πραγματικών συνθηκών της ζωής αυτού…».
(Περί Προσευχής,
http://www.rel.gr/index.php?rpage=gerontes/sofronios&rpage2=showkeimeno.php&link_id=3).
3). «…Κατά την εκκλησιαστικήν αντίληψιν υπάρχουν τρεις βαθμοί πνευματικής καταστάσεως του ανθρώπου: η υπερφυσική κατάστασις, η φυσική και η παρά φύσιν ή εναντίον της φύσεως.
Η παρθενία και η μοναχική σωφροσύνη, εννοούμεναι ως δωρεαί της χάριτος, ανήκουν εις την πρώτην κατάστασιν. Εις την δευτέραν κατάστασιν κατατάσσεται ο ευλογημένος γάμος. Πάσα άλλη μορφή σαρκικής ζωής είναι πνευματικώς ή κατωτέρα ή παρά φύσιν…
Ο καθηγιασμένος γάμος, ο πειθαρχημένος, ο χωρίς διαστροφήν, διατηρεί τον άνθρωπον φυσικώς και ηθικώς, ενώ πάσα άλλη μορφή σαρκικής απολαύσεως, έστω και υπό ονειρώδη μόνον μορφήν, διαφθείρει ολόκληρον τον άνθρωπον, ήτοι την ψυχήν και το σώμα».
(ΑΣΚΗΣΙΣ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑ, Περί των βάσεων της ορθοδόξου ασκήσεως, σελ. 62 και
http://www.rel.gr/index.php?rpage=gerontes/sofronios&rpage2=showkeimeno.php&link_id=1).
4). «…Δια τους λόγους τούτους είμεθα κατηγορηματικώς πεπεισμένοι ότι είναι αναγκαία η χρήσις της παραδεδομένης Λειτουργικής γλώσσης εν ταις εκκλησιαστικαίς ακολουθίαις. Ουδόλως υπάρχει ανάγκη αντικαταστάσεως αυτής υπό της γλώσσης της καθ ημέραν ζωής, πράγμα όπερ αναποφεύκτως θα καταβιβάση το πνευματικόν επίπεδον και θα προξενήση ούτως ανυπολόγιστον ζημίαν.
Είναι άτοποι οι ισχυρισμοί περί του δήθεν ακατανοήτου δια πολλούς συγχρόνους ανθρώπους της παλαιάς εκκλησιαστικής γλώσσης, μάλιστα δε δι ανθρώπους εγγραμμάτους και πεπαιδευμένους εισέτι. Δι αυτούς η εκμάθησις εντελώς μικρού αριθμού λέξεων, αίτινες δεν είναι εν χρήσει εις την καθ ημέραν ζωήν, είναι υπόθεσις ολίγων ωρών.
Πάντες ανεξαιρέτως καταβάλλουν τεραστίας προσπαθείας δια την αφομοίωσιν πολυπλόκων ορολογιών διαφόρων τομέων της επιστημονικής ή της τεχνικής γνώσεως, της πολιτικής, της νομικής και των κοινωνικών επιστημών, γλώσσης φιλοσοφικής ή ποιητικής και τα παρόμοια.
Δια τί λοιπόν αναγκάζομεν την Εκκλησίαν να απολέση γλώσσαν απαραίτητον δια την έκφρασιν υψίστων μορφών της θεολογίας και των πνευματικών βιωμάτων;…».
(ΟΨΟΜΕΘΑ ΤΟΝ ΘΕΟΝ ΚΑΘΩΣ ΕΣΤΙ, Περί της λειτουργικής γλώσσης, σελ. 375 και
http://www.rel.gr/index.php?rpage=gerontes/sofronios&rpage2=showkeimeno.php&link_id=5).
5). «…Προσήλωσε το νου σου στο Θεό και θα ‘ρθει η στιγμή κατά την οποία θα αισθανθείς το άγγιγμα του Αιώνιου Πνεύματος στην καρδιά σου. Αυτό το θαυμάσιο πλησίασμα του πανάγιου Θεού, υψώνει το πνεύμα στις σφαίρες του άκτιστου Όντος και ο νους λαβαίνει πείρα όλων όσα υπάρχουν εκεί.
Η αγάπη ξεχειλίζει σαν ποταμός φωτός σε όλη τη κτίση. Η φυσική καρδιά αισθάνεται αυτή την αγάπη σαν πνευματική, μεταφυσική…».
(Η ζωή Του ζωή μου, 11. Η πείρα της αιωνιότητας με την προσευχή, σελ.109).
6). «… Οι πιστεύοντες εις τον Χριστόν διά πίστεως ελευθέρας πάσης αμφιβολίας ως Θεόν Δημιουργόν και Θεόν Σωτήρα ημών, εν παραφορά μετανοίας, λαμβάνουν πείραν και του άδου και της αναστάσεως, πριν ή γευθούν του σωματικού θανάτου.
Η μετάνοια είναι απλώς νοητική πράξις, ως αλλαγή της διανοητικής ημών προσεγγίσεως προς παν τελούμενον εν τω κόσμω.
Η αλλαγή αύτη, η στροφή του νοός, συνοδεύεται κατά φυσικόν τρόπον υπό αισθήσεως πικρίας δια την αχρειότητα ημών και υπό θλίψεως καρδίας δια τον χωρισμόν ημών από του Αγίου Θεού….».
(ΟΨΟΜΕΘΑ ΤΟΝ ΘΕΟΝ ΚΑΘΩΣ ΕΣΤΙ, Περί μετανοίας, σελ. 69).
7). «… Αγωνίζομαι να περιγράψω την Επιστήμην, την πλέον μεγαλειώδη εξ όσων γνωρίζει η Γη και ο Ουρανός. Αφομοιούται αύτη ουχί εν ολίγοις χρόνοις ακαδημαϊκών σπουδών, αλλά δι’ όλης της υπάρξεως ημών.
Η οντολογική και ουχί αφηρημένη γνώσις αποκτάται δια της συμμετοχής ημών εις το είναι. Δια το της φλογεράς μετανοίας και της διαμονής ημών εν τω πνεύματι των εντολών δίδεται εις ημάς η φοβερά αύτη ευλογία...».
(ΟΨΟΜΕΘΑ ΤΟΝ ΘΕΟΝ ΚΑΘΩΣ ΕΣΤΙ, Περί της Γεθσημανίου προσευχής, σελ. 388).
8). «… Η αληθινή Εκκλησία διαφυλάσσει πάντα άθικτη τη διδασκαλία του Χριστού, αλλά δεν την κατανοούν όλοι όσοι θεωρούν τον εαυτό τους μέλος της Εκκλησίας και μιλούν μάλιστα εξ ονόματός της. Γιατί οι θύρες της αγάπης της είναι διάπλατα ανοιγμένες για κάθε άνθρωπο, ανεξάρτητα από την πνευματική του πρόοδο, αρκεί να ομολογεί πίστη και πόθο για σωτηρία.
Γι’ αυτό στη δεδομένη εμπειρική ζωή της Εκκλησίας παρουσιάζεται πάντα μια ανάμειξη της αλήθειας που εκδηλώνεται στην αγιότητα του βίου, με την αναλήθεια που εισάγεται από τις αμαρτίες των ασθενών μελών της, χωρίς ν’ αποκλείονται και ορισμένοι εκπρόσωποι της αγίας ιεραρχίας…».
(Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ, σελ. 265).
9). «Ευλογία Κυρίου μενέτω εφ’ υμάς εις τους αιώνας, του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν.
Ευχαριστώ πάντας υμάς, τους προσελθόντας σήμερον, καθ’ ήν ημέραν εορτάζομεν την μνήμην του μεγάλου και πολυπαθούς δια την Εκκλησίαν του Χριστού Σωφρονίου, του αναδειχθέντος Πατριάρχου Ιεροσολύμων.
Ολίγος χρόνος έμεινε εις εμέ να ζήσω μεθ’ υμών. Αλλά Εκείνο το Πνεύμα το Άγιον, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, το Οποίον εφανέρωσεν εις ημάς ο Υιός Ιησούς Χριστός, παραδίδω υμάς. 11 Μαρτίου 1993».
(ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ, ΑΣΚΗΣΙΣ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑ, σελ. 191).
Θ΄. Έγραψαν για τον γέροντα:
1). «… Ο Αρχιμανδρίτης Σωφρόνιος ήταν πεισμένος ότι η εντολή του Χριστού μέσω του Γέροντα Σιλουανού «έχετε κατά νου την κόλαση, και μην απελπίζεσθε» απευθυνόταν κύρια στο δικό μας αιώνα, το βυθισμένο στην απελπισία….».
(Rosemary Edmonds, συγγραφέας της εισαγωγής, Η ζωή Του ζωή μου, σελ.15).
2). «… Η πάλη αυτή, που διήρκεσε δεκαπέντε χρόνια, οδήγησε τον Σιλουανό σε αδαμιαία μετάνοια και έσχατη απόγνωση. Τότε παρενέβη ο Κύριος και του έδωσε το λόγο: «Κράτει τον νουν σου εις τον άδην και μη απελπίζου» – Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης σελ. 51 και 572. Ο λόγος αυτός του Κυρίου που ήχησε στην καρδιά του Σιλουανού έφερε σ αυτόν την πνευματική νίκη….
Ο γέροντας (Σωφρόνιος) πιστεύει ότι ο λόγος που δόθηκε στον άγιο Σιλουανό ήταν λόγος της πρόνοιας του Θεού. Αποσκοπούσε να αντισταθμίσει πνευματικά τον κίνδυνο της ολοκληρωτικής καταστροφής που ενέχει η επιστημονική ανακάλυψη του Αϊνστάιν. Τα δυο αυτά γεγονότα συμπίπτουν χρονικά.
Στις συνθήκες του συγχρόνου κόσμου η εμπειρία της κολάσεως είναι πραγματική κατάσταση, κοινή σε πολλούς ανθρώπους, που έρχονται συχνά αντιμέτωποι με τα τυραννικά αδιέξοδα και τη σύγχυση του νου….».
(Αρχιμ. Ζαχαρίας Ζάχαρος, ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ, «Κράτει τον νου σου εις τον άδην και μη απελπίζου», σελ. 354 και 367).
3). «… Εκτός από τη ζώσα και πρόσωπο με Πρόσωπο κοινωνία και γνώση του αληθινού θεού στις γραφές του Γέροντος Σωφρονίου επισημαίνεται και άλλη παράλληλη αλλά εσφαλμένη οδός προς απόκτηση του Απολύτου. Εδώ όμως πρόκειται περί του Υπερ-προσωπικού ή μάλλον απρόσωπου Απολύτου. Η θεωρία της οδού αυτής έχει την προέλευσή της στις ανατολικές θρησκείες.
Στην ασκητική του τύπου αυτού του υπερβατικού διαλογισμού επιδόθηκε και ο ίδιος, καθώς ομολογεί, επί οκτώ σχεδόν χρόνια κατά τη νεανικότητά του. Στις ημέρες μας, λόγω του ισχυρού ρεύματος εκκοσμικεύσεως που επικρατεί στο δυτικό ιδιαίτερα κόσμο, η θεωρία αυτή είναι ευρέως διαδεδομένη και ελκύει πολλούς ανθρώπους που επιθυμούν να βγουν από την μονοτονία και πλήξη της παραλυσίας του υλικού κόσμου..».
(Αρχιμ. Ζαχαρίας Ζάχαρος, ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ, Παραπλάνηση σε φανταζόμενο κόσμο, σελ. 49).
4). «… Η ηγουμενία του κάποτε θα είχε ένα τέλος. Ο ίδιος το επέλεξε. Στη θέση του τον αντικατέστησε ο πατήρ Κύριλλος, ένας άξιος συνεχιστής του έργου του Γέροντα. Ο Γέροντας παρουσίασε τον καινούργιο Ηγούμενο με λόγια όλο αλήθεια. Είπε πως οι δυνάμεις του δεν του επιτρέπουν πλέον να ασκεί διοικητικά καθήκοντα, πως ο άξιος συνεχιστής του είναι νέος και θα τα καταφέρει. Τίποτε άλλο…».
(Δήμητρα Β. Δαβίτη, Αναμνήσεις από τον ΓΕΡΟΝΤΑ ΣΩΦΡΟΝΙΟ του ΕΣΣΕΞ, σελ. 104).
Ι΄. Βιβλιογραφία:
1). Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ, Ι. Μ. ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ, ΕΣΣΕΞ ΑΓΓΛΙΑΣ, 1985.
2). ΟΨΟΜΕΘΑ ΤΟΝ ΘΕΟΝ ΚΑΘΩΣ ΕΣΤΙΝ, έκδ. Ι.Μ. Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 1996.
3). Αρχιμ. Σωφρονίου, Η ζωή του ζωή μου, μετ. Πρωτ. π. Δημήτριος Βακάρος, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη,1983.
4). Γέροντος Σωφρονίου Σαχάρωφ, Περί Προσευχής, έκδ. Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας.
5). Αρχιμ. ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ (Σαχάρωφ), ΑΣΚΗΣΙΣ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑ, Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας, 1996.
6). ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΦΟΡΟΥ π. ΣΙΛΟΥΑΝΟΥ ΤΟΥ ΑΘΩΝΙΤΟΥ, έκδ. Ι. Μ. ΣΙΜΩΝΟΣ ΠΕΤΡΑΣ, ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ, 1995, Β΄ έκδοσις βελτιωμένη.
7). Δήμητρα Β. Δαβίτη, Αναμνήσεις από τον ΓΕΡΟΝΤΑ ΣΩΦΡΟΝΙΟ του ΕΣΣΕΞ, β΄έκδ., ΑΘΩΣ,1999).
8). ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ, Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), εκδ. Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας, 2000.
9). Ιστοσελίδα «Ορθοδοξία», http://www.rel.gr/index.php?rpage=gerontes/sofronios&rpage2=.
10). ΕΝΟΡΙΑΚΟΣ ΠΑΛΜΟΣ, μηνιαίο εν. έντυπο Κοιμήσεως Θεοτόκου Οβρυάς Μεσσάτιδος, αρ. φ. 55, ΙΟΥΛΙΟΣ 2000, σελ. 12-16.
Επιμέλεια - Παρουσίαση: Π. Α. Μ.
Λόγος εις την Μεταμόρφωσιν του Κυρίου περι του Θαβώριου Φωτός
Και ούτω (με το Βάπτισμα και το Χρίσμα) κατέστημεν σκήνωμα του Θεού του Υψίστου, τα δε σώματα ημών ναός του Αγίου Πνεύματος.
Και ιδού, παρά ταύτα, είμεθα πτωχοί των πνεύματι. Εντός των ορίων της γης υπάρχει ακόρεστος πείνα και άσβεστος δίψα Θεογνωσίας, διότι ο αγών ημών είναι να φθάσωμεν τον Άφθαστον, να ίδωμεν τον Αόρατον, να }172} γνωρίσωμεν τον επέκεινα πάσης γνώσεως. Η ορμή αύτη αυξάνει ακαταπαύστως εις έκαστον άνθρωπον, όταν το Φως της Θεότητος ευδοκήση να καταυγάση αυτόν, έστω και δια τινος αμυδράς προσεγγίσεως Αυτού, διότι τότε εις τους νοερούς ημών οφθαλμούς αποκαλύπτεται εν ποία αβύσσω διαμένομεν. Η όρασις αύτη καταπλήττει όλον τον άνθρωπον, και τότε η ψυχή αυτού δεν γνωρίζει ανάπαυσιν και δεν δύναται να εύρη αυτήν, μέχρις ότου ελευθερωθή πλήρως από του περικρατούντος αυτήν σκότους, μέχρις ότου το Φως τούτο πληθυνθή εν τη ψυχή και ενωθή μετ’ αυτής τοσούτον ώστε Φως και ψυχή να γίνουν έν, προκαταγγέλον την θέωσιν ημών εν τη Θεία δόξη.
Εις τοιαύτας ώρας μαρτυρικής παραμονής εν τοις ορίοις μεταξύ του έλκοντος προς εαυτό Απροσίτου Φωτός της Θεότητος και της απειλητικής αβύσσου του σκότους … ενδυναμωθώμεν δια της κραταιάς ελπίδος εις Εκείνον, Όστις δια της παλάμης Αυτού βαστάζει ακόπως πάσαν την κτίσιν. Ενθυμηθώμεν ότι εν τη ζωή ημών πρέπει να επαναληφθή ομοιοτρόπως παν ό,τι ετελέσθη εν τη ζωή του Υιού του Ανθρώπου, δια }173} να ελευθερωθώμεν από παντός φόβου και ολιγοψυχίας. Η οδός είναι κοινή εις πάντας ημάς κατά τον λόγον Αυτού του Χριστού: «Εγώ ειμι η οδός»· ως εκ τούτου δεν είναι και μοναδική, διότι «ουδείς έρχεται προς τον Πατέρα, ει μη δι’ Εμού». }174}
… εν αληθεία κατέστη όμοιος προς ημάς άνθρωπος και εν τη σαρκί ημών εφανερώσε την Θείαν τελειότητα, υπολιμπάνων Εαυτόν υπογραμμόν δι’ ημάς, τον οποίον πολλοί προφήται και δίκαιοι «επεθύμησαν ιδείν». Τούτο δε οφείλομεν νυν να πραγματοποιήσωμεν ημείς, έκαστος εν τη ζωή αυτού, ώστε δια της ομοιώσεως προς τον Χριστόν, κατά την εικόνα της επιγείου ζωής Αυτού, να καταστώμεν όμοιοι Αυτώ και κατά την εικόνα της Θείας υπάρξεως.
Παρακαλώ υμάς, όπως μη ολιγοψυχήσωμεν ακούοντες τους λόγους της διδαχής ταύτης … αύτη είναι η ορθόδοξος πίστις }175} και η ασάλευτος ελπίς, η οποία δεν θα καταισχυνθή, διότι θεμέλιον αυτής είναι η αψευδής μαρτυρία του Κυρίου. Και εάν νόθος ταπείνωσις θελήση να ονομάση τούτο υπέρμετρον παρρησίαν ή εισέτι και μωρίαν, τότε μνησθώμεν του Αποστόλου Παύλου, όστις αποκόπτων αφ’ ενός μεν την ολιγοψυχίαν, αφ’ ετέρου δε την παράλογον υπερηφανίαν του σαρκικού φρονήματος, λέγει ότι «ευδόκησεν ο Θεός δια της μωρίας του κηρύγματος σώσαι τους πιστεύοντας», απορρίπτων την σύνεσιν των συνετών, και μεταβάλλων εις μωρίαν την σοφίαν του κόσμου τούτου. Καθ’ εκάστην ημέραν η πείρα της ανθρωπότητος δεικνύει σταθερώς εις ημάς ότι οι «σοφοί και συνετοί» του αιώνος τούτου δεν δύνανται να ακολουθήσουν τον Χριστόν ούτε εις το Θαβώρ, ούτε εις τον Γολγοθάν, ούτε εις το όρος των Ελαιών. Ούτως αγαπητοί δεύτε, και δια της δυνάμεως της πίστεως αναβώμεν εις το «όρος Κυρίου», σταθώμεν αοράτως εν τη πόλει του Ζώντος Θεού, και μετάρσιοι τω πνεύματι ίδωμεν την άυλον Θεότητα του Πατρός και του Πνεύματος εν τω Μονογενεί Υιώ απαστράπτουσαν. Αναβώμεν ουχί μετά υπερηφάνου παρρησίας, αλλά μετά φόβου και τρόμου, ως ανάξιοι της αναβάσεως και οράσεως ταύτης, εν τούτοις όμως, μετ’ ελπίδος ότι και «ημίν τοις αμαρτωλοίς», κατά την άμετρον αγαθότητα του Ουρανίου Πατρός, «θα λάμψη το αΐδιον Φως» της Θεότητος, η άστεκτος λάμψις του οποίου έρριψε πρηνείς επί του Θαβώρ τους εκλεκτούς Αποστόλους. }176}
Αλλ’ ημέραν τινά, κατόπιν εκτενούς, κατά την διάρκειαν πολλών μηνών, διαπύρου προσευχής συνοδευομένης υπό βαθείας λύπης δια την αθλιότητα αυτού, το φως τούτο κατέβη ιλαρώς επ’ αυτόν και παρέμεινε μετ’ αυτού τρεις ημέρας. Κατ’ αυτάς τας ημέρας ησθάνετο εαυτόν εναργώς εκτός θανάτου. Η χαρά της εκ νεκρών αναστάσεως επλήρου τότε την ψυχήν αυτού. Εσωτερικώς ωνόμαζε το φως εκείνο «πρωΐαν αναστάσεως», διότι ήτο τούτο ιλαρόν, ως εαρινή πρωΐα. Κατ’ εκείνον τον καιρόν έζη ούτος μεταξύ ανθρώπων, οι οποίοι διήγον τον συνήθη εις πάντας κοπιώδη βίον. Μετά πάροδον ετών εκ του γεγονότος τούτου, ότι ούτος ήτο ήδη μοναχός, και αργότερον λειτουργός, πολλάκις συνέβαινεν η προσευχή αυτού να μεταβάλληται εις θεωρίαν φωτός, ούτως ώστε να μη αισθάνηται τότε ούτε το σώμα αυτού, ούτε τον περιβάλλοντα αυτόν υλικόν κόσμον.
Το φως τούτο φανερούται ως καθαρά άνωθεν ευδοκία. Έρχεται κατ’ αρχήν απροσδοκήτως, ήτοι όταν η }178} ψυχή ουδόλως λογίζηται περί αυτού ότι θα έλθη, ή εισέτι ότι υπάρχει. Άγνωστον έως τότε, φέρει δια της ελεύσεως αυτού, εις την ψυχήν γλυκείαν απορίαν, και κατάπληκτος αύτη αγνοεί εισέτι περί του τις ή τι εφανερώθη εις αυτήν, αλλ’ αισθάνεται εαυτήν κατ’ εκείνην την ώραν ως δέσμιον, όστις εξάγεται εκ του ζοφερού σκότους της φυλακής προς τας απεράντους εκτάσεις, τας φωτιζομένας υπό του ηλίου.
Έλεγεν ωσαύτως ο ανήρ ούτος: «Καίτοι το Θείον Φως μένει πάντοτε κατά την φύσιν αυτού αναλλοίωτον, όμως αι ενέργειαι αυτού, τουτέστιν εκείνο το οποίον γεννά εν τω ανθρώπω, ποικίλλουν. Ενίοτε προσλαμβάνεται ως αίσθησις ιλαράς αγάπης Χριστού· ενίοτε ως συμπαράστασις Θείας Δυνάμεως· άλλοτε ως ανεκλάλητός τις κίνησις της αιωνίου ζωής εντός του ανθρώπου· και άλλοτε πάλιν ως φως συνέσεως ή υπερνοητή νοερά όρασις του Θεού. Άμετρος όμως είναι η αγαθότης του Κυρίου και συμβαίνει ώστε η αγάπη Αυτού να εκχέηται έτι αφθονώτερον. Τότε το Θείον Φως πληροί όλον τον άνθρωπον, ούτως ώστε και αυτός γίνεται όμοιος προς το φως· και τότε εκείνο το οποίον βλέπει, είναι αδύνατον να κληθή άλλως πως, ει μη φως – καίτοι το Φως τούτο κατά την φύσιν αυτού είναι εντελώς διάφορον του φωτός του ορατού ηλίου». }179}
… τοσούτον εξηφάνισε τας παραστάσεις αυτών εκ των παρερχομένων μορφών του κόσμου τούτου, ώστε ούτοι και Αυτόν τον Χριστόν δεν έβλεπον πλέον κατά σάρκα. Εισαχθέντες δια του Αγίου Πνεύματος εις την θεωρίαν της απεριγράπτου Θεότητος του Ιησού Χριστού, ήκουσαν ούτοι κατ’ εκείνην την ώραν της αΰλου και απροσίτου φωνής του Πατρός: }182}
Μεγίστη και υψηλή υπήρξεν η όρασις των Αποστόλων επί του όρους της Μεταμορφώσεως, εν τούτοις, ουχί εισέτι τελεία, διότι τότε δεν ήσαν έτι ικανοί να δεχθούν άπαν το πλήρωμα και την τελειότητα του εμφανισθέντος εις αυτούς Φωτός, … «καθώς ηδύναντο» «καθώς εχώρουν».
Μεγίστη και υψηλή υπήρξεν η όρασις των Αποστόλων, αλλά τότε εισέτι ατελώς αφωμοιώθη υπ’ αυτών και δια τούτο παρέμειναν δυναταί εκείναι αι ταλαντεύσεις, τας οποίας υπέστησαν ούτοι κατά τας ημέρας του Γολγοθά· και μόνον βραδύτερον ο Πέτρος αναφέρεται εις αυτήν ως εις μαρτυρίαν της αληθείας.
Ατελής ήτο εισέτι η όρασις των Αποστόλων επί του Θαβώρ, και εν τούτοις ήτο τοσούτον μεγάλη και γνησία η θεωρία της «υπερουσίου ευπρεπείας» και του «προαιωνίου κεκρυμμένου μυστηρίου», ώστε ούτε η όρασις του Μωϋσέως επί του Σινά, ούτε η ομοία αυτής του Ηλία επί Χωρήβ, έφθασαν το ύψος και την τελειότητα αυτής, την οποίαν παρατηρούμεν εις τους λόγους της εκκλησιαστικής ωδής: }183}
… διαλογιζόμενος εν εαυτώ: «Δεν έχω αυτήν την τύχην». …
Όσω ημείς δεν αξιούμεθα της οράσεως της μεγαλοπρεπούς δόξης της Θεότητος, επί τοσούτον δια της πλέον πιστής εσωτερικής κινήσεως του πνεύματος ημών θα υπάρχη έλεγχος ημών αυτών. Και εάν η ψυχή ημών είναι ανδρεία, τότε θα είπωμεν: Δια τας αδικίας μου εστερήθην του δώρου τούτου, διότι «ο πορευόμενος εν δικαιοσύνη και λαλών ευθείαν οδόν … ούτος οικήσει εν υψηλώ … και τον Βασιλέα μετά δόξης όψεται» (Ησ. λγ’ 15-18}. Παρά ταύτα μη δότε τόπον εις την απόγνωσιν· αντιθέτως ενθαρρύνθητε και εν μετανοία πενθήσατε περί εαυτών. Απορρίψατε τον άδικον λογισμόν, ότι τούτο είναι των εκλεκτών μόνον κλήρος, ο οποίος δύναται να φονεύση εντός ημών την αγίαν ελπίδα. Η αλήθεια, εις την οποίαν είναι αναγκαίον να στερεωθή η καρδία ημών είναι ότι ο Κύριος ουδένα «ερχόμενον προς Αυτόν εκβάλλει έξω» και απορρίπτει (Ιωάν. στ΄ 37}. Πάντες ημείς, άνευ εξαιρέσεως … εκλήθημεν εις την ιδίαν τελειότητα … }184} Ερευνήσατε μετά προσοχής όλην την ακολουθίαν της Εορτής και θα ίδητε μετά ποίας δυνάμεως η Εκκλησία προσκαλεί και πείθει πάντας προς ανάβασιν εις το αψηλάφητον Όρος της νοεράς Θεοπτίας, δεικνύουσα ούτω σαφώς ότι ουχί μόνον κατά την αρχαιότητα, ουχί μόνον εις τους Αποστόλους ηυδόκησεν ο Κύριος να φανερώση την «αυγήν» της Θεότητος Αυτού, αλλά και κατά την διάρκειαν πάντων των αιώνων, έως έτι και των ημερών ημών, δεν έπαυσε και ουδέποτε θα παύση κατά την επαγγελίαν Αυτού να εκχέη την ιδίαν εκείνην δωρεάν επί τους ακολουθήσαντας Αυτόν εξ όλης καρδίας.
Εκτός της νόθου ταπεινώσεως – «τούτο δεν είναι δι’ εμέ» –, εκτός της αδικαιολογήτου απογνώσεως, ήτις γεννάται εκ της ακηδίας και της ηδυπαθείας, φραγμός προς την θεωρίαν του Ακτίστου Φωτός αποβαίνει εισέτικαι η τολμηρά έφεσις «όπως ίδωμεν τον Θεόν», και περιπτυχθώμεν Αυτόν δια της σκέψεως ημών, ως να ηθέλομεν να διεισδύσωμεν μετά δυνάμεως εις τα μυστήρια και εις τα έγκατα του Θείου Είναι και να δεσπόσωμεν Αυτού δια του νοός, ως να επρόκειτο περί αντικειμένου της γνώσεως ημών. Είναι δύσκολον να εύρωμεν λέξεις προς χαρακτηρισμόν της πνευματικής ουσίας αυτής της υπερηφάνου αξιώσεως του νοός ημών, αλλ’ είναι σπουδαίον δι’ ημάς να γνωρίσωμεν ότι εις παρομοίας περιπτώσεις συναντώμεν ουχί «φωτεινήν νεφέλην», αλλά γνόφον και σκότος, αποκρύπτοντα τον Θεόν. }185}
Όταν προσηλούμεν τους οφθαλμούς του νοός ημών απ’ ευθείας εις τον Ήλιον του Προαιωνίου Είναι, όπως ίδωμεν Αυτόν καθώς εστι, τότε οι οφθαλμοί ημών καταφλέγονται και αποτυφλούνται υπό του απροσίτου και εκτυφλωτικού Φωτός της Θεότητος, καθ’ όν τρόπον αποτυφλούνται και καταφλέγονται οι φυσικοί ημών οφθαλμοί, όταν γυμνοί, υπό ουδενός προστατευόμενοι, στρέφωνται κατ’ ευθείαν προς τον ήλιον. … «ιστάμενα κύκλω του Θρόνου του Υψίστου τα εξαπτέρυγα Σεραφείμ, δυσί πτέρυξι κατακαλύπτοντα τα πρόσωπα αυτών».
Και γνωριζόμενος και ορώμενος ο Θεός αναλλοιώτως διαμένει υπέρ πάσαν γνώσιν και όρασιν. Η απεριόριστος αύτη υπερβατικότης του Θεού εν τη «μυστική» γλώσση της θεολογίας καλείται «γνόφος». Η Καινή Διαθήκη ουδαμού χρησιμοποιεί δια τον Θεόν την λέξιν «γνόφος». Λέγει εις ημάς ότι «Ο Θεός Φως εστι και σκοτία εν Αυτώ ουκ έστι ουδεμία». Περί της υπερβατικότητος Αυτού και συνεπώς της τελείας «αορασίας», της τελείας «αγνωσίας» Αυτού η Καινή Διαθήκη λέγει τα εξής: «Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε» … Ότε ανεφάνησαν οι φιλόσοφοι και οι αιρετικοί, οι υποστηρίζοντες την δυνατότητα πλήρους γνώσεως του Θεού, τότε οι Άγιοι Πατέρες, δια να εκριζώσουν την ασύνετον ταύτην ιδέαν επέστρεψαν εις Παλαιοδιαθηκικάς εικόνας και γλώσσαν: }186}
Ούτω δια να πλήξουν ισχυρότερον την συνείδησιν των ασόφων σοφών, οι Πατέρες προσέφυγον εις την έννοιαν του «γνόφου», δια του οποίου ο Σοφός Νομοθέτης Μωϋσής συνεκράτει τον λαόν αυτού, εισέτι άπειρον της Θεογνωσίας, από της ασυνέτου εξάρσεως της ιδέας του «κατανοήσαι» τον Θεόν· και δια να μη παρεκκλίνουν από της Καινοδιαθηκικής Αποκαλύψεως, οι Πατέρες ωνόμασαν τον γνόφον τούτον «υπέρφωτον».
Η αληθής οδός προς θεωρίαν του Θείου Φωτός διέρχεται δια μέσου του έσω ανθρώπου. Όλη η σκέψις ημών, όλη η δύναμις της επιθυμίας ημών, οφείλουν να κατευθύνωνται μόνον προς το «τηρήσαι την εντολήν του Θεού άσπιλον και ανεπίληπτον» (Α’ Τιμ. στ΄ 14}. Τότε το Θείον Φως, καθώς έδειξεν η πείρα των αιώνων, «πολυμερώς και πολυτρόπως» επισκέπτεται τον άνθρωπον. Και ουδείς δύναται να είπη ποτέ περί των ορίων της ευδοκίας του Θεού προς ημάς, διότι αύτη κείται εν αληθεία πέραν παντός ορίου. Οσονδήποτε και εάν τείνει ο άνθρωπος προς τον Θεόν, οσονδήποτε και εάν φλέγηται υπό της αγάπης προς Αυτόν, και πάλιν αι εκχύσεις του Φωτός θα παραμείνουν πέραν παντός ορίου και αριθμού, διότι δεν υπάρχει τέλος εις αυτάς, και όταν εισέτι το φως υπερβαίνη τας δυνάμεις της φύσεως ημών να υπομείνη την λάμψιν αυτού. Και ο μοναδικός δυνατός λόγος, η μοναδική επικύρωσις, ως προς πάντα ταύτα είναι ότι «ο Θεός Φως εστι, και σκοτία εν Αυτώ ουκ έστι ουδεμία», και ότι «Αυτός οικεί εν απροσίτω Φωτί» και εμφανίζεται πάντοτε εν τω φωτί και ως φως. }187}
«Τι ποιήσω ίνα ζωήν αιώνιον κληρονομήσω»;
Και εδόθη εις εμέ η απάντησις:
Προσεύχου, ως ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, όστις επί έτη εβόα, «Κύριε, φώτισόν μου το σκότος», και εισηκούσθη.
Προσεύχου δια των λόγων της εκκλησιαστικής ωδής, «Λαμψάτω, ώ Φωτοδότα, και εμοί τω αμαρτωλώ το φως Σου το απρόσιτον», και ενδυναμού εν τη πίστει, ενθυμούμενος ότι η Εκκλησία δεν προσεύχεται περί αδυνάτων πραγμάτων.
Εν συνεχεία ο ανήρ εκείνος ως να απέκλειε την δυνατότητα ότι τοιαύτη προσευχή θα παραμείνη άνευ της άνωθεν απαντήσεως, κατέκλεισε τον λόγον αυτού ως εξής:
«Όταν γνωρίση η ψυχή σου τούτο το φως, τότε, όταν συμβή να στερήται τούτου, θα φλέγηται δι’ αυτό και μιμούμενος τον Άγιον Συμεών τον Νέον Θεολόγον θα ζητής αυτό και θα κράζης προς αυτό:
Ελθέ, το φως το αληθινόν.
Ελθέ, η Ζωή η αιώνιος.
Ελθέ, των πεπτωκότων η έγερσις.
Ελθέ, των κειμένων η ανόρθωσις.
Ελθέ, των νεκρών η ανάστασις.
Ελθέ, Πανάγια Βασιλεύ.
Ελθέ, και σκήνωσον εν ημίν,
και μείνον αδιαστάτως εν ημίν,
και αδιαιρέτως Συ μόνος βασίλευε εν ημίν
εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν». }188}
VI. ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ
Ολίγος χρόνος έμεινεν εις εμέ να ζήσω μεθ’ υμών. Αλλά Εκείνο το Πνεύμα, το οποίον συνδέει ημάς, είναι κατά την φύσιν Αυτού αιώνιον Πνεύμα. Και εις τούτο το Πνεύμα το Άγιον, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, το Οποίον εφανέρωσεν εις ημάς ο Υιός Αυτού Ιησούς Χριστός, παραδίδω υμάς.
11 Μαρτίου 1993. }191}
Οι τελευταίες μέρες του Γέροντος Σωφρονίου του Αγιορείτου, της Μονής Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας, (+11 Ιουλίου 1993)
Την τελευταία μέρα πήγα να τον δω στις έξι το πρωΐ. Ηταν Κυριακή και τελούσα την πρωϊνή λειτουργία, ενώ ο πάτερ Κύριλλος μαζί με τους άλλους ιερείς θα τελούσαν τη δεύτερη. Αντιλήφθηκα ότι επρόκειτο να μας αφήσει τη μέρα εκείνη. Πήγα και άρχισα την Πρόθεση. Οι Ώρες άρχισαν στις εφτά και μετά ακολούθησε η λειτουργία. Είπα μόνο τις ευχές της Αναφοράς, διότι στο μοναστήρι μας έχουμε τη συνήθεια να τις διαβάζουμε εκφώνως. Για τις υπόλοιπες η προσευχή μου ήταν συνεχώς: «Κόριε, δώρισε πλουσίαν είσοδο στη βασιλεία σου στο δούλο σου». Η λειτουργία εκείνη ήταν διαφορετική απ΄όλες τις άλλες. Τη στιγμή που είπα «Τα άγια τοις αγίοις» ο πάτερ Κύριλλος εισήλθε το ιερό. Κοιτάξαμε ο ένας τον άλλο, άρχισε να κλαίει κι εννόησα ότι ο πάτερ Σωφρόνιος είχε φύγει. Ρωτώντας ποιά ώρα είχε αναχωρήσει ήξερα ότι ήταν η ώρα πού διάβαζα το ευαγγέλιο. Πήγα παράμερα, διότι ο πάτερ Κύριλλος ήθελε να μιλήσει μαζί μου και μου είπε: «Μετάδωσε την Κοινωνία στους πιστούς και μετά ανακοίνωσε την αναχώρηση του πατρός Σωφρονίου και κάνε το πρώτο Τρισάγιο θα κάνω το ίδιο στη δεύτερη λειτουργία». Έτσι διαμοίρασα τον Αμνό και μετάλαβα· μετέδωσα στους πιστούς τη Θεία Κοινωνία και τελείωσα τη Θεία Λειτουργία. Δεν γνωρίζω πώς τα κατάφερα. Μετά βγήκα έξω και είπα στον κόσμο: «Αγαπητοί μου αδελφοί, ο Χριστός ο Θεός μας είναι το σημείο του Θεού για όλες τις γενεές αυτής της εποχής, διότι στα λόγια του βρίσκουμε τη σωτηρία και τη λύση κάθε ανθρώπινου προβλήματος. Και τώρα πρέπει να κάνουμε όπως μας διδάσκει η λειτουργία, δηλαδή να ευχαριστήσουμε, να ικετεύσουμε, να παρακαλέσουμε. Έτσι ας ευχαριστήσουμε το Θεό πού μας έχει δώσει τέτοιο πατέρα κι ας προσευχηθούμε για την ανάπαυση της ψυχής του». «Ευλογητός ο Θεός ήμων…», κι άρχισα το Τρισάγιο. Τον βάλαμε στην εκκλησία για τέσσερις μέρες, διότι η Κρύπτη δεν ήταν ακόμη τελειωμένη κι ο τάφος δεν είχε ακόμην κτισθεί. Τον αφήσαμε ακάλυπτο στην εκκλησία για τέσσερι μέρες και συνεχώς διαβάζαμε τα άγια Ευαγγέλια από την αρχή ως το τέλος, ξανά και ξανά, όπως είναι το έθος για ιερείς. Διαβάζαμε τα άγια εϋαγγέλία και διαβάζαμε Τρισάγια καιι άλλες προσευχές. Είχαμε τις ακολουθίες, τη λειτουργία αυτός ήταν εκεί, στη μέση της εκκλησίας για τέσσερεις μέρες Ήταν σαν Πάσχα, ήταν τέτοια όμορφη κι ευλογημένη ατμόσφαιρα! Κανένας δεν έδειξε οποιανδήποτε υστερία, καθένας προσευχόταν με έμπνευση. Είχα ένα φίλο αρχιμανδρίτη πού συνήθιζε να έρχεται στο Μοναστήρι κάθε χρόνο και να περνά λίγες εβδομάδες κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, τον πατέρα Ιερόθεο Βλάχο, ο οποίος έγραψε το βιβλίο «Μια βραδιά στην έρημο του Αγίου Όρους». Τώρα είναι μητροπολίτης Ναυπάκτου. Έφτασε μόλις έμαθε ότι ο πάτερ Σωφρόνιος πέθανε. Αισθάνθηκε την ατμόσφαιρα και μου είπε: «Αν ο πάτερ Σωφρόνιος δεν είναι άγιος, τότε δεν υπάρχουν άγιοι». Έτυχε να έχουμε μερικούς μοναχούς από το Άγιον Όρος, οι οποίοι ήρθαν για να δουν τον πάτερ Σωφρόνιο, μα δεν τον βρήκαν ζωντανό. Ο πάτερ Τύχων από τη Σιμωνόπετρα ήταν ένας από αυτούς. Κάθε φορά πού έρχονταν Έλληνες στην Αγγλία για ιατρικούς λόγους είχαν την συνήθεια να έρχονται στο Μοναστήρι για να τους διαβαστεΐ μια προσευχή από τον πάτερ Σωφρόνιο, διότι πολλοί είχαν θεραπευθεί. Την τρίτη ή την τέταρτη μέρα μετά το θάνατο του πάτερ Σωφρονίου ήρθε μια οικογένεια με ένα παιδί δεκατριών χρονών. Είχε όγκο στον εγκέφαλο κι η εγχείρηση του ήταν καθορισμένη για την επόμενη μέρα. Ο πάτερ Τύχων ο Σιμωνοπετρίτης ήλθε και μου είπε: «Αυτοί οι άνθρωποι είναι πολύ λυπημένοι ήρθαν και δεν βρήκαν τον πάτερ Σωφρόνιο. Γιατί δεν διαβάζεις μερικές προσευχές για το παιδί»; Του είπα: «ας πάμε μαζί. Έλα και κάνε μου τον αναγνώστη. Θα διαβάσουμε μερικές προσευχές στο άλλο παρεκκλήσι». Πήγαμε και διαβάσαμε τις προσευχές για το παιδί και στο τέλος ο πάτερ Τύχων είπε: «Ξέρεις, γιατί δεν περνάτε το παιδί κάτω από το φέρετρο του πάτερ Σωφρονίου; Θα θεραπευθεί. Χάνουμε το χρόνο μας διαβάζοντας προσευχές». Του απάντησα ότι δεν μπορούσα να το κάνω αυτό, διότι ο κόσμος μπορούσε να πει ότι μόλις έχει πεθάνει και ήδη προσπαθούμε να προωθήσουμε την αγιοποίηση του. «Να το κάνεις εσύ», του είπα. «Είσαι Αγιορείτης μοναχός. Δεν θα πει κανένας τίποτε». Πήρε το αγόρι από το χέρι και το πέρασε κάτω από το φέρετρο. Την επομένη έκαναν εγχείρηση στο παιδί και δεν βρήκαν τίποτε. Έκλεισαν το κρανίο και είπαν: «Λανθασμένη διάγνωση. Θα ήταν πιθανώς φλόγωση». Έτυχε το παιδί να συνοδεύεται από ένα γιατρό από την Ελλάδα, πού είχε τις πλάκες ακτίνων Χ πού έδειχναν τον όγκο, πού τους είπε: «Ξέρετε καλά τί σημαίνει αυτή η “λανθασμένη διάγνωση”». Το παιδί μεγάλωσε. Τώρα είναι 27 χρονών και είναι πολύ καλά.
Αρχ. Ζαχαρίας – Μετάφραση Θ. Κυριάκου.
Πηγή: Οι τελευταίες μέρες του Γέροντος Σωφρονίου (+11 Ιουλίου 1993), Περιοδικό «Παρά την Λίμνην», Μηνιαία έκδοση Εκκλησίας Αγίου Δημητρίου Παραλιμνίου, περίοδος β΄, έτος ιη΄, αρ. 7, Ιούλιος 2008
Συνομιλώντας με το Γέροντα Σωφρόνιο
Ο Καθηγουμένος της Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, αρχιμανδρίτης Εφραίμ, συνομίλησε στις 20.9.1992 με το Γέροντα Σωφρόνιο στην Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου στο Essex της Αγγλίας. Από τη συνάντησή τους αυτή μπορεί κανείς να θαυμάσει την πνευματικότητα και την ασκητικότητα του Γέροντα Σωφρονίου, αλλά και να εκτιμήσει την προσφορά του στο σύγχρονο μοναχισμό.
Γ. Σωφρόνιος: «Βασιλεύ ουράνιε, Παράκλητε, το Πνεύμα της αληθείας, ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών, ο θησαυρός των αγαθών και ζωής χορηγός, ελθέ και σκήνωσον εν ημίν και καθάρισον ημάς από πάσης κηλίδος. Οδήγησον ημάς εις πάσαν την αλήθειαν και σώσον Αγαθέ τας ψυχάς ημών». Καλώς ορίσατε άγιε Καθηγούμενε...
Εάν κατά τη διάρκεια της συνομιλίας μας κάνω κάτι τι, να με συγχωρήσετε. Γιατί τώρα δεν βλέπω ούτε και ακούω καλά.
Αρχιμ. Εφραίμ: Ανάλογα με την ηλικία σας είστε πάρα πολύ καλά.
Ενενήντα έξι... Θα πω να μας φέρουν από τα αρχεία μας το γράμμα του Βατοπαιδίου.
Ναι, θα ήθελα να το δω.
Ξέρετε, είμαι δικός σας.
Είναι ευλογία για εμάς αυτό.
Δεν ξέρω. Για μένα είναι ευλογία, που δηλαδή μου έδωσαν την άδεια με μεγάλη προθυμία. Και όπως έδειξαν τα πράγματα ήταν ευλογημένο από το Θεό. Αφού έφυγα όμως από το Άγιον Όρος αρρώστησα βαριά. Είχα έλκος του στομάχου και έπαθα γαστρορραγία, ήμουν και πτωχός. Υπεβλήθη σε δύσκολη εγχείρηση, κατά την οποία μου έβγαλαν σχεδόν ολόκληρο το στομάχι. Δώδεκα χρόνια είχα μεγάλη δυσκολία στο να τρώγω. Κατόπιν κάτι έχω αλλά ψεύτικο είναι.
Ήταν από το Θεό, Γέροντα, να έρθετε εδώ.
Να σας πω, άγιε Καθηγούμενε. Φοβάμαι πάντοτε να λέγω ότι με μένα γίνεται κάτι, αλλά μου φαίνεται ότι τίποτε δεν έγινε σύμφωνα με τη φαντασία μου αλλά όλα έγιναν από το Θεό.
Αυτό τώρα μαρτυρεί και η συνείδηση της Εκκλησίας, φαίνεται ότι είναι από το Θεό. Και ότι είναι ένα έργο που έχει παρελθόν πίσω. Και το παρελθόν έχει σφραγισθεί από το Θεό, έτσι λέγουν τα πράγματα.
Ναι, αλλά εγώ ο ίδιος τολμώ μόνο να λέγω: «Κύριε ελέησον και σώσόν με». Ώστε, μέχρι ενός σημείου δηλαδή, μπορώ και εγώ να λέγω ότι έγινε κατά πρόνοια του Θεού.
Γέροντα, η Μονή σας εδώ αποτελεί μία όαση μέσα στην έρημο του υλιστικού φρονήματος.
Είμαστε μόνο, ε πως να σας πω, ευγνώμονες απέναντι των κυβερνούντων τη χώρα και στη βασίλισσα και σε άλλους φορείς. Αλλά η ορθόδοξη ζωή έξω από την Ελλάδα είναι δύσκολη. Δεν κολλάει όλη η σκέψη μας, θεολογική, ασκητική, με την παράδοση δηλαδή της Δύσεως· με τους Ρωμαιοκαθολικούς και τους Προτεστάντες. Αλλά αυτοί εδώ είναι οι κύριοι του τόπου.
Εσείς, Γέροντα, όμως απ’ ότι βλέπω ζήσατε με ένα σοφό τρόπο εδώ. Τα χρόνια αυτά που ζήσατε εδώ, τα ζήσατε πολύ διακριτικά γι’ αυτό και κάνατε μεγάλη ωφέλεια εν τω κρυπτώ. Και αυτό είναι πολύ σημαντικό πράγμα για έναν πνευματικό άνθρωπο.
Εγώ, να σας πω. Είσθε Ηγούμενος. Και εγώ ήμουν, κατά κάποιο τρόπο, Ηγούμενος. Και όλο ήμουν κρεμασμένος με ένα νήμα επάνω στην άβυσσο και όλο εφώναζα προς το Θεό για τον κάθε ένα, το κάθε τι. Διότι ανθρωπίνως τρέχοντας δεν υπάρχει τρόπος.
Και οπωσδήποτε βρήκατε πολλές δυσκολίες φαντάζομαι εδώ, Γέροντα.
Ω, καλύτερα να μην τα λέμε... Αλλά και τούτο είναι, μέχρι τινος δηλαδή, ζήτημα για εμάς. Τώρα εξέδωκα ένα βιβλίον την πνευματική αυτοβιογραφία.
Το διαβάσαμε, Γέροντα.
Τι μας ενδιαφέρει δηλαδή η βιογραφία που έχει η αστυνομία; Μόνο τα πνευματικά εγώ τώρα παρουσίασα. Και τούτο εφάνη, κατά κάποιο τρόπο, πραγματικά σε καλή ώρα.
Είναι μία ζωντανή μαρτυρία αυτό που κάνατε.
Δεν έγραψα ένα βιβλίο που αποτελεί θεολογικό εγχειρίδιο, αλλά παρέθεσα, μόνο δηλαδή την πείρα μου, από το φόβο και επειδή τολμώ να πω: «Κύριε ελέησον, Κύριε σώσόν με». Και τώρα δεν καταλαβαίνω… Αρρώστησα πολλές φορές με θανασίμους ασθένειες και ζω ακόμη. Δεν ξέρω γιατί...
Σας χρειάζεται η Εκκλησία γι’ αυτό και ο Θεός παρατείνει τη ζωή σας. Η ζωή σας είναι ένα θαύμα. Απορούμε πως ζείτε με τις ασθένειες που είχατε και έχετε. Πάρα πολλοί άνθρωποι πνευματικοί απορούν πως ζείτε.
Διότι το 1986 που ανακαλύψανε ένα πυρηνικό μηχάνημα για τη διαγνωστική του καρκίνου “με άνοιξαν” και βρήκαν ότι είμαι με τον πιο σοβαρό καρκίνο και περίμεναν δηλαδή το θάνατο. Δεν ήταν δυνατόν να μου κάνουν εγχείρηση, δεν ήταν δυνατόν να κάνουν θεραπεία με ακτίνες, με χημειοθεραπεία, και με παρόμοια. Δηλαδή με άφησαν να “ψοφήσω”… Αλλά τώρα έξι χρόνια πέρασαν και είναι ο έβδομος χρόνος που ζω, και εγώ δεν καταλαβαίνω πως. Ύστερα από αυτήν την εγχείρηση του στομάχου, τελεία γαστρεκτομή που για δώδεκα χρόνια δεν μπορούσα να τρώγω. Κατόπιν για δυό χρόνια ήμουν κάπως καλύτερα.
Ο άγιος Σιλουανός που ήταν και γέροντάς σας ήθελε να ζήσετε για να ακούσετε και την επίσημη κατάταξή του στο Αγιολόγιο της Εκκλησίας.
Και εγώ δεν ξέρω πως η πρόνοια του Χριστού το έκανε. Με έβαλε στα πόδια δηλαδή, αυτού του ανθρώπου. Διότι τώρα το πνευματικό, θεολογικό, πρόβλημα είναι περί του προσώπου… Εγώ έζησα τελείως με την αποκάλυψη. Η αποκάλυψη λέγει «Εγώ ειμι ο Ων» (Εξ. 3,14). Εάν λέγει “Εγώ”, σημαίνει ότι είναι πρόσωπο. Γι’ αυτόν το λόγο στο βιβλίο, που προαναφέραμε σε ένα κεφάλαιο τονίζω ότι έχει μεγάλη σημασία η λέξη, «Εγώ». Διότι εκφράζει το πρόσωπο. Ο Θεός λέγει: «Ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημετέρα και καθ’ ομοίωσιν» (Γεν. 1,26). Η επιστήμη δεν μπορεί να λέγει αυτό. Αυτό μπορεί να το λέγει μόνο η αποκάλυψη. Και εμείς πρέπει να βασιζόμεθα στην αποκάλυψη την οποία δεν ανέτρεψε ποτέ ο Κύριος…Ώστε, δηλαδή, όταν έστειλα και στον Παναγιώτατο αυτό το βιβλίο που είναι πίσω σας, δεν θέλησα να γράψω ένα θεολογικό εγχειρίδιο αλλά μόνον περιγράφω την πείρα ενός μοναχού.
Αυτό το βιβλίο πολύ θα ωφελήσει, Γέροντα.
Να δώσει ο Θεός, να δώσει ο Θεός...
Διότι σήμερα ο άνθρωπος είναι συγχυσμένος, θα έλεγα πολύ συγχυσμένος, και θέλει συγκεκριμένη ορθόδοξη σύγχρονη μαρτυρία για να μπορέσει να αφυπνιστεί.
Ναι το λέγω, το λέγω με θάρρος διότι είναι γεγονός. Δηλαδή δεν αποτελεί αυτό το βιβλίο μία διανοητική εξεύρεση, αλλά αναφέρομαι σε πραγματικά γεγονότα.
Είναι καρποί της θείας Χάριτος.
Και από αυτής της απόψεως εγώ ετόλμησα να γράψω· μήπως αυτή η αυτοβιογραφία θα βοηθήσει σε κάποιον να βρει δηλαδή την λύση του δικού του, του προσωπικού του προβλήματος.
Και εμάς, αυτό το βιβλίο πολύ μας ωφέλησε στο Άγιον Όρος.
...Ο Γέροντας Σωφρόνιος μιλάει στη συνέχεια για το θέμα της μετάφρασης του βιβλίου του στη δημοτική...
Αλλά την έχει κάνει με την απλή γλώσσα η οποία δεν εκφράζει λεπτά νοήματα.
Δεν εκφράζει, Γέροντα, αλλά πρέπει να το κάνετε και στη δημοτική διότι οι νέοι σήμερα δεν ξέρουν τα αρχαία ελληνικά. Πρέπει να κάνετε μία “οικονομία”, να δώσετε ευλογία να το μεταφράσει και στη δημοτική γλώσσα γιατί οι νέοι μας σήμερα επί το πλείστον είναι άμοιροι της γλώσσας δυστυχώς.
Δηλαδή εάν υπάρχει τώρα σε καλή γλώσσα, τι γίνεται;
Είναι καλή η γλώσσα, και εμείς αυτή θέλουμε. Αλλά δυστυχώς οι νέοι μας σήμερα δεν μπορούν να την καταλάβουν.
Και η μετάφραση μπορεί να γίνει τώρα.
Ναι, μπορεί να γίνει.
Καταλαβαίνω άγιε Καθηγούμενε. Άραγε όμως πολλοί καταλαβαίνουν αυτό το βιβλίο;
Δεν το καταλαβαίνουν στο βάθος του, αλλά μπορεί και για ένα επιπλέον λόγο, τη γλώσσα, να μην το καταλαβαίνουν. Στην Μονή μας έχουμε αρκετούς νέους μοναχούς. Οι νέοι μοναχοί δε γνωρίζουν ελληνικά και ας είναι Έλληνες, διότι δυστυχώς στην Ελλάδα διάφοροι παράγοντες κατάφεραν να νοθεύσουν την ελληνική γλώσσα.
Αλλά θέλω να πω ότι αυτό το βιβλίο, φυσικώ τω λόγω, αφού δηλαδή η πρόνοια του Θεού με έφερε στο Σιλουανό, λέγει περί της πνευματικής ασκήσεως ανωτάτου χαρακτήρος. Περισσότερο βαθιά, περισσότερο οξεία μορφή ασκήσεως δεν υπάρχει. Και από εδώ μπορεί κανείς να καταλάβει ότι είναι του Θεού. «Κράτα το νου σου στην κόλαση και μην απελπίζεσαι»...
Και το βιβλίο σας, Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, έγινε αφορμή να έρθουν και να γίνουν πολλοί μοναχοί στο Άγιον Όρος. Επίσης και σε όλη την Ευρώπη πολλούς ετεροδόξους τους έκανε Ορθοδόξους.
Αλλά και τώρα στη Ρωσία μπορεί να ωφελήσει διότι αυτοί τελείως έχασαν την ασκητική κουλτούρα. Εβδομήντα χρόνια αιχμαλωσίας...
Ήρθαν μερικοί επίσκοποι από τη Ρωσία στο Βατοπαίδι και μας είπαν ότι εκεί υπάρχει ευλάβεια, αλλά δεν υπάρχει εσωτερική ζωή, λόγω του διωγμού.
Έχασαν την άσκηση και τούτο μπορεί να βοηθήσει. Οι Ρωμαιοκαθολικοί, όπως έχω ακούσει από πολλά χρόνια, από τας αρχές που άρχισα να έχω φιλολογικές σπουδές και επαφές, λένε ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία δεν μπορεί να λέγει ότι είναι: «Η μία, αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία». Δεν είναι μία καθολική αλλά είναι κομματάκι τους, πως να πούμε, εθνικιστικών κεφαλαίων που ζουν με την έχθρα μεταξύ τους.
Έτσι λένε δυστυχώς.
Και εγώ... και εγώ...
Εσείς αποδείξατε το αντίθετο.
Δώδεκα μοναχοί, δώδεκα εθνικότητες. Αλλά και αυτήν την ιδέα την κατάλαβε ο πατριάρχης Αθηναγόρας ο Α . Αυτός είχε μεγάλη πείρα και έτσι ενθαρρύνθηκα και υπέβαλα αίτηση να είναι η Ιερά μας Μονή, εξάρτημα της Μονής του Αγίου Παύλου. Και αυτός δηλαδή διαμέσου άλλου “Αθηναγόρα του Λονδίνου”, είπε: «Πέστε στο Σωφρόνιο να μου δώσει, δηλαδή να μου υποβάλλει αίτηση για το σταυροπήγιο.
Και το ότι δόθηκε εύκολα το σταυροπήγιο αποτελεί ένδειξη ότι ήθελε ο Θεός να γίνει αυτό το μοναστήρι. Μεγάλο πράγμα αυτό.
Βέβαια η επιστήμη λέγει· ο,τι έγινε μία φορά μπορεί να μη συμβαίνει πάντοτε.
... Και από τα γραπτά μου, όπως λένε μερικοί, φαίνεται ότι ο μοναχισμός δεν είναι ανθρώπινο πράγμα αλλά κλήση του Θεού. Και εάν κάποιοι διαβάσουν αυτό το βιβλίο θα πούνε ότι δεν είναι οι μοναχοί που επιλέγουν ανθρωπίνως αυτήν την οδό, αλλά είναι κλήση από το Θεό. Από αυτής της απόψεως το βιβλίο μπορεί να είναι θεολογικό, η θεολογία δηλαδή που συμπίπτει με την άσκηση ορθοδόξου ασκητή. Γι’ αυτόν το λόγο οι παραπομπές είναι μόνον στην Αγία Γραφή. Και σας ευχαριστούμε για το γράμμα σας περί του βιβλίου. Να σας πω το γιατί. Λίγοι άνθρωποι μπορούν να καταλάβουν αυτό το βιβλίο. Αλλά και στο Άγιον Όρος που έζησε σχεδόν μισό αιώνα ο Σιλουανός, λίγοι κατάλαβαν το πνευματικό ύψος του Γέροντος. Αυτοί είχαν φόβο· αλλά και τέτοιο θάρρος γαι την αγάπη του Θεού! Και αυτός δεν έλεγε ανοικτά την πνευματική του κατάσταση, κρυβόταν.
Δεν τον κατάλαβαν· τον άγιο Σιλουανό εκεί στο Μοναστήρι που ζούσε δεν τον καταλάβαιναν οι διπλανοί του, και κάποιοι τον ειρωνεύονταν. Δεν ήξεραν με ποιόν είχαν να κάνουν δυστυχώς. Γι’ αυτό και τα λείψανά του, βλέπετε δεν τα έχουμε, εσείς πήρατε μερικά, ενώ ήταν τόσο μεγάλος άγιος.
Εμένα, αμαρτωλό που ήμουνα, χαμένος δηλαδή, πολύ με ευεργέτησε… Μεγαλύτερο δώρο της θείας προνοίας είναι που μου έδειξε το Θεό...
Επειδή ήξερε ότι θα το αξιοποιούσατε εσείς, γι’ αυτό και σας Τον έδειξε. Και οφείλεται ανθρωπίνως, οφείλεται απόλυτα σε σας η προβολή του αγίου Σιλουανού. Και θα σας περιμένει στον ουρανό με ανοιχτές αγκάλες.
Δεν τον έχω...
Έτσι είναι.
Γιατί; Γιατί δεν τον έχω; Διότι πολλοί μου είπαν ότι προσηύχοντο στο Σιλουανό και αμέσως εκπληρωνόταν το αίτημά τους. Και οι αγιορείτες πολλές φορές είχαν δει δηλαδή κάτι τέτοιο, ώστε η γρήγορη απάντησή του στην προσευχή έδινε την ιδέα της αγιοσύνης του.
(μιλάει κάποιος άλλος μοναχός από το Έσσεξ): Γέροντα, μπορώ να πω κάτι;
Και βέβαια, αλλά να ρωτάτε τον καθηγούμενο.
(μοναχός): Ο πατήρ Σιλουανός ο δικός σας ο μοναχός ήταν στο Κουτλουμούσι την επομένη της πανηγύρεως κατά τη διάρκεια του Όρθρου, και του ήρθε ο λογισμός: «Άραγε έχει παρρησία ο άγιος Σιλουανός να προσεύχεται για μας;». Και μόλις σκέφτηκε έτσι ο π. Σιλουανός την ίδια ώρα ήρθε κοντά του ο π. Αθανάσιος ο Σιμωνοπετρίτης και του είπε: «Ξέρεις π. Σιλουανέ έχω ένα μικρό κομματάκι από το λείψανο του αγίου Σιλουανού το οποίο όχι μόνο ευωδιάζει αλλά και μία φορά μυρόβλυσε. Και του λέει ο π. Σιλουανός: «Μου έδωσε ο Θεός την απάντηση σχεδόν ακαριαίως, διότι μόλις τώρα σκεφτόμουνα άραγε ακούει τις προσευχές μας ο άγιος Σιλουανός;».
Γ. Σωφρόνιος: Η συγγραφή του βίου του δεν είναι ανθρώπινο έργο. Είναι δικό του έργο… Και ο αγαπητός μας πνευματικός, ο π. Ζαχαρίας, όταν τον χειροτόνησε εις ιεροδιάκονο ο αρχιεπίσκοπος της Κύπρου, έπρεπε να πει κάποιο λόγο. Και προσευχήθηκε στο Σιλουανό. Κάθησε και αμέσως έγραψε, τι να σας πω, κάτι που υπερβαίνει τον άνθρωπο. Ώστε δηλαδή η απάντηση και η συνεργασία του ήταν άμεση.
Και εσείς, Γέροντα, πρέπει να έχετε προσωπική εμπειρία για την παρρησία του αγίου Σιλουανού.
Να σας πω άγιε Καθηγούμενε την ιστορία αυτής της παρρησίας. Τη δευτέρα ημέρα του Πάσχα, ίσως 1930 η 1931 με επισκέφθηκε στο κελλί μου, στη Μονή του Αγίου Παντελεήμονος, ένας ερημίτης Ρώσος, άνθρωπος μορφωμένος, ήταν μηχανικός...
- Πάτερ Σωφρόνιε, πως να σωθούμε;
Εγώ αγαπούσα αυτόν τον άνθρωπο. Ήταν πολύ πράος και γλυκύς, αλλά και έξυπνος άνθρωπος. Του ετοίμασα ένα φλιτζάνι τσάι, του το δίνω και του λέγω:
- Να στέκεσαι στην άκρη της αβύσσου και οπότε αισθάνεσαι ότι είναι υπέρ τη δύναμή σου, να διακόπτεις και να παίρνεις ένα τσάι.
Την άλλην ημέρα με συναντά ο Γέροντας Σιλουανός με τον οποίο δεν είχα ακόμη προσωπική επαφή, αλλά αισθανόμουν την πνευματική δύναμή του. Και μου λέγει:
- Χθες ήταν σε σας ο π. Βλαδίμηρος;
Εγώ δεν του απαντάω, δηλαδή ότι «ναι ήταν», αλλά είπα:
- Άραγε έσφαλλα σε κάποιο λόγο;
Και λέγει ο Σιλουανός:
- Όχι, αλλά αυτό που είπατε ήταν υπέρ τη δύναμή του, πάνω από το μέτρο του. Ελάτε να τα πούμε. Έτσι με κάλεσε να μου μιλήσει. Και εξαιτίας αυτής της φράσης: «Να στέκεσαι στην άκρη της αβύσσου και όταν δεν έχεις δυνάμεις, ξεκουράσου λίγο και πάρε ένα τσάι», άρχισε η γνωριμία, ο πνευματική σχέση. Κατόπιν πήγα στο Γέροντα και μου εξήγησε για το: «Κράτα το νου σου στον Άδη και μην απελπίζου».
Μεγάλη φιλοσοφία, Γέροντα, αυτό.
Ω, μεγάλη φιλοσοφία... Και ξέρετε, άγιε Καθηγούμενε, πως νιώθω, τι εγώ υποφέρω γι’ αυτήν την κατάσταση; Τι εννόησε ο Κύριος με το «Κράτα το νου σου στην κόλαση», που ήταν για το Σιλουανό η έντονη άρση της Χάριτος για μία ολόκληρη ώρα πριν την εμφάνιση του Χριστού; Είδε καθαρά την αιώνια απώλειά του και ύστερα από αυτό εφάνη ο Κύριος χωρίς κανένα λόγο, δηλαδή δεν είπε τίποτε… για μια στιγμή. Και όταν έγινε τούτο χωρίς λόγο, θέλω να πω χωρίς λόγια, άρχισε να προσεύχεται υπέρ όλης της ανθρωπότητος και έγινε σαν μία κατάσταση, όχι σκέψη, αλλά κατάσταση. Και όταν είπε ο Κύριος: «Κράτα το νου», ο Σιλουανός Τον είδε. Και τοιουτοτρόπως δηλαδή, το βάθος του λόγου περί της καταστάσεως αυτής μόνο ο Σιλουανός το ξέρει. Διότι για μας μάλλον η αυτομεμψία προσήκει αλλά όχι αυτή η κατάσταση. Και τι κουβέντα, δηλαδή η ομιλία με το Χριστό, ήταν πολύ, πως να σας πω, σύντομη. Αφού του είπε:
- Βλέπω δαιμόνια.
- Οι υπερήφανοι πάσχουν από αυτό.
- Μα πως να ταπεινωθώ, Κύριε;
- Κράτα το νου σου στην κόλαση και μην απελπίζου.
Και έφυγε.
Γι’ αυτό, Γέροντα, στο Άγιον Όρος επικρατεί ότι ο Γέροντας Σιλουανός και ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής...
Α, ήταν στρατηγός του πνεύματος. Ένας από τους μεγαλυτέρους επτά ασκητές που γνώρισα στη ζωή μου.
...είναι οι σύγχρονοι Γεροντάδες που εισήγαγαν με τον εμπειρικό τρόπο ζωής τους, ξανά τη διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά στον αγιορειτικό μοναχισμό.
Ναι, ναι... Είχα πάει δυό, τρεις φορές στο Γέροντα Ιωσήφ που ακόμη ήταν στον Άγιο Βασίλειο. Τον γνωρίσατε;
Δεν τον γνώρισα. Δεν ήμουν άξιος να τον γνωρίσω.
Αυτή η κατάσταση που βίωσε ο Σιλουανός έχει κάποια αναλογία με τους μεγάλους Πατέρες της Αιγύπτου. Ο αββάς Ποιμήν όταν του είπαν ότι θα πάει στη Βασιλεία είπε:
- Πιστέψτε με αδελφοί, ότι εις τον τόπον όπου βάλλεται ο Σατανάς, εκεί βάλλομαι. Αυτό είναι το πνεύμα των Πατέρων...
Ο δε Αντώνιος σκεπτόταν όπως ο τσαγκάρης στην Αλεξάνδρεια. «Όλοι τους θα σωθούνε, μόνος εγώ θα κολασθώ». Αυτά είναι η θέση της πνευματικής ασκήσεως. Η αυτομεμψία ως κατάσταση.
Ναι, ως κατάσταση.
Ως αδιάλειπτος κατάσταση.
Όπως η θεολογία. Η θεολογία είναι το περιεχόμενο των προσευχών μας. Και παράδειγμα αυτής της θεολογίας είναι η Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου. Όλη η αναφορά είναι θεολογία και εκφράζεται δια της προσευχής. Αλλά κατόπιν έρχεται η θεολογία ως κατάσταση. Ο Ιωάννης ο Θεολόγος, από ακαδημαϊκής απόψεως δεν είναι θεολόγος, απλώς τα λέει. Η θεολογία αυτού όμως ήταν κατάσταση. Ο,τι λέγει γίνεται δόγμα για όλους. Οι πατέρες γύρω μας έχουν μεγάλη ευλάβεια για το Γέροντα και κάπως, κάπως δηλαδή, καταλαβαίνουν περί τίνος πρόκειται.
Σε ποίο Γέροντα ;
Στο Σιλουανό... αυτός ήταν ένας από αυτούς. Και να πάρω αυτούς που είναι δεξιά, να πάρω αυτούς που είναι αριστερά το ίδιο είναι. Και μάλιστα, τη Δευτέρα αυτήν που πέρασε, συνέστησα στους αδελφούς μου να περιγράφουν κάπως καλύτερα τον τρόπο του αγώνα εναντίον των λογισμών των παθών. Διότι μία από τις αδελφές έχει γράψει ένα βιβλίο περί της ανατροφής των τέκνων και λέγει απλούστατα πράγματα που δεν έρχονται όμως στο νου μας. Και ίσως χρειάζεται ακόμη και ο τρόπος δηλαδή του πολέμου, διότι λέγει ο Σιλουανός, αλλά δεν περιγράφει πως γίνεται τούτο. Όταν ο Κύριος πάλευε με το Σατανά στην έρημο τότε έχουμε κάποια ερμηνεία του πολέμου. Αλλά θέλω να πω μήπως χρειάζεται στους ανθρώπους να μάθουν πως γίνεται ο πόλεμος εναντίον των λογισμών των παθών; Εγώ λέγω περί τούτου λίγα στο βιβλίο περί του Γέροντος… Αλλά, πως νομίζετε ; Στο πρώτο βιβλίο εξηγώ ότι κάθε λογισμός του πάθους συνδέεται με τη γη, δηλαδή με την ύλη, και πάντοτε έχει μία μορφή, ένα είδος. Και εάν αυτό το είδος δεν το δέχεται η καρδία μας η ο λόγος μας, το πάθος σταματάει. Αλλά κάποτε στις αρχές πρέπει να γίνει η μάχη, όπως λένε, σώμα με σώμα. Τότε οι άνθρωποι που δε γνωρίζουν, ρωτάνε: «Μα πως γίνεται»;
Πολύ καλά κάνατε και αναλύσατε τον τρόπο αυτού του πολέμου, διότι το γράψατε κατά τρόπο σύγχρονο.
Παρακάλεσα τους αδελφούς μου να κάνουν απόπειρες να περιγράψουν, αλλά είναι επικίνδυνο να γράφει κανείς, καταλαβαίνετε; Ώστε δεν είναι εύκολο πράγμα. Αυτό το πρόβλημα πρέπει να βρει και έναν τρόπο εκφράσεως.
Είναι πάρα πολύ λεπτό πράγμα αυτό, Γέροντα.
Ο Σιλουανός έλεγε, αλλά ήταν άνθρωπος απαθής, «εάν μας ανησυχεί λογισμός εμείς είμαστε ελεύθεροι να αποβάλλουμε αυτήν τη σκέψη και να έχουμε το νου μας σε κάποιο άλλο πράγμα». Αυτός μπορούσε να το κάνει, αλλά οι άλλοι είναι σαν δούλοι δηλαδή ενός λογισμού.
Πολλές φορές ένας λογισμός μας κάνει τη ζωή κόλαση.
Ναι, και κάνει άνω κάτω όλο το είναι μας...
Και ακριβώς οι Πατέρες μας δανείζουν λογισμούς, Γέροντα.
Ναι, και λέγει ο Σιλουανός ότι εμείς είμαστε ελεύθεροι να σκεπτόμαστε άλλο πράγμα, ώστε η αιχμαλωσία υπό του λογισμού γι’ αυτόν δεν είναι μεγάλο πρόβλημα. Έρχεται ο λογισμός κακός και αυτός σκέπτεται άλλα πράγματα. Και τούτο δηλαδή θεωρητικώς, όπως λέγει ο Σιλουανός, είναι εύκολο, στην πράξη όμως και για εμάς τους αρχαρίους είναι πολύ δύσκολο. Πράγματι ο λογισμός του πάθους θα κολλήσει και θα σε βασανίζει ώστε ο πόλεμος του λογισμού είναι δηλαδή σαν με το Σατανά, σώμα προς σώμα. Εγώ είμαι βαθύτατα ευγνώμων, δηλαδή προς το Θεό, διότι με κατηξίωσε να γίνω μοναχός στο Άγιον Όρος. Είκοσι δύο χρόνια ήμουν εκεί.
Και εμείς είμεθα βαθύτατα ευγνώμονες προς το Θεό που σας γνωρίζουμε τώρα. (Αποφεύγει να απαντήσει ο Γέροντας Σωφρόνιος. Λέει κάποιος μοναχός: «Δεν ακούσατε η δεν θέλετε να ακούσετε»;)
Δεν ακούω... Και δυστυχώς η Δύση από αυτής της απόψεως είναι αμόρφωτη. Μελετάνε θεολογία με τα βιβλία.
Διανόηση.
Ναι. Αλλά η μόνη μελέτη που μας κάνει να αισθανθούμε πως είναι ο Θεός, είναι η ασκητική ζωή σύμφωνα με τις εντολές του Ευαγγελίου. Όταν η ζωή μας είναι σύμφωνη με το θέλημα του Θεού, τότε καταλαβαίνουμε ότι μεταξύ των εντολών και μεταξύ του νου του ιδίου του Θεού δεν μπορεί να υπάρχει διαφορά. Όταν σκεφτόμεθα σύμφωνα με τις εντολές, τότε ο νους μας συνηθίζει να σκέφτεται όπως ο ίδιος ο Θεός. Και λένε για τη θέωση, αλλά τι είναι θέωση; Με την υπακοή στην αρχή στον Ηγούμενο να κοπεί το θέλημα, κατόπιν με την υπακοή στις εντολές του Ευαγγελίου φτάνει κάποιος σε αυτήν την κατάσταση. Κάνουμε μικρά πράγματα αλλά τα αποτελέσματα πρέπει να γίνουν μεγάλα. Έχουμε καλές περιγραφές στα συγγράμματα του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου.
Ήταν μεγάλος Άγιος. Περιέγραφε με λεπτομέρεια την ασκητική, νηπτική ζωή ο άγιος Νικόδημος.
Ναι... Ξέρετε έχουμε και την Πράξη κατατάξεως στο Αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας για το Σιλουανό κορνιζαρισμένη, και είναι όπως την έχουν στην Ιερά Κονότητα του Αγίου Όρους.
Όταν ήρθε στην Κοινότητα η Πατριαρχική Πράξη για την αγιοκατάταξη του αγίου Σιλουανού έστειλαν και σε μας αντίγραφο για να το έχουμε στο αρχείο μας, όπως και σε όλες τις Μονές του Αγίου Όρους. Διότι ο Άγιος είναι αγιορείτης...
Και εγώ Βατοπαιδινός... Και εγώ Βατοπαιδινός.
Ιδιορρυθμίτης όμως. Ιδιορρυθμίτης Βατοπαιδινός.
Όχι ιδιορρυθμίτης, διότι εγώ ήμουνα στη Σκήτη του Αγίου Ανδρέα και εκεί ήταν κοινόβιο.
(εδώ γελάνε οι Πατέρες)
Αυτοί γελάνε...
Χαίρονται. Δε γελάνε, Γέροντα, χαίρονται.
Ναι, και εγώ τους αγαπώ. Στη σημερινή εποχή μας στην Ευρώπη να σκέφτονται και να ζουν κατ’ αυτόν τον τρόπο είναι μεγάλο πράγμα. Ενώ στην Ελλάδα όλη η ατμόσφαιρα είναι γεμάτη από την πίστη, από τη θεολογία, από την άσκηση.
Και η Ελλάδα περνά κρίση τώρα. Εισέβαλε και στην Ελλάδα ο ευρωπαϊκός, ορθολογιστικός τρόπος ζωής και περνά μία πνευματική κρίση.
Θα δούμε. Διότι τελευταία πέθαναν μεγάλοι ασκητές, δηλαδή δεν μπορεί να πει κανείς για την Ελλάδα ότι είναι νεκρή. Είναι πολύ ζωντανή.
Είναι μεν ζωντανή, αλλά απειλείται από το εκκοσμικευμένο και ορθολογιστικό πνεύμα της Δύσεως και έχουμε μια στενοχώρια. Έχουμε ανησυχία και για την Ελλάδα.
Αλλά, δεν πιστεύετε ότι θα νικήσουμε;
Ναι, αυτό το πιστεύουμε. Όμως και στο Άγιον Όρος, Γέροντα, υπάρχει και εκεί μία κρίση.
Από ποιάς απόψεως;
Διότι, βλέπετε, οι νέοι μοναχοί τώρα που έρχονται είναι πολύ καλοσυνηθισμένοι και δεν εγκλιματίζονται εύκολα στην ασκητική παράδοση του τόπου.
Εάν είναι έτσι, να βάλετε αυτούς στην άσκηση σύμφωνα με τις ικανότητές τους, δηλαδή εκμάθηση του παρελθόντος ώστε να μην έχουν ελεύθερες ιδέες αλλά να μελετάνε τους βίους των αγίων Πατέρων και των Αποστόλων. Καταλαβαίνετε τι θέλω να πω… Δηλαδή εάν είναι εκεί η σκέψη τους δεν θα ασχολούνται με τα πάθη. Θυμάστε το παράδειγμα από τον Ευεργετινό. Ήταν ένας ασκητής χαρισματούχος που κατά κόσμον ήταν μορφωμένος, πλούσιος άνθρωπος. Όταν τον επισκέφθηκε ένας άλλος ασκητής που κατά κόσμον ήταν ένας πτωχός βοσκός και είδε το κρεβάτι του χαρισματούχου ασκητού και ότι ζούσε με κάποια άνεση, σκανδαλίσθηκε. Όταν όμως έμαθε ότι όταν ήταν στον κόσμο ζούσε τρυφηλή ζωή, με πολλά πλούτη κατηγόρησε τον εαυτό του και ομολόγησε ότι ο πλούσιος ζει τώρα την άσκηση, ενώ ο ίδιος ζει με άνεση.
Ναι, ναι το θυμάμαι.
Όταν ήμουνα πνευματικός στη Σιμωνόπετρα οι γεροντάδες μου έκαναν παράπονα για τους νέους και οι νέοι έλεγαν παράπονα για τους γέρους. Και εγώ έλεγα στους γέροντες: Από που τα έχετε εδώ αυτά τα παιδιά; Από αυτόν τον κόσμο. Τι έμαθαν εκεί; Πως ζούσαν;
Έτσι είναι.
Αλλά μην περιμένεις να γίνουν τέλειοι, ευθύς αμέσως. Και στους άλλους έλεγα ότι μαθαίνουν τα πράγματα που ζει ο κόσμος, ζούνε μέσα στην αμαρτία. Πρέπει από εκεί να απαλλαγούν με την άσκηση. Και έτσι δηλαδή προσπάθησα να τους δώσω να καταλάβουν να κάνουν υπομονή… Τώρα, άγιε Ηγούμενε, τώρα να τελειώνουμε, γιατί θα αρχίσει η Ακολουθία. Χαρήκαμε πολύ, δηλαδή που είχατε την διάθεση να έρθετε και εγώ να δω τον Ηγούμενό μου.
Να είναι ευλογημένο, Γέροντα. Σας μεταφέρω και τα σέβη του Γέροντός μου, ο οποίος λέει να τον θυμάστε και να προσεύχεστε.
(Παρεμβάλλεται άλλος μοναχός): Θυμάστε το Γέροντα Ιωσήφ που ήρθε εδώ πριν δυό χρόνια;
Ναι, ναι βέβαια... Τώρα όμως πρέπει να τελειώσουμε... Αύριο εορτάζουμε τα εγκαίνια. Για μερικούς αγίους και μεγάλους διδασκάλους της Εκκλησίας δεν υπάρχει Ακολουθία, αλλά για το Σιλουανό, ξέρετε στο Άγιον Όρος υπάρχουν τέσσερις.
Ο Σιλουανός είναι μεγάλος άγιος.
Για μένα, έχω γράψει... αλλά για μένα είναι πραγματικώς μεγάλος.
Για σας είναι ο μεγαλύτερος.
Για μένα είναι μεγάλος.
Ποιούς Αγίους βάλατε στα εγκαίνια; Ποιά λείψανα;
(Απαντά άλλος μοναχός): Βάλαμε τους δύο Θεοδώρους τους μάρτυρες και τον όσιο Σιλουανό.
Δι’ ευχών του αγίου Πατρός ημών, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς.
(όλοι μαζί): Αμήν.
Αρχιμ. Εφραίμ: Ευχαριστούμε, Γέροντα.
Σπάνια δίνει ο Θεός να συναντηθούν οι ασκητές, έτσι και έγινε. Αυτός ακριβώς ήταν ο λόγος… Τώρα το από που το ξέρεις;...
Δεν κατάλαβα την τελευταία φράση σας. Από που το ξέρεις τι, Γέροντα;
Ότι δηλαδή η συνάντησή μας θα ήταν εν Αγίω Πνεύματι.
Αναφορά στην θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου- Ένα βιβλίο για τον γέροντα
Η παρούσα μελέτη επιδιώκει να παρουσιάσει σε γενικές γραμμές τον πλούτο της εμπειρικής θεολογίας που περιέχεται στα έργα του Γέροντος Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ).
Ως πνευματικό φαινόμενο, ο Γέροντας αποτελεί σημείο του Θεού για την γενεά του. Έζησε την τραγωδία, τις ανησυχίες, τους προβληματισμούς και τις αναζητήσεις του πολυτάραχου εικοστού αιώνα, και με την ζωή, την προσευχή και τον λόγο του έδωσε απαντήσεις στα φλέγοντα ερωτήματα των συγχρόνων του.
Η ύλη της μελέτης αυτής διαιρείται σε οκτώ κεφάλαια και κατακλείεται με επίλογο.
Στο πρώτο κεφάλαιο περιγράφεται η έννοια της υποστατικής αρχής στο Είναι του Θεού. Η υποστατική αυτή αρχή προσλαμβάνει το άπειρο. Αποκαλύφθηκε στον κόσμο με την "εις τέλος" αγάπη του "παθητού" Χριστού. Και ο άνθρωπος είναι πρόσωπο κατ' εικόνα του Χριστού. Με την μετάνοιά του πλατύνεται εν Πνεύματι Αγίω και γίνεται "επανάληψις" Θεού με θεανθρώπινο πλήρωμα.
Στο δεύτερο κεφάλαιο αναπτύσσεται η διδασκαλία του Γέροντος για την κένωση, τον τρόπο υπάρξεως των θείων Προσώπων και τον τρόπο της φανερώσεως της υποστάσεως του Λόγου στην οικονομία της σωτηρίας. Τονίζεται επίσης ο τρόπος με τον οποίο αναδεικνύεται ο άνθρωπος αληθινή υπόσταση.
Στο τρίτο κεφάλαιο εκφράζεται το μεγαλείο του ανθρώπου, που μέσα στη χάρη του Θεού εκτείνεται μεταξύ του άδη και της Βασιλείας, και η μηδαμινότητα του, όταν απολυτοποιεί την κτιστότητά του. Η τελείωση ή εκμηδένισή του εξαρτάται επίσης από την στάση του απέναντι στο θάνατο. Το πνευματικό πένθος θεραπεύει τον άνθρωπο και η χαρισματική απόγνωση μεταφέρει τη ζωή του στον Θεό.
Στο τέταρτο κεφάλαιο αναλύεται η θεωρία του Γέροντος για τα τρία στάδια της πνευματικής ζωής. Κατ' αρχήν ο θεός συνάπτει διαθήκη με τον άνθρωπο. Στη συνέχεια αίρει τη χάρη Του, εγκαταλείπει τον πιστό και τον υποβάλλει στο "κρίμα" του Υιού Του. Έτσι παρέχει σε αυτόν την δυνατότητα να αναπτύξει μέχρι τέλους την υποστατική του αρχή σε μια σχέση αγάπης με τον Θεό, που είναι ισχυρότερη του θανάτου, και κληρονομεί τελικά την θεία μορφή υπάρξεως. Η διάβαση δια μέσου των τριών σταδίων οδηγεί τον άνθρωπο στην ολομερή γνώση του Χριστού.
Στο πέμπτο κεφάλαιο γίνεται λόγος για την χριστιανική τελειότητα στην οδό του μοναχισμού, που έγκειται στην ακραιφνή μίμηση του υποδείγματος της ζωής του Χριστού. Η τήρηση των τριών βασικών υποσχέσεων της μοναχικής κουράς θεραπεύει τον άνθρωπο από τις αλλοτριώσεις, που επέφερε στη φύση του η Προπατορική Πτώση. Η διαπόρευση της μοναχικής οδού καθιστά τον μοναχό κάτοχο του θείου λόγου και συνεπώς διάκονο της πνευματικής πατρότητος, που συνεργεί στη δημιουργία αθανάτων υποστάσεων για την αιωνιότητα.
Στο έκτο κεφάλαιο συνοψίζεται η θεολογία του Γέροντος περί θείων Ονομάτων και του Ονόματος του Ιησού, που κείται ως βάση της ησυχαστικής προσευχής. Με την άσκηση της προσευχής αυτής ελευθερώνεται ο νους απ' όλα τα είδη της φαντασίας και γίνεται θεωρός του Θείου και άρρητου Γεγονότος, που διαδραματίζεται στη βαθιά καρδιά, το κέντρο του ανθρώπινου προσώπου.
Στο έβδομο κεφάλαιο τονίζεται ότι η μετάβαση από το ψυχολογικό στο οντολογικό επίπεδο ζωής επιτελείται όταν ο άνθρωπος φθάνει στην ακρότητα της ασκητικής μετανοίας και τον επισκιάσει το ουράνιο Φως. Μετά τη θεωρία του Φωτός αυτού η μετάνοια είναι χαρισματική και ο άνθρωπος αναγεννάται στο επίπεδο της οντολογίας. Κατέχει τότε αποκαλυπτική θεογνωσία, προφητική αυτογνωσία και προσεύχεται υπέρ όλου του κόσμου. Με την θεωρία του Φωτός έρχεται σε μέτρα θείας ταπεινώσεως, που ανοίγει τη βαθιά καρδιά του ανθρώπου, τον "τόπο" όπου τελεσιουργείται η πραγμάτωση της υποστατικής αρχής.
Στο όγδοο κεφάλαιο προβάλλεται η προσευχή ως το μέσο, με το οποίο ο άνθρωπος ανακαλεί τον εαυτό του και όλη τη δημιουργία από την πτώση σε ζωηφόρο και προσωπική σχέση με τον Θεό. Στον άνθρωπο-πρόσωπο αρμόζουν η καθαρά "πρόσωπον προς Πρόσωπον" προσευχή και η υποστατική προσευχή υπέρ όλου του Αδάμ. Στα δύο αυτά είδη προσευχής εκπληρώνει αντίστοιχα τις δύο μεγάλες εντολές αγάπης. Ο άνθρωπος, καθόσον γίνεται κοινωνός της θείας ζωής, μετέχει επίσης στην άκτιστη ελευθερία του Θεού, που αποβαίνει το οντολογικό περιεχόμενο της υποστατικής του αρχής.
Στον επίλογο καταδεικνύεται ότι ο προφητικός λόγος του Κυρίου προς τον άγιο Σιλουανό, "κράτει τον νούν σου εις τον άδην και μη απελπίζου", είναι το χρυσό νήμα της παραδόσεως. Τοποθετεί τον άνθρωπο στην ταπεινή οδό του Κυρίου, που εκτείνεται από τον άδη ως τον ουρανό. Η μακαριότητα της γνώσεως της οδού αυτής αναπτύσσει την υποστατική αρχή του ανθρώπου σε μέτρο ικανό να δεχθεί το "περισσόν" ζωής της οδού αυτής και να γίνει όμοιος κατά πάντα με τον Χριστό, την αρχέτυπη αιτία και το ύστατο τέλος της υποστάσεώς του.
Πρωινή προσευχή
Αιώνιε Κύριε, Δημιουργέ των απάντων ο καλέσας με εις την ζωήν ταύτην τη ανεξερευνήτω Σου αγαθότητι· ο δους μοι την Χάριν του Βαπτίσματος και την σφραγίδα του Αγίου Πνεύματος· ο κοσμήσας με τη επιθυμία του αναζητείν Σε, τον μόνον αληθινόν Θεόν, επάκουσον της δεήσεώς μου.
Ο Θεός μου, ουκ έχω ζωήν, φως, χαράν, σοφίαν, δύναμιν άνευ Σου.
Αλλά Συ είπας τοις μαθηταίς Σου: «Πάντα όσα εάν αιτήσητε εν τη προσευχή πιστεύοντες, λήψεσθε».
Όθεν τολμώ επικαλείσθαι Σε: Καθάρισόν με από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος.
Δίδαξον με πως δει προσεύχεσθαι.
Ευλόγησον την ημέραν ταύτην ήν εχάρισάς μοι, τω αναξίω δούλω Σου.
Ικάνωσόν με τη δυνάμει της Χάριτός Σου αδιαλείπτως ομιλείν και εργάζεσθαι προς την Σην δόξαν εν πνεύματι καθαρότητος, ταπεινώσεως, υπομονής, αγάπης, ευγενείας, ειρήνης, ανδρείας και σοφίας, επιγινώσκειν αεί την απανταχού παρουσίαν Σου.
Κύριε ο Θεός, δείξόν μοι την οδόν του θελήματός Σου εν τη απείρω Σου αγαθότητι και αξίωσόν με πορεύεσθαι ενώπιόν Σου χωρίς αμαρτίας.
Καρδιογνώστα Κύριε, Συ επιγινώσκεις πάσαν μου ένδειαν, Συ γινώσκεις την τυφλότητα και την άγνοιάν μου, Συ γινώσκεις την αστάθειαν και την διαφθοράν της ψυχής μου.
Αλλ’ ουδ’ ο πόνος ουδ’ η αγωνία η εμή κεκρυμμένα Σοι τυγχάνει. Επάκουσον της δεήσεώς μου και δίδαξόν με τω Πνεύματί Σου τω Αγίω, οδόν εν ή πορεύσομαι.
Μη εγκαταλείψης με, ότι η διεφθαρμένη μου θέλησις οδηγήση με προς άλλας οδούς, αλλά βιαίως επανάγαγέ με προς Σε.
Δος μοι, τη δυνάμει της Σης αγάπης, στερεωθήναι με εις το αγαθόν.
Φύλαξον με από παντός λόγου ή έργου ψυχοφθόρου, από πάσης εσωτερικής και εξωτερικής κινήσεως μη ευαρέστου ενώπιόν Σου και επιβλαβούς δια τον αδελφόν μου.
Δίδαξόν με πώς δει και τι με δει λαλείν.
Εάν το Σον θέλημα εστι του μη αποκριθήναι με δος μοι πνεύμα ειρηναίας σιωπής, αλύπου και ακινδύνου δια τον αδελφόν μου.
Νομοθέτησόν με εν τη τρίβω των εντολών Σου και έως εσχάτης μου αναπνοής μη επιτρέψης παρεκκλίναι με από του Φωτός των προσταγμάτων Σου, έως ότου καταστώσιν ο μοναδικός νόμος πάσης υπάρξεώς μου, προσκαίρου τε και αιωνίου.
Δέομαί Σου ο Θεός ελέησόν με.
Λύτρωσαί με από της θλίψεως και αθλιότητός μου και μη αποκρύψης απ’ εμού την οδόν της σωτηρίας. Εν τη αφροσύνη μου, ο Θεός, περί πολλών και μεγάλων δέομαί Σου, γινώσκων αεί την εμήν κακότητα, την αδυναμίαν και φαυλότητα κράζω Σοι: ελέησόν με.
Μη απορρίψης με από του Προσώπου Σου ένεκεν της αλαζονείας μου.
Δος και αύξησον εν εμοί τω αχρείω την δύναμιν του αγαπάν Σε, κατά τας εντολάς Σου, εξ όλης της καρδίας μου, εξ όλης της ψυχής μου, εξ όλης της διανοίας μου, εξ όλης της ισχύος μου, και δι’ όλου του είναι μου.
Ναι, ο Θεός, δίδαξόν με δικαίαν κρίσιν και γνώσιν τω Πνεύματί Σου τω Αγίω.
Δος μοι του γνώναι την Αλήθειάν Σου προτού με απελθείν εκ της ζωής ταύτης.
Παράτεινον τας ημέρας της ζωής μου έως ότου Σοι προσφέρω μετάνοιαν αληθινήν.
Μη αναγάγης με εν ημίσει ημερών μου μηδέ εν ώ ο εμός νους τετυφλωμένος εστί.
Και όταν ευδοκήσης ελθείν το τέλος της ζωής μου προγνώρισόν μοι τον θάνατον, ίνα η ψυχή μου ετοιμασθή προς συνάντησίν Σου.
Έσο μετ’ εμού, Κύριε, εν εκείνη τη ώρα τη φοβερά και απόδος μοι την αγαλλίασιν του Σωτηρίου Σου.
Καθάρισόν με από παντός αμαρτήματος φανερού και αποκρύφου, από πάσης ανομίας κεκρυμμένης εν εμοί και δώρησόν μοι καλήν απολογίαν ενώπιον του φοβερού βήματός Σου. Ο Θεός, κατά το μέγα έλεός Σου και την άμετρον φιλανθρωπίαν Σου, επάκουσον της δεήσεώς μου.
Πνευματικές συμβουλές
«Ο καθηγιασμένος γάμος, ο πειθαρχημένος, ο χωρίς διαστροφήν, διατηρεί τον άνθρωπον φυσικώς και ηθικώς, ενώ πάσα άλλη μορφή σαρκικής απολαύσεως, έστω και υπό ονειρώδη μόνον μορφήν, διαφθείρει ολόκληρον τον άνθρωπον ήτοι την ψυχήν και το σώμα»
«Όσο μεγαλύτερη η αγάπη τόσο μεγαλύτερη η οδύνη της ψυχής. Όσο πληρέστερη η αγάπη τόσο πληρέστερη η γνώση. Όσο πιο φλογερή η αγάπη τόσο πιο πύρινη η προσευχή. Όσο τελειότερη η αγάπη, τόσο αγιότερος ο βίος»
«Η Χριστιανική διακονία συνεπάγεται ευσπλαχνία αγάπης. Είναι αναγκαίο ή να δεχθούμε μέσα στην καρδιά μας τις δυσκολίες και τη θλίψη αυτών που προσέρχονται σε εμάς ή αλλιώς να εισέλθουμε εμείς στην καρδιά, στα βάσανά τους, να ταυτισθούμε μαζί τους.»
***
«Κατά την διάρκεια της προσευχής υπέρ των ανθρώπων η καρδιά αισθάνεται μερικές φορές την πνευματική ή την ψυχική κατάσταση εκείνων για τους οποίους απευθύνει στο Θεό την προσευχή.
Αγαπητοί μου αδελφοί και αδελφές, ανοίξτε την καρδιά σας, για να χαράξει εκεί το Αγιο Πνεύμα την εικόνα του Χριστού. Τότε θα γίνετε σιγά-σιγά ικανοί να έχετε μέσα σας τη χαρά και το πένθος, το θάνατο και την ανάσταση.
Κοιτάξτε το μεγαλειώδες θέαμα που ο Θεός μας φανέρωσε στη δημιουργία του κόσμου, στην κατασκευή του ανθρώπου «κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν» Του. Εκείνο που αναζητούμε δεν περιορίζεται στη μικρή μας καθημερινή ζωή. Αναζητούμε να είμαστε με τον Θεό και να αποκτήσουμε μέσα μας τη ζωή σε όλο το πλάτος, το κοσμικό και το θείο.
Για την Ορθόδοξη Εκκλησία η σωτηρία του ανθρώπου είναι η θέωσή του.
Μην έχετε υπερβολική εμπιστοσύνη στην ανώτερη μόρφωση που αποκτήσατε στον κόσμο. Ο πολιτισμός στον οποίο ζούμε είναι κουλτούρα της πτώσεως.
Τι σημαίνει σωτηρία; Ο θάνατος του σώματος είναι άραγε η προϋπόθεση για την είσοδο στη Βασιλεία του Χριστού; Πως μπορούμε να αναπτύξουμε την ικανότητά μας να ζούμε σύμφωνα με τις εντολές του Χριστού, σύμφωνα με το Αγιο Πνεύμα; Ενα μόνο έχει σημασία: να φυλάξουμε την ένταση της προσευχής και της μετάνοιας. Τότε ο θάνατος δε θα είναι ρήξη, αλλά μετάβαση στη Βασιλεία, για την οποία θα έχουμε ετοιμασθεί με την κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, με την προσευχή και την επίκληση του Ονόματός Του: «Κύριε, Ιησού Χριστέ, ο θεός ημών, ελέησον ημάς και τον κόσμον Σου».
***
«Η απελπισία είναι η απώλεια της συνειδήσεως ότι ο θεός θέλει να μας δώσει την αιώνεια ζωή. Ο κόσμος ζει στην απελπισία. Οι άνθρωποι έχουν καταδικάσει οι ίδιοι τον εαυτό τους στο θάνατο. Πρέπει να παλέψουμε σώμα προς σώμα με την ακηδία.»
«Καταξίωσον, Κύριε, εν τη ημέρα ταύτη αναμαρτήτους φυλαχθήναι ημάς». Πολλές φορές επανέλαβα αυτή την προσευχή της Εκκλησίας. Η επί γης αναμάρτητη ζωή μας ανοίγει τις πύλες του Ουρανού. Δεν είναι ο πλούτος των γνώσεων που σώζει τον άνθρωπο. Είναι η αναμάρτητη ζωή που μας προετοιμάζει για τη ζωή με τον Θεό στο μέλλοντα αιώνα. Η χάρη του Αγίου Πνεύματος μας διδάσκει τις αιώνειες αλήθειες κατά το μέτρο που ζούμε σύμφωνα με τις εντολές: «Αγαπήσεις τον Θεό σου, τον Δημιουργό σου, με όλο το είναι σου και αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Ναί, κρατείτε πάντοτε αυτές τις εντολές.
«Ποια στάση να κρατάμε στην εκκλησία; Πρέπει να στεκόμαστε με ένταση και αυτοσυγκέντρωση. Να έχουμε ένταση, δηλαδή μεγάλη προσοχή, ώστε να μην διαχέεται ο νους μας με επιφανειακά πράγματα και αλλότριες σκέψεις.»
«Οι πιστεύοντες εις τον Χριστόν διά πίστεως ελευθέρας πάσης αμφιβολίας ως Θεόν δημιουργόν και Θεόν σωτήρα ημών, εν παραφορά μετανοίας, λαμβάνουν πείραν και του Αδου και της Αναστάσεως, πρίν ή γευθούν του σωματικού θανάτου».
Αι μοναχικαί υποσχέσεις
Πολλοί νομίζουν ότι κυριωτέρα διαφορά της μοναχικής από της συνήθους μορφής ζωής των άλλων ανθρώπων έγκειται εις την αγαμίαν. Αλλά συμφώνως προς τους αρχαίους Πατέρας και τους συγχρόνους ασκητάς μεγαλυτέραν σπουδαιότητα έχει η υπακοή, διότι ουχί σπανίως άνθρωποι διέρχονται την ζωήν αυτών εν αγαμία, χωρίς να είναι μοναχοί, ουχί μόνον υπό την μυστηριακήν έννοιαν, αλλ' ούτε και κατά το πνεύμα. Και η ακτημοσύνη, εάν εννοήσωμεν αυτήν απλώς ως ικανότητα να αρκείταί τις εις τα ολίγα, είναι δυνατόν να ευρεθή και εις ανθρώπους εντελώς ξένους προς το μοναχικόν πνεύμα. Προς τούτοις, σκοπός ημών δεν είναι να αξιολογήσωμεν τας θεμελιώδεις μοναχικάς υποσχέσεις ως προς την σπουδαιότητα αυτών. Μάλλον πρέπει να καταδείξωμεν ότι δια της συμβολής και των τριών υποσχέσεων δημιουργούνται αι απαραίτητοι προϋποθέσεις, αι οποίαι ευνοούν την επίτευξιν του κυρίου σκοπού του ασκητού, ήτοι της απαθείας (της νίκης επί των παθών) και της καθαράς προσευχής.
1. Η υπακοή
Η υπακοή είναι η βάσις του μοναχισμού. Ο λόγος περί αυτής καθίσταται ιδιαιτέρως δύσκολος, διότι, καίτοι άρχεται εκ φαινομενικώς χονδροειδών και αφελών μορφών, ανυψοί τον άνθρωπον προς εκείνον τον κόσμον, ο οποίος δεν περιγράφεται, διότι ουδεμία ανθρωπίνη έννοια δύναται να αποδώση ο,τιδήποτε περί αυτού. Η υπακοή αποτελεί τρόπον τινά ιερόν απόρρητον, το οποίον αποκαλύπτεται μόνον δια του Αγίου Πνεύματος, και το οποίον συγχρόνως είναι μυστήριον και ζωη εν τη Εκκλησία. Η υπακοή, ως αποταγή του ιδίου θελήματος και φρονήματος, είναι δυνατόν να φανή ως έργον αντίθετον προς τον σκοπόν του Θεού περί του ανθρώπου, του πεπροικισμένου δι' ελευθερίας ομοίας προς την εαυτού και κεκλημένου ίνα συμβασιλεύση μετ Αυτού δυνάμει της ελευθερίας ταύτης. Πολλοί, δια της παραδόσεως της θελήσεως και της λογικής εις την εξουσίαν άλλου προσώπου, έστω και ιερωμένου, θα ησθάνοντο κενόν τι υποκάτω των ποδών αυτών. Το βήμα τούτο θα εφαίνετο εις αυτούς ως πτώσις εις την άβυσσον του σκότους, ως απώλεια της προσωπικότητος αυτών, ως παράδοσις εαυτών εις την φρικτήν δουλείαν, ως αυτοεκμηδενισμός. Αλλ' εις εκείνους οι οποίοι δια της πίστεως ηκολούθησαν την διδασκαλίαν της Εκκλησίας και επραγματοποίησαν τοιαύτην αποταγήν εν τω πνεύματι αυτής της διδασκαλίας, η υπακοή απεδείχθη ανεκφράστως μέγα δώρον άνωθεν. Ο «υποτακτικός» δύναται να παραβληθή προς αετόν, ο οποίος δια της δυνάμεως των πτερύγων αυτού υψούται προς τα ύψη και ηρέμως παρατηρεί το διάστημα το χωρίζον αυτόν από της γης, χαίρων δια την ασφάλειαν αυτού, δια την κυριαρχίαν αυτού επί του ύψους, το οποίον δια τους άλλους είναι απρόσιτον και θανασίμως φοβερόν. Αναθέτων μετ' εμπιστοσύνης, προθυμίας, αγάπης και χαράς την θέλησιν αυτού και πάσαν την κρίσιν περί εαυτού εις τον πνευματικόν αυτού πατέρα, ο υποτακτικός1 δι' αυτού ακριβώς του τρόπου ελευθερούται εκ του βαρέος φορτίου των επιγείων φροντίδων και γνωρίζει την ανεκτίμητον εκείνην δωρεάν —την εν Θεώ καθαρότητα του νοός.
Ο μοναχισμός είναι προ παντός καθαρότης νοός. Άνευ υπακοής είναι αδύνατον να επιτευχθή τούτο, και ως εκ τούτου άνευ υπακοής δεν υπάρχει μοναχισμός. Ο ανυπότακτος δεν είναι μοναχός κατά την αληθή έννοιαν της κλήσεως ταύτης. Είναι δυνατόν να κατορθώση τις μεγάλας δωρεάς του Θεού και εκτός του μοναχισμού μέχρι και της τελειότητος των μαρτύρων, αλλ' η καθαρότης του νου είναι ιδιαιτέρα τις δωρεά προς τον μοναχισμόν, άγνωστος εις τας άλλας θεαρέστους οδούς. Ο μοναχός γνωρίζει την κατάστασιν ταύτην ουχί άλλως, ει μη δια της ασκήσεως της υπακοής. Ιδού διατί θεωρούμεν αυτήν ως την κυρίαν βάσιν του μοναχισμού, εντός της οποίας περικλείονται αι άλλαι δύο υποσχέσεις ως φυσική τις συνέπεια. Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, επί παραδείγματι, εκφράζεται ως εξής: «Μητηρ αγνείας, ησυχία συν υπακοή. Η μεν εξ ησυχίας κατορθουμένη του σώματος απάθεια, κόσμω πολλάκις πλησιάζουσα, ουκ ασάλευτος έμεινεν• η δε εξ υπακοής προσγινομένη, πανταχού δόκιμος και ακράδαντος»2.
Και περί της ακτημοσύνης λέγει ότι εκείνος ο οποίος παρέδωκεν (εις την υπακοήν) και την εαυτού ψυχήν θα μεριμνά άρα γε περί κτήσεων;...Ούτως η υπακοή, δια της ξενιτείας εκ του κόσμου και της απαρνήσεως του ιδίου θελήματος,...«ώσπερ εν χρυσαίς πτέρυξι προς τον ουρανόν (της απαθείας) αόκνως ανέρχεται η οσία»3.
Η υπακοή είναι πνευματικόν μυστήριον εν τη Εκκλησία και, ως εκ τούτου, αι σχέσεις μεταξύ Γεροντος και υποτακτικού έχουν ωσαύτως ιερόν χαρακτήρα. Ως είπομεν ανωτέρω, το μυστήριον τούτο δια τον υποτακτικόν έγκειται εις την εκμάθησιν να πράττη το θέλημα του Θεού, ώστε να εισέλθη εις την σφαίραν αυτού του Θείου Θελήματος, και ούτω να καταστή μέτοχος της Θείας ζωής. Δια δε τον Γεροντα το μυστήριον τούτο συνίσταται εις το να οδηγήση τον υποτακτικόν δια της προσευχής και του αγώνος της ζωής αυτού εις την γνώσιν της οδού ταύτης και να καλλιεργήση εις αυτόν την αληθινήν ελευθερίαν, άνευ της οποίας η σωτηρία καθίσταται αδύνατος.
Η αληθινή ελευθερία υπάρχει εκεί, «ου το Πνεύμα Κυρίου» (Β' Κορ. γ' 17), και δια τούτο σκοπός της υπακοής, όπως και της χριστιανικής ζωής εν γένει, είναι η απόκτησις του Αγίου Πνεύματος.
Ουδέποτε φιλοδοξεί ο πνευματικός να υποδουλώση την θέλησιν του υποτακτικού εις την ιδίαν αυτού «ανθρωπίνην» θέλησιν, αλλά κατά την πορείαν της καθ' ημέραν κοινής ζωής αυτών είναι δυναταί τοιαύται περιπτώσεις, κατά τας οποίας ο πνευματικός επιμένει εις την εκπλήρωσιν της υποδείξεως αυτού. Εις δόκιμος όμως υποτακτικός δεν θα ηνάγκαζε ποτέ τον πνευματικόν αυτού να φθάση μέχρις του σημείου τούτου.
Ο αγών του πνευματικού οδηγού είναι βαρύτερος του αγώνος του υποτακτικού λόγω της μεγάλης ευθύνης αυτού ενώπιον του Θεού. Αλλ' η ευθύνη αύτη βαρύνει τον πνευματικόν μόνον τότε, όταν ο μαθητής άνευ επιφυλάξεως υπακούη εις αυτόν. Εν εναντία περιπτώσει άπαν το βάρος της απολογίας δια τας πράξεις αυτού φέρει ο ίδιος ο υποτακτικός, όστις τοιουτοτρόπως δεν ωφελείται εκ της υπακοής. Ο θεσμός του Γεροντος εν τούτοις ουδέποτε υφίσταται δια να απαλλάσση τους υποτασσομένους εκ πάσης ευθύνης, αλλά δια να διδάσκη εις αυτούς την γνησίαν χριστιανικήν ζωήν και την αληθινήν χριστιανικήν ελευθερίαν, χάριν των οποίων είναι αναγκαίον δια της υπακοής να υπερνικήσουν το πάθος της φιλαρχίας και της φιλοδοξίας. Ο άνθρωπος ο οποίος υποδουλοί τον αδελφόν-συνάθρωπον αυτού, η έστω επιβουλεύεται την ελευθερίαν αυτού, καταστρέφει αφεύκτως την ιδίαν αυτού ελευθερίαν, διότι η τοιαύτη επιδίωξις αποτελεί καθ' εαυτήν πτώσιν εκ της Θείας ζωής της αγάπης, εις την οποίαν εκλήθη ο άνθρωπος.
Εν των κυριωτέρων κωλυμάτων, δια να φθάση τις εις την κατάστασιν, προς την οποίαν καλεί ημάς η εντολή του Χριστού, είναι η φιλαυτία, ο εγωϊσμός ημών. Η υπακοή είναι η καλυτέρα οδός προς υπερνίκησιν της εντός ημών συνεπείας του προπατορικού αμαρτήματος. Όταν κόπτωμεν το θέλημα ημών ενώπιον του αδελφού, υπερνικώμεν εκείνα τα «ρήγματα», τα οποία δια της πτώσεως του Αδάμ κατέτεμον την φύσιν ημών, ενώ αύτη ήτο κατ' αρχάς ενιαία, «προς τον Θεόν συνηγμένη». Ποθεν λοιπόν πηγάζει ο αγών ούτος των αντιμαχομένων θελήσεων εν ημίν, εφ' όσον εν τω Θεώ μία μόνον Θελησις υπάρχει;
Όταν «κόπτωμεν» το θέλημα ημών ενώπιον του Θεού, παραδιδόμενοι εις το θέλημα Αυτού και «μισούντες» τας μικράς «ατομικάς» ημών επιθυμίας, καθιστάμεθα ικανοί να δεχθώμεν και να φέρωμεν εντός ημών την ενέργειαν του Θείου Θελήματος. Τελειούμεθα εν τη υπακοή εις τον Θεόν και τον αδελφόν ημών, τελειούμεθα εν τη αγάπη, διευρύνομεν το είναι ημών, μέχρι να φθάσωμεν εις την πληρότητα της Θεανδρικής υπάρξεως κατ' εικόνα του Θεανθρώπου Χριστού, διότι δεν υπάρχουν όρια εις την αγάπην του Θεού προς τον άνθρωπον. Μολονότι κατά την ουσίαν Αυτού ο Θεός είναι και παραμένει αιωνίως απρόσιτος και ακοινώνητος εις την κτίσιν, όμως κατά την ενέργειαν και την χάριν Αυτού επιθυμεί να ενωθή μετά του ανθρώπου τοσούτον στενώς και τοσούτον πλήρως, ώστε ο άνθρωπος να καταστή κατά χάριν θεός, όμοιος προς τον Θεόν-Δημιουργόν κατά την εικόνα της υπάρξεως Αυτού. Η Θεία Αποκάλυψις λέγει: «Ο νικών, δώσω αυτώ καθίσαι μετ' Εμού εν τω Θρόνω Μου» (Αποκ. γ' 21).
Ο νοήμων άνθρωπος της σήμερον, δια της προς πάσαν κατεύθυνσιν ανεπτυγμένης κριτικής αυτού στάσεως, είναι ασυγκρίτως ολιγώτερον ικανός προς άσκησιν της μοναχικής υπακοής η ο απλούς άνθρωπος, ο απείραστος της περιεργείας του νοός. Ο πρώτος αγαπά το κριτικόν αυτού πνεύμα και πιστεύει συνήθως ότι εις αυτό κυρίως οφείλει την αξίαν αυτού, θεωρών τούτο ως θεμέλιον της «προσωπικής» αυτού ζωής. Δια τούτο είναι ανάγκη, πριν γίνη υποτακτικός, να απαρνηθή τον πλούτον τούτον, άλλως, κατά τον λόγον του Χριστού (βλ. Λουκ. ιδ' 33), δεν θα δυνηθή να εισέλθη εις την Βασιλείαν. Αλλά πως είναι δυνατόν να επιτευχθή τούτο; Μηπως εκείνος ενώπιον του οποίου κόπτει το θέλημα αυτού δεν είναι κοινός άνθρωπος, όμοιος προς πάντας ημάς, και δεν αποκλείεται ενίοτε να φαίνηται και κατώτερος; Και αρχίζει να διαλογίζηται ούτος: «Τι είναι ο Γερων; Μηπως είναι μάντις; Και πόθεν γνωρίζει ούτος το θέλημα του Θεού; Ο Θεός έδωκεν εις ημάς λογικόν και ημείς οφείλομεν να κρίνωμεν. Ιδού, επί παραδείγματι, εκείνο το οποίον νυν είπεν εις εμέ ο Γερων είναι τελείως παράλογον», και ούτω καθ' εξής. Η τοιαύτη στάσις έναντι του Γεροντος προσδίδει εις πάντα λόγον αυτού, εις πάσαν υπόδειξιν αυτού, χαρακτήρα αβεβαιότητος και σχετικότητος. Ο τοιούτος υποτακτικός επιλανθάνεται ότι το θέλημα του Θεού εις τούτον τον κόσμον φανερούται υπό τας αυτάς σχετικάς μορφάς, υπό τας οποίας φανερούται και η φυσική θέλησις του ανθρώπου, καθώς και η των δαιμονίων, η οποία υποβάλλεται εις τους ανθρώπους. Κρίνει κατά το εξωτερικόν, όπως εν γένει αρμόζει εις τον «λογικόν» άνθρωπον να κρίνη, και ως εκ τούτου αδυνατεί να εύρη την οδόν της ζώσης πίστεως.
Ο Άγιος Ιωάννης λέγει: «Όσοι τας εαυτών ωνάς εκουσίως σπεύδετε γράψαι, αντ' εκείνων ελευθερίαν γραφήναι υμίν βούλεσθε»4. Ούτως η πείρα της υπακοής αποβαίνει, εν τέλει, πείρα της αυθεντικής εν τω Θεώ ελευθερίας.
Εκ της εμπειρίας της στάσεως αυτού ενώπιον της Θείας αληθείας ο ασκητής πείθεται ακραδάντως περί της ατελείας του λογικού αυτού. Και τούτο αποτελεί σημαντικόν σταθμόν εις την ζωήν του ασκητού. Δια της απιστίας εις την ιδίαν αυτού «λογικήν» κρίσιν ο μοναχός ελευθερούται εκ του εφιάλτου, υπό τον οποίον ζη άπασα η ανθρωπότης.
Υπάρχουν δύο κατηγορίαι μοναχών: Οι μεν έχουν το δώρον της απλής, αμέσου πίστεως και εισέρχονται ευκόλως εις την οδόν της υπακοής• οι άλλοι, καίτοι έχουν τον σφοδρόν πόθον προς τον Θεόν και τον ζήλον να ζήσουν κατά τας εντολάς του Κυρίου, εν τούτοις μετά μεγάλου κόπου ελευθερούνται εκ της αυτοπεποιθήσεως και μανθάνουν την υπακοήν. Όταν δε πλήρεις πίστεως εις τον Θεόν, τον διαφυλάττοντα ημάς, και προς τον πνευματικόν αυτών πατέρα, αποτάσσωνται του θελήματος και της «κρίσεως» αυτών, τότε, εκ του βάθους της εσωτερικής αυτών πείρας, μετά χαράς πείθονται ότι έφθασαν εις την «πηγήν ύδατος, αλλομένου εις ζωήν αιώνιον» (Ιωάν. δ' 14).
Πραγματοποιών την απάρνησιν της ιδίας θελήσεως και κρίσεως χάριν διαμονής εν τη οδώ του θελήματος του Θεού, το οποίον υπερβαίνει πάσαν ανθρωπίνην σοφίαν, ο μοναχός κατ' ουσίαν ουδενός άλλου αποτάσσεται, ει μη μόνον του εμπαθούς εγωκεντρικού θελήματος αυτού και της ασθενούς μικράς αυτού διανοίας• και δι' αυτού του τρόπου προδίδει αληθή σοφίαν, θέλησιν σπανίας δυνάμεως και ζωήν ανωτέρας υψηλής ποιότητος. Δια της οδού ταύτης, κατά τρόπον ακατάληπτον και εις αυτόν τον ίδιον, ευκόλως ανυψούται εις επίπεδον το οποίον ουδέποτε δύνανται να φθάσουν η να εννοήσουν άνθρωποι και υψίστης εισέτι διανοητικής καλλιεργείας. Η κατάστασις αύτη, καθώς ελέχθη ανωτέρω, είναι η εν τω Θεώ καθαρότης του νου. Η υπακοή είναι η οδός της πίστεως, «της νικησάσης τον κόσμον» (πρβλ. Α' Ιωάν. ε' 4). Αλλ' ουδόλως κατανοούν πάντες το μυστήριον τούτο. Ο Άγιος Ιγνάτιος Μπραντζιανίνωφ εις μίαν επιστολήν αυτού γράφει: «Πιστεύομεν, καθώς οι Άγιοι Πατέρες εδίδαξαν ημάς, ότι επ' ουδενί λόγω δύναται να αποδεχθή ο άνθρωπος την οδόν της υπακοής, όσον και αν προσπαθήση τις να διδάξη αυτόν τούτο, εάν ο Κυριος δεν ενεργήση εις αυτόν προς κατανόησιν αυτής• άλλως, και αν έχη ενώπιον αυτού τους ιδίους τους Αγίους Αποστόλους, ενδέχεται να λιθοβολήση και αυτούς»5.
Η μοναχική υπακοή δεν είναι «πειθαρχία». Ουδέν ανθρώπινον καθεστώς δύναται να ευσταθήση άνευ συντονισμού των ενεργειών των μελών αυτού. Τοιούτος συντονισμός κατορθούται δια της πειθαρχίας, η ουσία της οποίας έγκειται εις την υποταγήν της ανθρωπίνης θελήσεως του κατωτέρου εις την ανθρωπίνην θέλησιν του ανωτέρου η της «πλειονότητος». Τοιαύτη υποταγή κατορθούται συνήθως δι' εξαναγκασμού• αλλά και εν τη περιπτώσει της εκουσίου εισέτι και συνετής αποδοχής της πειθαρχίας, ως απαραιτήτου συνθήκης δια την ύπαρξιν της κοινωνίας, δεν παύει αύτη να είναι πειθαρχία, εφ' όσον η θεμελιώδης αυτής αρχή είναι η υποταγή εις ανθρωπίνην θέλησιν.
Η μοναχική υπακοή είναι πράξις θρησκευτική και, ως τοιαύτη, οπωσδήποτε πρέπει να είναι ελευθέρα, άλλως στερείται της θρησκευτικής σημασίας αυτής. Η υπακοή μόνον τότε είναι πνευματικώς καρποφόρος, όταν φέρη χαρακτήρα ελευθέρας εκκοπής του ιδίου θελήματος και της ιδίας «κρίσεως» ενώπιον του Γεροντος χάριν αναζητήσεως των οδών του Θείου Θελήματος. Εν τη αναζητήσει ταύτη του Θελήματος του Θεού περικλείεται η ουσία της υπακοής ημών.
Ο υποτακτικός αναγνωρίζει την ανεπάρκειαν αυτού δι' άμεσον γνώσιν του Θελήματος του Θεού και δια τούτο καταφεύγει προς τον πνευματικόν αυτού πατέρα, εις τον οποίον πιστεύει ότι εδόθη να γνωρίζη τούτο ευκρινέστερον. Ο πνευματικός οδηγός δεν φονεύει την θέλησιν του υποτακτικού και δεν υποδουλοί αυτήν αυθαιρέτως εις την ιδίαν αυτού ανθρωπίνην θέλησιν, αλλ' αναλαμβάνει υπευθύνως το βαρύ φορτίον της ιεράς υπηρεσίας, δια της οποίας μετέχει εις την θείαν πράξιν της δημιουργίας του ανθρώπου.
Ενίοτε αι περιστάσεις της καθ' ημέραν ζωής είναι τοιαύται, ώστε ο πνευματικός οδηγός, φυσικώς ασθενής, ενδέχεται να έχη ανάγκην της βοηθείας του υποτακτικού, αλλά τούτο δεν αλλοιοί την ουσίαν της υπακοής, ως διετυπώθη ανωτέρω. Αλλ' εάν εις τας Μονάς ο Ηγούμενος και οι άλλοι οδηγοί αναγκασθούν να προσφεύγουν εις τον ανθρώπινον εξαναγκασμόν της αδελφότητος, τουτέστι την «πειθαρχίαν», τούτο είναι σαφές σημείον καταπτώσεως του μοναχισμού, ίσως η τελεία λήθη του σκοπού και της ουσίας αυτού.
Από πρακτικής πλευράς, το θέμα της υπακοής συνδέεται στενώς μετά του θέματος της εκλογής η της αναζητήσεως πνευματικού οδηγού, Γεροντος, αλλά αφίνομεν κατά μέρος το ζήτημα τούτο, δια να μη μακρύνωμεν επί πολύ τον λόγον. Θα είπωμεν μόνον ότι κατά την διδαχήν του Αγίου Συμεών του Νεου Θεολόγου και άλλων Πατέρων, εκείνος ο οποίος αληθώς και ταπεινώς, μετά πολλής προσευχής ζητεί δι' εαυτόν οδηγόν εις τας οδούς της Θείας ζωής, ούτος, κατά τον λόγον του Χριστού, «ζητείτε, και ευρήσετε», θα εύρη αυτόν.
Είναι αδύνατον να εξαντλήσωμεν το θέμα τούτο. Η υπακοή εμφανίζεται υπό πολλάς επόψεις και υπό πλέον διαφόρους καταστάσεις. Ο γενικός δε κανών είναι: «Μη εμπιστεύου εις εαυτόν». Τούτο είναι ιδιαιτέρως σπουδαίον δια τους αρχαρίους. Αλλά και οι προβεβηκότες εν τη μοναχική ασκήσει δεν εγκαταλείπουν τον κανόνα τούτον.
Έκαστον εγχείρημα, έκαστον έργον, πρέπει να αναλαμβάνηται μετ' ευλογίας, ούτως ώστε δι' αυτής να ενδύηται τούτο τον χαρακτήρα Θείου έργου. Τοσον τα κοινά και ασήμαντα πράγματα όσον και τα μεγάλα απαιτούν την γνώσιν του Θελήματος του Θεού, διότι εις την ζωήν του ανθρώπου τα πάντα είναι μεγάλα και σπουδαία. Δια της ευλογίας ταύτης όλη η ζωη λαμβάνει ιερόν χαρακτήρα και έκαστον έργον μόνον τότε αποβαίνει αυθεντικώς αιώνιον, όταν τελήται εν ονόματι του Θεού. Ο Χριστός είπε: «Πάσα φυτεία, ην ουκ εφύτευσεν ο Πατήρ Μου ο ουράνιος, εκριζωθήσεται» (Ματθ. ιε' 13). Δια της υπακοής η αιώνιος ζωη καθίσταται πραγματικότης ήδη εντεύθεν. Ο καλός υποτακτικός αισθάνεται την παρουσίαν του Πνεύματος του Θεού, το Οποίον δίδει εις την ψυχήν ουχί μόνον βαθείαν ειρήνην, αλλά και αναμφισβήτητον αίσθησιν της «μεταβάσεως αυτής εκ του θανάτου εις την ζωήν».
2. Η παρθενία και η σωφροσύνη
Η παρθενία και η σωφροσύνη συνιστούν την δευτέραν κυρίαν υπόσχεσιν του μοναχισμού. Η αντίληψις περί της παρθενίας, ως περί ζωής κατ' εικόνα της ζωής του Ιησού Χριστού, είναι παραδόξως τοσούτον ολίγον αποδεκτή υπό του συγχρόνου κόσμου, έτι δε και υπό των χριστιανών, ώστε καθίσταται απαραίτητον να εκθέσωμεν την δογματικήν βάσιν αυτής της υποσχέσεως. Η δισχιλιετής πείρα της Εκκλησίας μετ' ακαταμαχήτου αξιοπιστίας κατέδειξεν ότι ο αποκλεισμός της γενετησίου λειτουργίας εκ της ζωής της ανθρωπίνης προσωπικότητος ουχί μόνον δεν επιφέρει βλάβην εις την ψυχικήν και φυσιολογικήν υγείαν του ανθρώπου, αλλ' αντιθέτως, ορθώς χρησιμοποιουμένη αυξάνει και την φυσικήν ανθεκτικότητα και την μακροβιότητα και την ψυχικήν υγείαν και την πνευματικήν ανάπτυξιν αυτού.
Κατά τας τελευταίας δεκαετίας είναι δυνατόν να παρατηρήση τις πλήθος επιστημονικών εργασιών, αι οποίαι διαπιστούν την πνευματικήν γονιμότητα εκείνου το οποίον η σύγχρονος ψυχολογία ονομάζει «εξαϋλούσαν αγνείαν».Πρέπει να χαίρη τις δια την διαπίστωσιν ταύτην, διότι εις πάσαν εποχήν δεν έπαυσάν τινες να διαστρέφουν την έννοιαν της μοναχικής σωφροσύνης, έτι δε και να αντιτίθενται προς αυτήν, ως προς φαινόμενον παθολογικόν και παρά φύσιν. Εν τούτοις οφείλομεν να είπωμεν ότι η σύγχρονος επιστημονική πείρα εις τον τομέα αυτόν είναι εισέτι μακράν της δυνατότητος να συγκριθή προς την αδιάκοπον και αιωνόβιον πείραν της Εκκλησίας και να έχη τρόπον τινά την αξίωσιν να διορθώση η να εμπλουτίση αυτήν. Εκ τούτου ευκόλως κατανοείται το μικρόν ενδιαφέρον των μοναχών προς ταύτην.
Αντιπαρερχόμενοι την λεπτομερή εξέτασιν του ζητήματος τούτου από δογματικής και ανθρωπολογικής απόψεως, θα είπωμεν μόνον ότι δι' ημάς κύριον και αναμφισβήτητον τεκμήριον δικαιώσεως αυτής της υποσχέσεως, εις το οποίον άλλως τε οδηγούν πάσαι αι άλλαι αποδείξεις, είναι το γεγονός της εν παρθενία επιγείου ζωής του Κυρίου: «Υπόδειγμα γαρ δέδωκα υμίν» (Ιωάν. ιγ' 15). Μονον εις τελείως ασύνετος θα τολμήση να είπη ότι η ζωη του Χριστού υπήρξε «παρά φύσιν». Ενώπιον ημών των χριστιανών ίσταται το απόλυτον αίτημα: να ομοιωθώμεν, ει δυνατόν, προς τον Άνθρωπον-Χριστόν (εν πάσιν), ούτως ώστε δια της ομοιώσεως αυτής να κατορθώσωμεν την ομοίωσιν προς τον Θεόν, ως τον ύστατον σκοπόν και την υψίστην έννοιαν της υπάρξεως ημών. Ο Άγιος Βαρσανούφιος ο Μεγας λέγει περί της υπακοής: «Κράτει την υπακοήν, την αναφέρουσαν εις τον ουρανόν, και ομοίους τω Υιώ του Θεού ποιούσαν τους κτωμένους αυτήν»6. Αλλά το αυτό οφείλομεν να είπωμεν και περί της παρθενίας και σωφροσύνης. Κατά την πεποίθησιν του Αγίου Μεθοδίου του Ολύμπου (+311), εκφραζομένην εις το «Συμπόσιον των δέκα παρθένων» —έργον το οποίον ανακεφαλαιοί τας απόψεις της Εκκλησίας των πρώτων αιώνων περί παρθενίας— δεν δύναται άλλως να οδηγηθή τις όντως εις το «καθ' ομοίωσιν» Θεού, ει μη μόνον δια της προσλήψεως και φανερώσεως εν τη γηΐνη υπάρξει αυτού των χαρακτήρων της εικόνος εκείνης, η οποία εφανερώθη εις ημάς δια του ενανθρωπήσαντος Χριστού. Συνεχώς συναντώμεθα μετά της διδασκαλίας της Εκκλησίας περί σωτηρίας, εννοουμένης ως θεώσεως. Αλλά διερωτάται τις: Που δυνάμεθα να εύρωμεν το αξιόπιστον και, ούτως ειπείν, οφθαλμοφανές και ψηλαφητόν (βλ. Α' Ιωάν. α' 1) κριτήριον της καταστάσεως ταύτης; Αναμφιβόλως, μόνον δια της ομοιώσεως προς τον «εν σαρκί» φανερωθέντα Θεόν είναι δυνατόν να ομοιωθώμεν προς Αυτόν και κατά την υπερκόσμιον και αιώνιον Αυτού ύπαρξιν. Προς τούτο ακριβώς το σημείον ήτο πάντοτε εστραμμένη η θεολογική σκέψις της Εκκλησίας από των πρώτων χρόνων της ιστορίας αυτής. Τούτο αντανακλάται και εις τα λειτουργικά κείμενα7 και εις τα μνημεία της αγιοπατερικής γραμματείας. Παραδειγματικώς θα παραθέσω τινά εξ αυτών.
Εις την πρώτην εκ των δύο «Προς Παρθένους» επιστολών, αι οποίαι εσφαλμένως αποδίδονται εις τον Άγιον Κλήμεντα Ρωμης (+103), αναγινώσκομεν: «Η αγία Παρθένος είναι εκείνη, η οποία έφερεν εις τους κόλπους Αυτής τον Υιόν του Θεού, τον Κυριον ημών Ιησούν Χριστόν• ναι, ο προσκυνητός ημών Δεσπότης εδανείσθη εκ της ιεράς αυτής Παρθένου το σώμα δια του οποίου ενεδύθη και το οποίον Ούτος προώριζε δια τας οδύνας και τας βασάνους. Είθε το μέγα τούτο γεγονός να φανερώση εξ ολοκλήρου εις την ψυχήν ημών οπόσον υπέροχος και έξοχος είναι η παρθενία. Κατόπιν αυτού θέλεις να είσαι Χριστιανός; Βαδιζε σταθερώς επί των ιχνών του Ιησού Χριστού. Ο Ιωάννης υπήρξεν άγγελος απεσταλμένος ενώπιον του προσώπου του Κυρίου• και “εν γεννητοίς γυναικών ουκ εγήγερται μείζων Ιωάννου του Βαπτιστού”• και ο άγιος ούτος Άγγελος του Κυρίου ήτο παρθένος... Υπήρξεν ωσαύτως άγιος8 ο έτερος Ιωάννης, ο οποίος ανέπεσεν επί το στήθος του Κυρίου και ο οποίος ηγάπα Αυτόν πολύ, εξ αιτίας του οποίου τοσούτον ηγάπα αυτόν ο Κυριος. Εν συνεχεία ακολουθούν ο Παύλος, ο Βαρνάβας, ο Τιμόθεος και άλλοι, των οποίων τα ονόματα εγράφησαν εν Βιβλω Ζωής• πάντες ούτοι ηγάπησαν το είδος τούτο της αγιότητος, και αγωνιζόμενοι διήλθον αυτό μέχρι του τέλους της ζωής, ως αληθινοί μιμηταί του Χριστού και υιοί του Ζώντος Θεού,... διότι οι όμοιοι προς τον Χριστόν είναι τελείως όμοιοι προς Αυτόν»9.
Ο Άγιος Κυπριανός Καρχηδόνος (+258 μ.Χ.) εν τω βιβλίω αυτού «Περί του ιματισμού των Παρθένων» ομιλών περί της αξίας της παρθενίας λέγει: «Οι παρθένοι είναι ο καρπός του άνθους της Εκκλησίας• η δόξα και η ευπρέπεια της πνευματικής χάριτος... έργον επαίνων και τιμής πλήρες και αδιάφθορον• η εικών του Θεού, η αναλογούσα εις την αγιότητα του Κυρίου• το ενδοξότερον μέρος του ποιμνίου του Χριστού• και όσον αφθονεί η παρθενία εντός των τάξεων αυτής, τοσούτον αυξάνει η χαρά της Μητρός ημών Εκκλησίας»10.
Ο Άγιος Μεθόδιος Ολύμπου, εις το προαναφερθέν έργον αυτού «Συμπόσιον των δέκα Παρθένων» ομιλεί περί της παρθενίας ως περί έργου «άκρως μεγάλου», ως περί «μυστηρίου». Και αναμφιβόλως, εάν ο γάμος είναι μυστήριον, τότε και η παρθενία είναι ωσαύτως μυστήριον της Εκκλησίας.
Η παρθενία και η σωφροσύνη υπό την χριστιανικήν έννοιαν διακρίνονται ουσιωδώς εξ εκείνου το οποίον ηννόουν και μέχρι σήμερον εννοούν οι εκτός Εκκλησίας υπό τας αυτάς λέξεις. Αι έννοιαι παρθενία και σωφροσύνη είναι συγγενείς ουχί όμως ταυτόσημοι. Κατά την μοναχικήν κουράν, εκείνοι οι οποίοι προσέρχονται εις τον μοναχισμόν μετά τον γάμον, η εξωγάμους σχέσεις, απαγγέλλουν την υπόσχεσιν της σωφροσύνης, ήτοι της εις το μέλλον ολοκληρωτικής εγκρατείας, ενώ εκείνοι οι οποίοι δεν εγνώρισαν άλλο σώμα δίδουν την υπόσχεσιν της παρθενίας.
Η σωφροσύνη, όπως δεικνύει και η λέξις αύτη, σημαίνει την ακεραιότητα η την πληρότητα της φρονήσεως. Εν τη Εκκλησία μετά της εννοίας ταύτης συνδέεται ουχί μόνον η νίκη επί της σαρκικής έλξεως και εν γένει επί του «φρονήματος της σαρκός» ήτοι η «νίκη επί της φύσεως», αλλά και η απόκτησις του συνόλου των τελειοτήτων, αι οποίαι προσιδιάζουν εις την φρόνησιν και των οποίων έκφρασις είναι η σταθερά διαμονή εν τω Θεώ «εξ όλης της διανοίας και εξ όλης της καρδίας».Εν τη τελειοτέρα αυτής μορφή η άσκησις της σωφροσύνης αποκαθιστά την κατά το πνεύμα παρθενικήν κατάστασιν του ανθρώπου, υπερφαλαγγίζουσα την ανεπανόρθωτον απώλειαν της σωματικής παρθενίας.
Την γνησίαν παρθενίαν οι Άγιοι Πατέρες ορίζουν ως υπερφυσικήν κατάστασιν. Εν τη τελεία αυτής μορφή θεωρείται ως αδιάκοπος διαμονή εν τη θεία αγάπη, ως εκπλήρωσις της εντολής του Χριστού «αγαπήσεις τον Θεόν εξ όλης της καρδίας, εξ όλης της διανοίας, εξ όλης της ψυχής, εξ όλης της ισχύος.» Υπό το φως του κριτηρίου αυτού, πάσα παρέκκλησις του νου και της καρδίας από της αγάπης του Θεού εκλαμβάνεται ως πνευματική «μοιχεία», ήτοι παράβασις εις βάρος της θείας αγάπης.
Η παρθενία δεν είναι άγνοια της βιολογικής και πλήρως φυσικής ζωής του ανθρώπου. Το μέγιστον και μοναδικόν παράδειγμα της τελειότητος, η Αειπάρθενος Μαρία, κατά τον Ευαγγελισμόν του Αγγέλου περί της γεννήσεως εξ Αυτής Υιού, απήντησε δια της ερωτήσεως: «Πως έσται μοι τούτο, επεί άνδρα ου γινώσκω»; Δι' αυτού κατέδειξεν ότι είχε γνώσιν περί του πράγματος.
Το αδιάφθορον του σώματος δεν είναι εισέτι παρθενία. Εις των μεγαλυτέρων αγίων της Εκκλησίας ημών, ο Μεγας Βασίλειος, μετά πικρίας είπε περί εαυτού: «Και γυναίκα ου γινώσκω και παρθένος ουκ ειμί»11, ήτοι υπό την πλήρη της λέξεως έννοιαν. Εκτός των σχέσεων μετ' άλλου σώματος, υπάρχουν ουχί ολίγα άλλα είδη διαφθοράς και αυτοδιαφθοράς, των οποίων την περιγραφήν αποφεύγει η Ορθόδοξος Εκκλησία, δια να μη δημιουργήση εις τον νουν του ομιλούντος η του ακούοντος εικόνα τινά αμαρτίας. Και εκείνος ο οποίος δεν γνωρίζει την φυσικήν πράξιν, αλλά μόνον δια του νου θα αφεθή εις αυτήν και ονειροπολών θα επιθυμήση αυτήν, ήδη δεν είναι πλήρως παρθένος.
Κατά την εκκλησιαστικήν αντίληψιν υπάρχουν τρεις βαθμοί πνευματικής καταστάσεως του ανθρώπου: η υπερφυσική κατάστασις, η φυσική και η παρά φύσιν η εναντίον της φύσεως. Η παρθενία και η μοναχική σωφροσύνη, εννοούμεναι ως δωρεαί της χάριτος, ανήκουν εις την πρώτην κατάστασιν. Εις την δευτέραν κατατάσσεται ο ευλογημένος γάμος. Πάσα άλλη μορφή σαρκικής ζωής είναι πνευματικώς κατωτέρα η παρά φύσιν. Οι Πατέρες λέγουν «μη επιχειρής το υπέρ φύσιν, ίνα μη πέσης εις το παρά φύσιν». Εκ τούτου έπεται ο κανών ότι ουδείς πρέπει να γίνηται δεκτός εις τον μοναχισμόν άνευ προκαταρκτικής δοκιμασίας. Μοναχός ο οποίος δεν φυλάσσει σωφροσύνην ίσταται επί του επίπεδον της σωτηρίας πολύ χαμηλότερον του εντίμου γάμου, του τιμωμένου εν τη Εκκλησία ως σωτηρίου οδού. Και εάν λάβωμεν υπ' όψιν ότι εκείνος, όστις έδωκεν ήδη τας υποσχέσεις, στερείται του δικαιώματος εκκλησιαστικού γάμου, τότε εκάστη εκ μέρους αυτού παράβασις της αγνοίας θεωρείται ως πτώσις και μάλιστα εις κατάστασιν υπό την φύσιν. Ο καθηγιασμένος γάμος, ο πειθαρχημένος, ο χωρίς διαστροφήν, διατηρεί τον άνθρωπον φυσικώς και ηθικώς, ενώ πάσα άλλη μορφή σαρκικής απολαύσεως, έστω και υπό ονειρώδη μόνον μορφήν, διαφθείρει ολόκληρον τον άνθρωπον, ήτοι την ψυχήν και το σώμα. Η καταστρεπτική αύτη ενέργεια ιδιαιτέρως εντείνεται, όταν ο μοναχός προσκόπτη και δι' αυτού αθετή τας δοθείσας ενώπιον του Θεού υποσχέσεις, διότι εις την περίπτωσιν αυτήν η εσωτερική σύγκρουσις εκ της απωλείας της χάριτος λαμβάνει ασυγκρίτως βαθύτερον χαρακτήρα και αι μαρτυρικαί τύψεις της συνειδήσεως δύνανται να φθάσουν μέχρι του σκότους της απογνώσεως. Αι ονειροπολήσεις περί σαρκικής σχέσεως, εν απουσία της φυσικής πράξεως, ωδήγησαν πολλούς μέχρι σοβαρών ψυχικών νόσων, έτι δε και μέχρι πλήρους παραφροσύνης. Περί της συχνότητος των τοιούτων ολεθρίων περιπτώσεων δύνανται να μαρτυρήσουν και οι ψυχίατροι12.
Η μοναχική σωφροσύνη, ως εν αληθεία «ανθρωπίνη» ζωη κατ' εικόνα του τελείου Ανθρώπου-Χριστού, δεν δύναται να θεμελιωθή επί της αρνήσεως της σαρκικής ζωής, επί της μομφής του ευλογημένου υπό του Θεού και της Εκκλησίας γάμου, επί της αποστροφής η της καταφρονήσεως εκείνης της πράξεως, δια της οποίας «ο άνθρωπος έρχεται εις τον κόσμον» (πρβλ. Ιωάν. ι' 21). Η Εκκλησία εις τας συνοδικάς Αυτής διατάξεις απορρίπτει εκείνους οι οποίοι καταφεύγουν εις τον μοναχισμόν εξ αποστροφής προς τον γάμον η εξ υπερηφάνου εξουδενώσεως αυτού13. Δια τούτο οι Πατέρες εδοκίμαζον έκαστον εκ των επιθυμούντων τον μοναχισμόν, δια να βεβαιωθούν εάν ούτος ήτο όντως κλητός. Υπάρχουν διάφοροι βαθμοί αυτής της κλήσεως. Εις τινας εδόθη να γνωρίσουν την κατάστασιν της εν χάριτι Θεοκοινωνίας εις τοιούτον βαθμόν, ώστε και ο νους και το σώμα αυτών να αισθάνωνται εναργώς τον αγιασμόν αυτών. Δια τους τοιούτους η απόλυτος εγκράτεια υπό την μορφήν ουχί μόνον αποφυγής ενσυνειδήτων φυσικών πράξεων, αλλά και των αντιστοίχων διανοημάτων (έτι και κατά την διάρκειαν του ύπνου) είναι κατηγορική απαίτησις της καταστάσεως του πνεύματος αυτών. Μικροτέρας εντάσεως κλήσις συνιστά κατάστασιν κατά την οποίαν η ψυχή δοκιμάζει έλξιν μόνον προς την σωφροσύνην. Ο νους τότε τείνει προς την καθαρότητα και δυνάμει της εσωτερικής δίψης του αγιασμού ενστικτωδώς απωθεί του σαρκικούς «λογισμούς». Πολλοί εισέρχονται εις την μοναχικήν άσκησιν εκκινούντες εκ τοιαύτης καταστάσεως, η οποία, καίτοι είναι ολιγώτερον βεβαία της προηγουμένης, αποτελεί εν τούτοις θετικήν κλήσιν άνωθεν.
Πείρα αιώνων απέδειξεν ότι η αγάπη προς τον Θεόν είναι δυνατή και εις τον γάμον, αλλά εις μέτριον μόνον βαθμόν. Όταν δε η αγάπη αύτη υπερβαίνει ωρισμένον τι όριον και αποκτά μεγαλυτέραν έντασιν, τότε η ψυχή του ανθρώπου απομακρύνεται ενστικτωδώς από παντός ο,τι δεν εναρμονίζεται προς αυτήν την αγάπην. Δεν είναι έργον ιδικόν μου να εύρω λογικήν τινα ερμηνείαν του αξιοσημειώτου φαινομένου τούτου εις την περιοχήν της θρησκευτικής ψυχολογίας, του επαναλαμβανομένου κατά την ροήν των αιώνων μετ' εκπληκτικής σταθερότητος. Ενδέχεται άλλως τε να μη υπόκηται τούτο εις λογικάς κατηγορίας. Προσωπικώς ερείδομαι επί των έργων των Αγίων Πατέρων και εν μέρει επί των παρατηρήσεων τας οποίας ηδυνήθην να έχω ως πνευματικός. Εκ των πολλών συνομιλιών μου μετ' ασκητών έχω αποκτήσει την σταθεράν πεποίθησιν ότι, όταν η ψυχή δια πραγματικής πείρας γνωρίση την αγάπην του Χριστού, τότε εκ της γλυκύτητος της αγάπης αυτής γεννάται ακράτητός τις έλξις προς τον Θεόν, ακατάπαυστός τις «δίψα» Αυτού, και εν ταυτώ ανερμήνευτος θλίψις περί του κόσμου, συνέπεια της οποίας είναι ο τελείως άκοπος και, τρόπον τινά, φυσικός αποχωρισμός από πασών των αισθητικών ηδυπαθειών, εξ αιτίας των οποίων ψυχραίνεται και εξαλείφεται η Θεία αγάπη. Χαρακτηριστικόν της μεγάλης προς Χριστόν αγάπης είναι ότι δεν δύναται να συμβιβασθή μετά σαρκικών απολαύσεων εν γένει, και προ παντός μετά των ισχυροτέρων όλων, των γενετησίων. Ο νους του ανθρώπου υπό την ενέργειαν της αγάπης προς τον Θεόν αποσπάται εκ της γης και καθαίρεται από πάσης γηΐνης εικόνος, ενώ η σαρκική σχέσις τραυματίζει βαθύτατα την ψυχήν ακριβώς δια των εικόνων αυτών. Γνωρίζομεν ότι πολλοί προσεγγίζουν εντελώς διαφόρως το θέμα τούτο. Αλλά μήπως ο λόγος της Γραφής, «ου μη εγκαταμείνη το πνεύμά Μου εν αυτοίς, δια το είναι αυτούς σάρκας» (Γεν. στ' 3), δεν αναφέρεται εις αυτούς;
Αυτή αύτη η πείρα της ζωής διδάσκει τον ασκητήν ότι πάσα αισθητική απόλαυσις, οιουδήποτε είδους, είτε οπτική, είτε γευστική, είτε ακουστική, η της αφής, η της οσφρήσεως αποσπά την ψυχήν εξ εκείνου το οποίον είναι ανώτερον και αμέτρως πολυτιμότερον, αφαιρούσα απ' αυτού την παρρησίαν εν τη προσευχή, ενώ αντιθέτως η κακοπάθεια της σαρκός πολλάκις συνεργεί εις την κάθαρσιν του νου και την ανάβασιν αυτού εις την θεωρίαν.
Όταν η σωφροσύνη αποβαίνη βαθεία απαίτησις του πνεύματος, οδηγεί φυσικώς εις εκείνο το οποίον ονομάζεται «αυστηρότης βίου» η «ασκητικότης». Παν ο,τι δεν είναι απολύτως αναγκαίον δια την ύπαρξιν παραμερίζεται, δια να έχη το πνεύμα την μεγαλυτέραν δυνατήν ελευθερίαν εν τη θεωρία. Εαν η τροφή και ο ύπνος δεν ήσαν απολύτως αναγκαία δια την φυσικήν ύπαρξιν —όπως συμβαίνει εις την περίπτωσιν της σαρκικής ζωής, του καπνίσματος, των διεγερτικών και ναρκωτικών—, ο ασκητής της σωφροσύνης ουδέποτε θα ήγγιζε τροφήν και ουδέποτε θα έδιδεν «ύπνον τοις οφθαλμοίς» αυτού (Ψαλμ. κα' 4), παραδίδων όλας τας δυνάμεις του νου αυτού εις την μνήμην του Θεού και την προσευχήν. Ιδού διατί εις την ορθώς νοουμένην μοναχικήν ζωήν τα τοιαύτα, ως επί παραδείγματι το κάπνισμα, αποκλείονται.
Η αμαρτία δεν εδρεύει εις την μίαν η την άλλην φυσικήν λειτουργίαν του ανθρώπου, αλλά εις τα πάθη. Ο Άγιος Ποιμήν ο Μεγας έλεγε: «Δεν είμεθα σωματοκτόνοι, αλλά παθοκτόνοι». Η πάλη του ορθοδόξου ασκητού δεν διεξάγεται προς το σώμα, αλλά προς «τα πνευματικά της πονηρίας εν τοις επουρανίοις» (Εφεσ. στ' 12), διότι δεν απομακρύνει ημάς από του Θεού το σώμα, το οποίον εκλήθη να καταστή δοχείον η «ναός του εν ημίν Αγίου Πνεύματος» (Α' Κορ. στ' 19), αλλά η ηδυπάθεια, ήτοι τα πάθη μετά των απολαύσεων αυτών.
Η Ορθόδοξος άσκησις ερείδεται επί της δογματικής συνειδήσεως ότι η πνευματική ζωη της λογικής κτίσεως συνίσταται εκ της ενώσεως των δύο θελήσεων, των δύο ενεργειών, της Θείας και της ανθρωπίνης. Δυνάμει τούτου και η παρθενία και η σωφροσύνη είναι ουχί μόνον δώρα της χάριτος, αλλά και συνέπειαι ελλόγου ασκήσεως. Παν δώρον της χάριτος εν τω κόσμω τούτω συνεπάγεται αναποφεύκτως μέγαν αγώνα χάριν της συνετής διαφυλάξεως αυτού. Εκείνο το οποίον διδάσκει η χάρις, κατά την περίοδον της διαμονής αυτής εις τον άνθρωπον, τούτο οφείλει να τηρή ούτος και κατά τον χρόνον της απουσίας αυτής υπό την αισθητήν μορφήν ενεργείας, φυλάττων εαυτόν εις το αυτό επίπεδον ζωής, ως εάν μη έπαυσε ποτέ η ενέργεια της χάριτος επ' αυτού. Ούτως άρχεται μία εκούσιος συστηματική ασκητική αγωγή του ασκητού και η τράχυνσις της «πολιτείας» αυτού καθίσταται αναπόφευκτος.
Ο Άγιος Γρηγόριος Νυσσης εις τον Λογον αυτού «Περί Παρθενίας» εκφράζεται ως εξής:
«...ούτω μοι δοκεί και το της παρθενίας επιτήδευμα τέχνη τις είναι και δύναμις της θειοτέρας ζωής προς την ασώματον φύσιν τους εν σαρκί ζώντας ομοιούσθαι διδάσκουσα...»14. Τούτο συμβαίνει, όπου η έλλογος ανθρωπίνη θέλησις αγωνίζεται ως περιεγράφη ανωτέρω, οπότε η διατήρησις της παρθενίας και σωφροσύνης καθίσταται ασκητική καλλιέργεια και τέχνη. Δεν προτίθεμαι να αναπτύξω λεπτομερέστερον το θέμα τούτο. Θα είπω μόνον ότι το πλέον ουσιώδες αξίωμα της «τέχνης» ταύτης είναι η «τήρησις του νοός». Ο σπουδαιότερος κανών εις την άσκησιν αυτήν είναι να μη παραδώση τις τον νουν αυτού. Άνευ τούτου ουδεμία σωματική άσκησις επιτυγχάνει τον ποθούμενον σκοπόν αυτής, ενώ η ασκητικώς πεπαιδευμένη διάνοια δύναται να διαφυλάξη ουχί μόνον την καθαρότητα και την ελευθερίαν αυτής, αλλά και την ειρήνην του σώματος έτι και υπό συνθήκας κατά τας οποίας η εκπλήρωσις του έργου τούτου εις άλλους θα εφαίνετο αδύνατος.
Επαναλαμβάνομεν εκ νέου προς μεγαλυτέραν επικύρωσιν, ότι η συνείδησις του εξαιρέτου χαρακτήρος της κλήσεως της οδού ταύτης εναρμονίζεται πλήρως προς την Ορθόδοξον Εκκλησίαν. Η συνείδησις αύτη απορρέει ουχί μόνον εκ της πείρας, αλλά και εκ των λόγων Αυτού του Χριστού, του ειπόντος: «Ου πάντες χωρούσι τον λόγον τούτον...» (Ματθ. ιθ' 11). Εντεύθεν η προκαταρκτική δοκιμασία εκείνων οι οποίοι επιθυμούν το μοναχικόν σχήμα• εντεύθεν και η απαγόρευσις της ενεργού παρουσίας του αγάμου κλήρου εν τω κόσμω, εκτός σπανίων περιπτώσεων, λόγω ειδικών συνθηκών. Εις τούτο ακριβώς φανερούται η ευδοκία της Εκκλησίας προς τον τίμιον γάμον τοσούτον μεγάλη, ώστε ουδόλως να θεωρείται ούτος ως εμπόδιον εις την ιερουργίαν εισέτι και του θειοτάτου μυστηρίου της Ευχαριστίας15.
Ο μέγας Ιωάννης της Κλίμακος επισφραγίζει τον θαυμάσιον αυτού λόγον «Περί σωφροσύνης και αγνείας» ως εξής: «Ο εν σαρκί ων και τούτο (το δώρον της αγνείας) ειληφώς, απέθανε και ανέστη, και της μελλούσης αφθαρσίας το προοίμιον ήδη απ εντεύθεν εγνώρισεν»16.
3. Η ακτημοσύνη
Η ακτημοσύνη, η τρίτη εκ των θεμελιωδών υποσχέσεων, αποτελεί όλως φυσικήν συμπλήρωσιν των δύο πρώτων, συνιστώσα μετ αυτών αναπόσπαστον ενότητα προς επίτευξιν της καθαράς προσευχής, και συνάμα της τελειοτέρας εξομοιώσεως προς τον Θεόν δια της ομοιώσεως προς τον Χριστόν, ο οποίος τοσούτον απέφυγε τας κτήσεις επί της γης, ώστε «ουκ είχε που την κεφαλήν κλίνη» (πρβλ. Ματθ. η' 20). Η πείρα δεικνύει σαφώς εις πάντα άνθρωπον ότι, δια να φθάση εις την καθαράν προσευχήν, είναι ανάγκη να ελευθερώση τον νουν αυτού εκ των εικόνων της ύλης, αίτινες βαρύνουν αυτόν.
Εν τη μοναχική υποσχέσει της ακτημοσύνης η έμφασις δίδεται εις την πάλην προς το πάθος της «φιλοκτημοσύνης» η της «φιλαργυρίας». Δι αυτής ο μοναχός δεν υπόσχεται τόσον να ζήση «εν πτωχεία» (ως υπόσχονται οι δυτικοί), όσον να ελευθερώση το πνεύμα αυτού από της επιθυμίας του «κατέχειν» μέχρι τοιούτου βαθμού, ώστε ο αληθής θεράπων της ακτημοσύνης παύει να φείδηται και του ιδίου αυτού σώματος. Μονον υπό τας συνθήκας αυτάς είναι όντως δυνατή η γνήσια βασιλική ζωη του πνεύματος.
Κατ αρχάς πας σκεπτόμενος θα είπη: Πως δύναμαι να ελευθερωθώ εντελώς εκ των πραγμάτων; Εγώ ο ίδιος είμαι υλικός κατά το σώμα και η ζωη αυτού του σώματος συνδέεται αφεύκτως προς την ύλην. Η μήπως πρέπει να αφήσω τον εαυτόν μου να αποθάνη;... Ουχί, ούτε λόγος περί τούτου! Η συνετή άσκησις συνίσταται εις το να περιορίσωμεν εαυτούς εις εκείνο το αναγκαίον ελάχιστον των πραγμάτων και της ύλης, άνευ του οποίου η ζωη θα καθίστατο πλέον αδύνατος. Αλλά το μέτρον των δυνατοτήτων εκάστου είναι διάφορον17.
Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν ηδυνήθη να οργανώση την ζωήν αυτού κατά τοιούτον τρόπον, ώστε να έχη αρκετήν «σχολήν», ελεύθερον χρόνον, δια την προσευχήν και την πνευματικήν θεωρίαν του Θεού. Και αιτία τούτου είναι το άπληστον πάθος της «φιλοκτημοσύνης». Το πάθος τούτο της πλεονεξίας ο Απόστολος Παύλος ωνόμασεν ειδωλολατρίαν (βλ. Κολ. γ' 5) και ο Όσιος Ιωάννης της Κλίμακος «απιστίας θυγατέρα»... «ευαγγελίων μυκτηριστήν και παραβάτην εκούσιον»18. Η γνησία χριστιανική ακτημοσύνη είναι άγνωστος, ακατανόητος εις τον κόσμον. Και εάν τολμήσωμεν να ισχυρισθώμεν ότι αύτη επεκτεινομένη απορρίπτει ουχί μόνον κτήσεις υλικάς, αλλά και διανοητικάς, τότε θα φανή τούτο εις την πλειονότητα των ανθρώπων παραφροσύνη. Άνθρωποι έχοντες επιστημονικάς γνώσεις θεωρούν τον πνευματικόν αυτών πλούτον ως την ουσίαν της υπάρξεως αυτών, μη υποπτευόμενοι παντάπασιν ότι υπάρχει άλλη, υψηλοτέρα γνώσις, και θησαυρός αληθώς ασύγκριτος προς τον ίδιον αυτών πλούτον, φέρων μεθ εαυτού βαθείαν ειρήνην. Εν τη αναζητήσει της υλικής ανέσεως οι άνθρωποι απώλεσαν την πνευματικήν άνεσιν και ο σύγχρονος υλικός δυναμισμός, ο οποίος δεσπόζει επί των πνευμάτων και των καρδιών του αιώνος τούτου, περιβάλλεται επί μάλλον και μάλλον δαιμονικόν χαρακτήρα. Και τούτο δεν είναι εκπληκτικόν, καθ όσον ουδέν άλλο εκφράζει, ει μη την δυναμικήν της αμαρτίας.
Η αγάπη προς τας κτήσεις εκδιώκει την αγάπην προς τον Θεόν και τον πλησίον. Και οι άνθρωποι δεν αντιλαμβάνονται τούτο και δεν θέλουν να εννοήσουν ότι εκ της απληστίας των επιθυμιών αυτών, αι οποίαι κυριεύουν τα πνεύματα και τας καρδίας αυτών, εκπηγάζουν τα αναρίθμητα παθήματα ολοκλήρου του κόσμου. Ο της Κλίμακος Άγιος λέγει: «Ριζα πάντων των κακών η φιλαργυρία εστί τε και λέγεται (βλ. Α' Τιμ. στ' 10)• μίσος γαρ και κλοπάς και φθόνους και χωρισμούς και έχθρας και ζάλας και μνησικακίας και ασπλαγχνίας και φόνους αύτη πεποίηκε»19 —και πολέμους.
Όθεν δια να εξέλθωμεν εκ της αιχμαλωσίας των ευτελών μεριμνών, δια να καθαρίσωμεν τον νουν ημών και δώσωμεν εις το πνεύμα ημών να απολαύση εν αληθεία βασιλικήν, ακριβέστερον, θεοειδή ελευθερίαν, είναι αναγκαία η αποταγή και επ αυτού του επιπέδου, διότι, κατά τον λόγον του Οσίου Ιωάννου της Κλίμακος, «ακτήμων ανήρ, εν προσευχή καθαρός (εστι)... ο γευσάμενος των άνω, ευχερώς των κάτω καταφρονεί... ακτήμων μοναχός του κόσμου δεσπότης... απροσπαθείας υιός, τα προσόντα αυτώ, ως μη όντα λογιζόμενος»20. Και «όταν ουδέν έχη, δεν λυπείται, αλλά ζη ως να είχε», γράφει ο Άγιος Σιλουανός.
4. Σταθερότης
Πραγματευθέντες δια βραχέων τας θεμελιώδεις υποσχέσεις του μοναχισμού, κατεστήσαμεν μέχρι τινός δυνατήν την κατανόησιν της ουσίας της ορθοδόξου ασκήσεως, όπερ αποτελεί και τον σκοπόν του παρόντος. Εν τούτοις, αφ ενός μεν δια να συμπληρώσωμεν την περί του μοναχισμού εικόνα, και αφ ετέρου δια να αποφύγωμεν παρερμηνείας, οφείλομεν να είπωμεν ολίγα τινά και περί της υποσχέσεως, «Παραμένεις τω μοναστηρίω και τη ασκήσει έως εσχάτης αναπνοής», η οποία κατά την ακολουθίαν του μικρού σχήματος αποτελεί την πρώτην ερώτησιν, κατά δε την του μεγάλου την δευτέραν.
Η ερώτησις αύτη είναι διπλή: «Παραμένεις τω μοναστηρίω» και «παραμένεις τη ασκήσει». Το πρώτον σκέλος της ερωτήσεως αυτής δεν αποτελεί απαρασάλευτον κανόνα του μοναχισμού, ως αι λοιπαί υποσχέσεις. Ο μοναχισμός δύναται να υπάρχη και έξω του μοναστηρίου: εν τω κόσμω η εν τη ερήμω. Εις τους βίους πολλών αγίων μοναχών παρατηρούμεν εκουσίαν η ακουσίαν εγκατάλειψιν του μοναστηρίου, ένθα είχον λάβει το μοναχικόν σχήμα, και εν τούτοις τούτο δεν εθεωρήθη ούτε πτώσις, ούτε αθέτησις υποσχέσεως, ούτε εισέτι παρέκκλησις εκ του μοναχισμού. Πολλοί εξ αυτών απεσπάσθησαν εκ των μοναστηρίων αυτών δι αρχιερατικήν διακονίαν εν τη Εκκλησία. Έτεροι μετετέθησαν εις άλλα μοναστήρια ένεκα διαφόρων λόγων. Άλλοι έλαβον εκ των μοναστηρίων αυτών την ευλογίαν να αναχωρήσουν δια τινα αγαθόν σκοπόν• και εν τέλει, υπήρξαν περιπτώσεις και φυγής εισέτι εκ των μοναστηρίων αυτών ένεκα «ελλείψεως ευνοϊκών όρων προς σωτηρίαν εντός αυτών».
Συνήθως η ερώτησις αύτη παραλείπεται, όταν η κουρά λαμβάνη χώραν εκτός μοναστηρίου. Είναι εν τούτοις εντελώς φυσική και θα παραμείνη ως ουσιώδες στοιχείον της κουράς εν τοις μοναστηρίοις, διότι, εκείνος ο οποίος εγένετο δεκτός εις την αδελφότητα του μοναστηρίου, καθίσταται συνιδιοκτήτης παντός ο,τι ανήκει εις το μοναστήριον και συμμέτοχος, από πάσης απόψεως, ολοκλήρου της βιοτικής και πνευματικής μερίμνης αυτού. Η αδελφότης του μοναστηρίου, ενσωματούσα εν νέον μέλος εις την πνευματικήν οικογένειαν, όλως φυσικώς θέλει να έχη εκ μέρους αυτού υπόσχεσιν πιστότητος, ούτως ώστε τα λοιπά πρεσβύτερα μέλη να δύνανται μετά πλήρους εμπιστοσύνης να υπολογίζουν εις αυτόν εις πάντα.
Η ουσία του δευτέρου σκέλους της υποσχέσεως ταύτης, ήτοι, «παραμένεις τη ασκήσει έως εσχάτης αναπνοής», συνίσταται εις το ότι αι μοναχικαί υποσχέσεις έχουν χαρακτήρα ουχί προσωρινόν —δια τινα χρονικήν περίοδον—, αλλά αναλλοίωτον, αμετάθετον, εξερχόμενον των ορίων της παρούσης ζωής. Ο Κυριος είπεν: «Ουδείς επιβαλών την χείρα αυτού επ άροτρον και βλέπων εις τα οπίσω εύθετος εστιν εις την Βασιλείαν του Θεού» (Λουκ. θ' 62). Ενταύθα η λέξις «εύθετος» σημαίνει «καλώς τεθειμένος προς μίαν κατεύθυνσιν».
Και όντως, εάν δεχθώμεν τας μοναχικάς υποσχέσεις μόνον ως προσκαίρους, σημαίνει ότι δεν συλλαμβάνομεν το αληθές νόημα αυτών και μεταβάλλομεν το παν εις απλήν άσκησιν ευσεβείας, ενώ κατ ουσίαν πρόκειται περί εγκαταλείψεως της νηπιώδους και μεταβάσεως εις την τελείαν ηλικίαν. Ο Απόστολος Παύλος λέγει: «Ότε ήμην νήπιος, ως νήπιος ελάλουν, ως νήπιος εφρόνουν, ως νήπιος ελογιζόμην• ότε δε γέγονα ανήρ κατήργηκα τα του νηπίου» (Α' Κορ. ιγ' 11).
Η νηπιότης παρέρχεται ανεπιστρεπτί, ουχί τοσούτον υπό την χρονικήν έννοιαν, όσον υπό την έννοιαν της ποιότητος ζωής. Πως δύνανται να εξαλειφθούν η πείρα, η γνώσις, η σύνεσις, όταν ήδη απεκτήθησαν; Καθ όμοιον τρόπον και δια των ανωτέρω υποσχέσεων εκφράζεται άλλη συνείδησις ζωής εν γένει, περιέχουσα άλλο νόημα, άλλον σκοπό, άλλο περιεχόμενον. Η υπόσχεσις της αγνείας-σωφροσύνης, επί παραδείγματι, κατά τι διαφέρει μιας προσκαίρου εγκρατείας οιουδήποτε άλλου ανθρώπου, εάν θεωρή τις αυτήν παροδικήν μόνον άσκησιν; Η εάν θεωρώμεν την υπακοήν ωσαύτως ως εφήμερον άσκησιν, τότε που είναι η συνείδησις ότι δια της υπακοής διεξάγεται πάλη κατά της στενότητος του «ιδίου θελήματος», ήτοι του εγωκεντρισμού, ώστε να καταστή τις ούτω κατηκητήριον του θελήματος του Ουρανίου Πατρός; Και η ακτημοσύνη ωσαύτως, εάν απλώς εκληφθή ως παροδική διαμονή εις τας στερήσεις, τότε που είναι η κατανόησις ότι εν τη υποσχέσει ταύτη περικλείεται ο πόθος να υπερνικήσωμεν εν γένει την εξουσίαν της ύλης επί του πνεύματος τη βοηθεία του Θεού; Ούτω λοιπόν δεν είναι «εύθετος» εις την Βασιλείαν των Ουρανών εκείνος, όστις επιστρέφει εις τα οπίσω αθετών τας δοθείσας υπ αυτού υποσχέσεις. Και είναι δυνατόν να είπωμεν ότι, οσάκις παρουσιάζεται η στροφή αύτη προς τα οπίσω, τούτο εις την πλειονότητα των περιπτώσεων σημαίνει ότι αι υποσχέσεις εδόθησαν άνευ της αρμοζούσης συναισθήσεως, άνευ της απαιτουμένης καταστάσεως πνεύματος. Εν άλλαις λέξεσι, δεν ετηρήθησαν αύται, διότι παρασχέθησαν επιπολαίως.
Αι τρεις γεννήσεις
Ωμιλήσαμεν ήδη περί των τριών ειδών κλήσεως, περί των τριών αποταγών, περί των τριών τύπων του σταυρού, περί των τριών βαθμών του μοναχισμού. Αλλά ιδού, ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος ομιλεί επί πλέον περί τριών γεννήσεων, δια των οποίων οφείλει να διέλθη ο άνθρωπος κατά την ζωήν αυτού. Εις την υπό μορφήν ποιήματος επιστολήν αυτού «Προς Βιταλιανόν παρά των υιόν» γράφει ότι «δια της πρώτης γεννήσεως», κατά σάρκα και αίμα, οι άνθρωποι έρχονται επί της γης και εξαφανίζονται ταχέως• ακολούθως οι άνθρωποι γεννώνται (δευτέρα γέννησις) εκ του καθαρού Πνεύματος, όταν επ εκείνων οι οποίοι επλύθησαν δι ύδατος (του Βαπτίσματος) κατέρχηται το Φως (άνωθεν). Δια της τρίτης (γεννήσεως) καθαρίζεται δια των δακρύων και των πόνων η υπό του κακού αμαυρωθείσα εν ημίν εικών του Θεού. Η πρώτη προέρχεται εκ των γονέων, η δευτέρα εκ του Θεού• της τρίτης όμως συ ο ίδιος είσαι αυτουργός, εμφανιζόμενος εις τον κόσμον ως ευεργετικόν φώς21.
Ο τόνος του λόγου του Αγίου δίδει εις ημάς να εννοήσωμεν ότι η τελευταία αύτη γέννησις είναι η τελειοτέρα. Το νόημα αυτού έγκειται εις το ότι ο άνθρωπος ο οποίος έλαβε την δωρεάν της χάριτος και εγνώρισεν εν τω φωτί αυτής την θείαν ζωήν, συγχρόνως δε και την πτώσιν αυτού, προσκολλάται εις το αγαθόν δι επιπόνου ασκήσεως. Τούτο ακριβώς το γεγονός της συνετής αυτοτοποθετήσεως εν τω Θείω αγαθώ είναι ουσιώδες δια την ζωήν του χριστιανού ασκητού. Εκδηλούται δε τούτο δια του πλήρως ανικανοποιήτου του πνεύματος ημών εξ όσων υπάρχουν επί της γης, δια της νοσταλγίας του Θεού, δια της δίψης του Θεού, δια της φλογεράς αναζητήσεως Αυτού.
Η σκέψις αύτη, νομίζω, περικλείεται εις τους λόγους του Αγίου Σιλουανού:
«Διψά η ψυχή μου τον Κυριον
και μετά δακρύων ζητώ Αυτόν.
Πως να μη Σε ζητώ;
Συ πρώτος εζήτησας εμέ
και έδωκας εις εμέ να γευθώ της γλυκύτητος
του Πνεύματος του Αγίου,
και η ψυχή μου Σε ηγάπησεν έως τέλους»22.
Σημειώσεις:
1 Δια της λέξεως «υποτακτικός» υπονοούμεν ενταύθα ουχί μόνον τον δόκιμον-αρχάριον μοναχόν, αλλά και τον οιονδήποτε μοναχόν, εισέτι και τον έχοντα λάβει το σχήμα προ πολλών ετών, καθώς επίσης και πάντα χριστιανόν ο οποίος απευθύνεται προς τον πνευματικόν αυτού πατέρα δια να λάβη καθοδήγησιν.
2 Κλίμαξ ΙΕ' 33 και 34, σ. 202.
3 Κλίμαξ Δ' 1, σ. 65.
4 Κλίμαξ Δ' 6, σ. 67.
5 Αγίου Ιγνατίου (Μπραντζιανίνωφ), Επιστολαί, εκδ. α' Serguiev Possad, 1913, σ. 25.
6 Βιβλος Βαρσανουφίου και Ιωάννου, (εκδοθείσα υπό του Αγ. Νικοδήμου του Αγιορείτου), Απόκρ. Βαρσανουφίου σνα', εκδ. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1974, σ. 154.
7 «Υπάρχων ως Θεός, δι ημάς εφάνη καθ ημάς άνθρωπος• ομοίω γαρ το όμοιον καλέσας». Ακάθιστος Ύμνος, οίκος 18.
8 Ενταύθα εκ των συμφραζόντων καθίσταται φανερόν ότι δια των όρων «άγιος» και κατωτέρω «αγιότης», πρέπει να εννοήσωμεν «παρθένος» και «παρθενία».
9 Το κείμενον τούτο, σωζόμενον μόνον εις λατινικήν γλώσσαν, αναφέρεται εις τον 3ον αιώνα. Saint Clement de Rome, Deux Epitres aux Vierges, διασωθείσαι εις συριακήν μετάφρασιν. Μετάφρασις λατινική και γαλλική υπό του Mgr. Clement Villecourt, Les deux Epitres aux Vierges de Saint Clement romain, Paris 1855, κεφ. 6, σ. 131-133.
10 «Flos est ille ecclesiatici germinis, decus adque ordnamentum gratiae spiritatis… laudis et honoris opus integrum adque incorruptum, Dei imago respondens ad sanctimoniam Domini, illustrior portio gregis Christi… quantoque plus copiosa virginitas numero suo addit, gaudium matris augescit». PL 4, 443. De hab. virginum, Κεφ. 3, τομ. 3, 3, σ. 189. Corpus Scriptorum Ecclesiasticorum Latinorum. Vindobonae 1868.
11 Πρβλ. Φιλοκαλία, τομ. Α' , έκδοσις Αστέρος, σ. 65.
12 Εις το «Συμπόσιον των δέκα Παρθένων» ο Άγιος Μεθόδιος Ολύμπου αναφέρει μεταξύ άλλων ότι η συνείδησις της ανθρωπότητος ανεπτύσσετο και ηύξανε πνευματικώς μέχρι της γνώσεως των τελειοτέρων μορφών ζωής —της σωφροσύνης και της παρθενίας. Ιστορικώς η εξέλιξις αύτη διήλθε δια των εξής φάσεων: Κατ αρχάς, «εν όσω ο κόσμος δεν ήτο εισέτι πεπληρωμένος ανθρώπων» και η ανθρωπότης ώφειλεν «αυξάνεσθαι και πληθύνεσθαι», οι άνδρες εισήρχοντο εις γάμον μετά των ιδίων αυτών αδελφών. Έπειτα, ότε επλήθυνε το γένος των ανθρώπων και εξηπλώθη επί της γης, η Θεία Πρόνοια δια προφητικής διδασκαλίας αποτρέπει τους ανθρώπους εκ του είδους της ζωής ταύτης προς μίαν υψηλοτέραν ηθικώς ζωήν, και οι γάμοι μετά των αδελφών εθεωρήθησαν «αιμομιξίαι». Περαιτέρω οι άνθρωποι μεταβαίνουν εις την έννοιαν της μονογαμίας, «ίνα μη συνουσιάζωνται μετά πολλών ομοίως προς τα ζώα, ως να εγεννήθησαν μόνον δια την συνουσίαν», και ίνα μη επιτελώνται «μοιχείαι». Εν συνεχεία ο Χριστιανισμός διδάσκει τους ανθρώπους έτι υψηλοτέραν συνείδησιν περί ζωής, και δια της Εκκλησίας εισάγεται νέος περιορισμός των γάμων κατ' ένδειξιν πλέον των βαθμών της πνευματικής ηλικίας• ούτως απαγορεύονται, επί παραδείγματι, γάμοι δύο αδελφών προς δύο αδελφάς και τα όμοια, πράγμα το οποίον εκτός Εκκλησίας παραμένει ακατανόητον και μέχρι του νυν εισέτι. Δια της αποστολικής διδαχής οι άνθρωποι ανάγονται εις την κατανόησιν του «τιμίου γάμου» και της «αμιάντου κοίτης», όθεν εν τέλει ανέρχονται μέχρι της γνώσεως της χριστιανικής παρθενίας, «μανθάνοντες να ανυψώνται υπεράνω της σαρκός εισερχόμενοι εις τον ατάραχον λιμένα της αφθαρσίας...».
Θα ήθελον ενταύθα να παρατηρήσω την άκραν επικαιρότητα του κηρύγματος της σωφροσύνης και της παρθενίας εις τας ημέρας ημών. Η απόκλισις εκ του καθορισθέντος υπό της Εκκλησίας συνδέσμου του γάμου και εκάστη παράβασις εναντίον αυτού ουχί μόνον υποβιβάζουν την μορφήν του ανθρωπίνου είναι, αλλά επισύρουν και τα χείρονα: την αποσύνθεσιν της προσωπικότητος, ήτις ποιεί την αμαρτίαν• την διάσπασιν των οικογενειών, την διάλυσιν των κρατών, την καταστροφήν και τον όλεθρον ολοκλήρων χωρών και λαών. Εν σχέσει προς πάντα ταύτα δέον να είπωμεν ότι, εάν η πνευματική εξέλιξις της ανθρωπότητος εσυνέχιζε προς εκείνην την κατεύθυνσιν, ως υποδεικνύει ο Άγιος Μεθόδιος, τότε εν εκ των πλέον σπουδαίων και ανησύχων δια τους συγχρόνους νόας ερώτημα, ήτοι το του ελέγχου του πληθυσμού της γης, θα ελάμβανε την καλυτέραν και τω όντι αξίαν λύσιν, της υιοθεσίας του ανθρώπου υπό του Θεού. Αι άγριαι, εγκληματικαί και εντελώς άφρονες θεωρίαι προγραμματισμού του πληθυσμού της γης δια των αλληλοεξοντωτικών πολέμων, θα εστερούντο βάσεως εν τη συνειδήσει των ανθρώπων, και η ζωη επί της γης θα απέβαινεν αληθώς ομοία προς την ουράνιον:«Ελθέτω η Βασιλεία Σου»!
13 51ος Αποστολικός κανών• 9ος και 14ος κανών της εν Γαγγρα Συνόδου.
14 Αγ. Γρηγορίου Νυσσης, Λογος περί παρθενίας IV, 9, 5, «Sources Chretiennes», τομ. 119, Paris 1966, σ. 332.
15 Υπενθυμίζομεν εις το σημείον τούτο ότι ο Άγιος Παφνούτιος, ο ίδιος ων παρθένος, εις την Α' Οικουμενικήν Συνοδον, κατά την μαρτυρίαν του Σωζομένου, υπήρξεν κύριος υποστηρικτής της θέσεως όπως μη θεωρηθή ο σώφρων γάμος κώλυμα δια την ιερωσύνην. Μεταξύ των πολυαρίθμων συνοδικών αποφάσεων, των απτομένων του θέματος αυτού, υπογραμμίζομεν τον 13ον Κανόνα της Έκτης Οικουμενικής Συνόδου (της εν Τρούλλω, το 691), η οποία απέρριψε κατηγορηματικώς το έθος της Εκκλησίας της Ρωμης, ήτις απηγόρευε την χειροτονίαν των εγγάμων δια την ιερωσύνην.
16 Κλίμαξ ΙΕ' 83, σ. 217.
17 Καλώς περί τούτου εδίδαξεν η Οσία Συγκλητική, της οποίας τον βίον συνέγραψεν, ως τινες λέγουν, ο Άγιος Αθανάσιος ο Μεγας. (Η μνήμη αυτής τελείται την 5ην Ιανουαρίου).
18 Κλίμαξ ΙΣΤ' 2 και 3, σ. 219.
19 Κλίμαξ ΙΣΤ' 22, σ. 221.
20 Κλίμαξ ΙΣΤ' 12, 15, 12, σ. 219-220.
21 260) «Ουκ οίη μερόπεσιν ίη δειλοίσι γενέθλη,
Ερχομένη σαρκών τε και αίματος, οία βροτοίσιν
Ένθα τικτομένοισι και ολλυμένοισι τάχιστα•
Τοίη μεν πρώτιστον• έπειτα δε Πνεύματος αγνού,
Εύτε λεοσσαμένοισι δι ύδατος ήλυθεν αίγλη.»
165) «Η δε τρίτη, δακρύων τε και άλγεως ημετέροιο,
Εικόν αποξύουσα μελανομένην κακότητι.
Ταων την μεν έχεις πατέρων άπο, την δε Θεοίο,
Της δι αυτός γενέτης, βιότω φάος εσθλόν οπάζων».
PG 37, 1498A- 1499A.
22 Αρχιμ. Σωφρονίου, Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, Έσσεξ Αγγλίας 71995, σ. 349.
'Αποσπασμα από το βιβλίο
του Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου
ΑΣΚΗΣΙΣ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑ
Μετάφρασις
εκ του ρωσικού και γαλλικού
υπό του Ιερομονάχου Ζαχαρίου
Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή
Τιμίου Προδρόμου
Έσσεξ Αγγλίας, 1996
Η άσκησις της προσευχής του Ιησού
Εις το παρόν καφάλαιον θα αποπειραθώ να εκθέσω κατά το δυνατόν συντομώτερον τας πλέον ουσιώδεις απόψεις περί της προσευχής του Ιησού, της μεγάλης αυτής ασκήσεως της καρδίας, ως και την πλέον υγιαίνουσαν περί της ασκήσεως ταύτης διαδασκαλίαν την οποία συνήντησα εν Αγίω Όρει.
Επί πολλά έτη οι μοναχοί προφέρουν την προσευχήν αυτήν δια του στόματος, μη αναζητούντες τεχνητούς τρόπους ενώσεως του νου μετά της καρδίας. Η προσοχή αυτών συγκεντρούται εις την συμμόρφωσιν της καθ’ ημέραν ζωής αυτών προς τας εντολάς του Χριστού. Η αιωνόβιος πείρα της ασκήσεως ταύτης έδειξεν ότι ο νους ενούται ετά της καρδίας δια της ενεργείας του Θεού, όταν ο μοναχός διέλθη την σταθεράν πείραν της υπακοής και της εγκρατείας, όταν ο νους αυτού, η καρδία και αυτό το σώμα του «παλαιού ανθρώπου» ελευθερωθούν επαρκώς εκ της εξουσίας της αμαρτίας. Εν τούτοις και κατά το παρελθόν και κατά τον παρόντα καιρόν οι Πατέρες ενίοτε επιτρέπουν να προσφεύγωμεν εις την τεχνητήν μέθοδον εισαγωγής του νου εις την καρδίαν. Προς τούτο ο μοναχός, δίδων κατάλληλον θέσιν εις το σώμα και κλίνων την κεφαλήν προς το στήθος, νοερώς προφέρει την προσευχήν εισπνέων ησύχως τον αέρα μετά των λέξεων: «Κύριε, Ιησού Χριστέ, (Υιέ του Θεού)» και έπειτα εκπνέων τελειώνει την προσευχήν: «ελέησον με (τον αμαρτωλόν)». Κατά τον χρόνον της εισπνοής η προσευχή του νου κατ’ αρχάς ακολουθεί την κίνησιν του εισπνεομένου αέρος και συγκεντρούται εις το άνω μέρος της καρδίας. Κατά την εργασίαν ταύτην επί τι χρονικόν διάστημα η προσοχή δύναται να διαφυλαχθή αδιάχυτος και ο νους να παραμείνη πλησίον της καρδίας, έτι δε και να εισέλθη εντός αυτής. Η πείρα θα δείξη ότι ο τρόπος ούτος θα δώση εις τον νουν την δυνατότητα να ίδη ουχί αυτήν την φυσικήν καρδίαν, αλλά εκείνο όπερ τελείται εν αυτή: Οποία αισθήματα εισδύουν εν αυτή· οποίαι νοεραί εικόνες προσεγγίζουν αυτήν εκ των έξω. Η τοιαύτη άσκησις θα οδηγήση τον μοναχόν να αισθάνηται την καρδίαν αυτού και να διαμένη εν αυτή δια της προσοχής του νοός μη προσφεύγων πλέον εις οιανδήποτε «ψυχοσωματικήν τεχνικήν».
Η τεχνητή μέθοδος δύναται να βοηθήση τον αρχάριον να ανεύρη τον τόπον, όπου οφείλει να σταθή η προσοχή του νοός κατά την προσευχήν και εν γένει εν παντί καιρώ. Εν τούτοις η πραγματική προσευχή δεν επιτυγχάνεται δια του τρόπου αυτού. Αύτη έρχεται ουχί άλλως, ει μη δια της πίστεως και της μετανοίας, αίτινες είναι η μόνη βάσις δι’αυτήν. Ο κίνδυνος της ψυχοτεχνικής, ως κατέδειξεν η μακρά πείρα, έγκειται εις το ότι υπάρχουν πολλοί άνθρωποι, οίτινες αποδίδουν καθ’υπερβολήν μεγάλην σημασίαν εις την μέθοδον καθ’εαυτήν. Προς αποφυγήν της επιβλαβούς παραμορφώσεως της πνευματικής ζωής του προσευχομένου συνιστάται από παλιών χρόνων εις τιυς αρχαρίους ασκητάς ΄σλλος τρόπος, κατά πολύ βραδύτερος, αλλ’ασυγκρίτως ορθότερος και ωφελιμώτερος και δη: να συγκεντρούται η προσοχή εις το Όνομα του Ιησού Χριστού και εις τους λόγους της ευχής. Όταν η συντριβή δια τας αμαρτίας φθάση εις ωρισμένον βαθμόν, τότε ο νους φυσικώ τω τρόπω ενούται μετά της καρδίας.
Ο πλήρης τύπος της προσευχής είναι: «Κύριε, Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν». Εις τους αρχαρίους ακριβώς αυτός ο τύπος προτείνεται. Εις το πρώτον μέρος της προσευχής ομολογούμεν τον Χριστόν-Θεόν, τον σαρκωθέντα δια την ημών σωτηρίαν. Εις το δεύτερον μέρος εν μετανοία αναγνωρίζομεν την πτώσιν ημών, την αμαρτωλότητα και την λύτρωσιν ημών. Ο συνδυασμός της δογματικής ομολογίας με΄τα της μετανοίας απεργάζεται την προσευχήν πληρεστέραν κατά το θετικόν αυτής περιεχόμενον. Είναι δυνατόν να καθορίσωμεν στάδια τινα εν τη αναπτύξει της προσευχής ταύτης:
Πρώτον, είναι η προφορική. Λέγομεν την προσευχήν δια των χειλέων, ενώ προσπαθούμεν να συγκεκντρώσωμεν την προσοχήν ημών εις το Όνομα και τας λέξεις.
Δεύτερον, νοερά. Δεν κινούμεν πλέον τα χείλη, αλλά προφέρομεν το όνομα του Ιησού Χριστού και το λοιπόν περιεχόμενον της προσευχής νοερώς.
Τρίτον, νοερά-καρδιακή. Ο νους και η καρδία ενούνται κατά την ενέργεια αυτών· η προσοχή περικλείεται εντός της καρδίας και εκεί προφέρεται η ευχή.
Τέταρτον, αυτενεργουμένη. Η προσευχή στερεούται εν τη καρδία, και άνευ ιδιαιτέρας προσπαθείας της θελήσεως προφέρεται αφ’ εαυτής εντός της καρδίας, ελκύουσα προς τα εκεί την προσοχήν του νοός.
Πέμπτον, χαρισματική. Η προσευχή ενεργεί ως τρυφερά φλοξ εντός ημών, ως έμπνευσις Άνωθεν, γλυκαίνουσα την καρδίαν δια της αισθήσεως της αγάπης του Θεού και αρπάζουσα τον νου εις πνευματικάς θεωρίας. Ενίοτε συνοδεύεται μετά της οράσεως του Φωτός.
Η βαθμιαία ανάβασις εν τη προσευ΄χη είναι η πλέον αξιόπιστος. Εις τον εισερχόμενον εις το στάδιον του αγώνος δια την προσευχήν επιμόνως προτείνεται να αρχίζη δια της προφορικής προσευχής, εώς ότου αύτη αφομοιωθή υπό του σώματος, της γλώσσης, της καρδίας και της διανοίας αυτού. Η διάρκεια της περιόδου ταύτης διαφέρει εις έκαστον. Όσον βαθυτέρα είναι η μετάνοια, τοσούτον συντομωτέρα η οδός.
Η άσκησις της νοεράς προσευχής δύναται προς καιρόν να συνδέηται μετά της ψυχοσωματικής μεθόδου, τουτέστι να φέρη χαρακτήρα ρυθμικής ή αρρύθμου προφοράς της ευχής δια του νοερού μέσου της εισπνοής κατά το πρώτον μέρος και της εκπνοής κατά το δεύτερον, καθώς περιεγράφη ανωτέρω. Η τοιαύτη εργασία δύναται να είναι ωφέλιμος, εάν έχωμεν πάντοτε κατά νουν ότι εκάστη επίκλησις του Ονόματος του Χριστού πρέπει να συνδέηται αδιαστάτως μετ’Αυτού, του Προσώπου του Χριστού-Θεού. Αλλέως η προσευχή μετατρέπεται ειςτεχνητόν γύμνασμα και καταλήφει εις αμαρτίαν εναντίον της εντολής: «Ου λήψει το Όνομα Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω»(Εξ. 20,7 και Δευτ. 5,11).
Όταν η προσοχή του νοός στερεούται εν τη καρδία, τότε είναι δυνατός ο πλήρης έλεγχος των τελουμένων εντός της καρδίας, η δε πάλη προς τα πάθη διεξάγεται μετά συνέσεως. Ο ευχόμενος βλέπει τους εχθρούς προσεγγίζοντας εκ των έξω και δύναται να εκδιώξη αυτούς δια της δυνάμεως του Ονόματος του Χριστού. Δια της ασκήσεως ταύτης η καρδία λεπτύνεται και γίνεται διορατική: Διαισθάνεται την κατάστασιν του προσώπου εκείνου, περί του οποίου προσφέρεται δέησις. Κατ’ αυτόν τον τρόπον τελείται η μετάβασις εκ της νοεράς προσευχής εις την νοεράν-καρδιακήν, μετά την οποίαν δίδεται η αυτενεργούμενη προσευχή.
Αγωνιζόμεθα να παρασταθώμεν ενώπιον του Θεού εν τη ενότητι και ολότητι της υπάρξεως ημών. Η εν φόβω Θεού επίκλησις του Ονόματος του Σωτήρος συνδεομένη μετά της ακαταπαύστου προσπαθείας τηρήσεως των εντολών , οδηγεί βαθμηδόν εις την μακαρίαν ενότητα όλων των δυνάμεων ημών, των πρότερον εξησθενημένων εκ της Πτώσεως. Κατά τον θαυμαστόν, αλλά δύσκολον και οδυνηρόν αυτόν αγώνα ουδέποτε πρέπει να βιαζώμεθα. Είναι σημαντικόν να αποβάλωμεν τον λογισμόν, όστις εισηγείται εις ημάς την επιτυχίαν του μεγίστου εις τον βραχύτερον δυνατόν χρόνον. Ο Θεός δεν βιάζεται την θέλησιν ημών, αλλ’ ούτε εις Αυτόν είναι δυνατόν να επιβάλωμεν δια της βίας να πράξη ο,τιδήποτε. Τα επιτυγχανόμενα δια της βίας της θελήσεως μέσω της ψυχοσωματικής μεθόδου δεν διατηρούνται επί μακρόν, και το κυριώτερον, δεν οδηγούν εις την ένωσιν του πνέυματος ημών μετά του Πνεύματος του Ζώντος Θεού.
Εν ταις συνθήκαις του συγχρόνου κόσμου η προσευχή απαιτεί υπέράθρωπον ανδρείαν, διότι εις αυτήν ανθίσταται το σύνολον των κοσμικών ενεργειών. Διαμονή εν απερισπάστω προσευχή σημαίνει νίκην εφ’ όλων των επιπέδων της φυσικής υπάρξεως. Η οδός αύτη είναι μακράκαι ακανθώδης, αλλ’ έρχεται στιγμή κατά την οποίαν ακτίς του Θείου Φωτός διαπερά το πυκνόν σκότος και δημιουργεί ενώπιον ημών ρωγμήν, δια μέσου της οποίας βλέπομεν την Πηγήν του Φωτός τούτου. Τότε η προσευχή του Ιησού λαμβάνει κοσμικάς και υπερκοσμίους διαστάσεις.
«Γύμναζε δε σεαυτόν προς ευσέβειαν· η γαρ σωματική γυμνασία προς ολίγον εστίν ωφέλιμος, η δε ευσεβεία προς πάντα ωφέλιμος εστίν, επαγγελίαν έχουσα ζωής της νυν και της μελλούσης. Πιστός ο λόγος και πάσης αποδοχής άξιος· εις τούτο γαρ και κοπιώμεν... ότι ηλπίκαμενεπί Θεώ ζώντι, Ος εστί Σωτήρ πάντων ανθρώπων... Παράγγελλε ταύτα και δίδασκε» ( Α’ Τιμ. 4,7-11). Η τήρησις της διδαχής ταύτης του Αποστόλου αποτελεί την πιστοτέραν οδόν προς τον Αναζητούμενον. Είναι αδύνατον να διανοηθώμεν ότι δια τεχνητών μέσων αποκτάται η θέωσις. Πιστεύομεν ότι ο Θεός ήλθεν εις την γην, απεκάλυψε το μυστήριον της αμαρτίας και έδωκεν εις ημ’ας την χάριν της μετανοίας, ημείς δε προσευχόμεθα: «Κύριε, Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν», επ’ ελπίδι της συγχωρήσεως και της καταλλαγής εν τω Ονόματι Αυτού. Τους λόγους «ελέησόν με τον αμαρτωλόν» δεν εγκαταλείπομεν καθ’ όλην την ζωήν ημών. Η τελεία νίκη επί της αμαρτίας είναι δυνατή ουχί άλλως, ει μη δια της ανοικήσεως εν ημίν του Ιδίου του Θεού. Τούτο αποτελεί την θέωσιν ημών, ένεκα της οποίας καθίσταται δυνατή η άμεσος θεωρία του Θεού «καθώς εστί». Το πλήρωμα της χριστιανικής τελιότητος είναι ακατόρθωτον εν τοις ορίοις της γης. Ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος γράφει: «Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε· ο Μονογενής Υιός ο ων εις τον κόλπον του Πατρός Εκείνος εξηγήσατο» (Ιωαν. 1,18). Ο ίδιος δε διαβεβαιοί ημάς ότι εν τω μέλλοντι αιώνι θα συντελεσθή η θέωσις ημών, διότι «οψόμεθα Αυτόν καθώς εστί» (Α’ Ιωαν. 3,2). «Πας ο έχων την ελπίδα ταύτην... αγνίζει εαυτόν, καθώς Εκείνος αγνός εστί... πας ο εν Αυτώ μένων ουχ αμαρτάνει· πας ο αμαρτάνων ουχ εώρακεν Αυτόν ουδέ έγνωκεν Αυτόν» (Α’ Ιωαν. 3,3 και 6). Είναι ωφέλιμον να διαποτισθώμεν υπό του περιεχομένου αυτής της Επιστολής, ίνα η επίκλησης του Ονόματος του Ιησού γένηται ενεργός, σωτήριος, ίνα «μεταβώμεν» εκ του θανάτου εις την ζωήν» (πρβλ. Α’ Ιωαν. 3,14) και λάβωμεν «δύναμιν εξ ύψους» (Λουκ. 24,49).
Εν εκ των πλέον θαυμασίων βιβλίων των ασκητών Πατέρων είναι η «Κλίμαξ» του αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου. Αναγινώσκεται υπό των αρχαρίων μοναχών, αλλά χρησιμεύει και ως αυθεντικόν κριτήριον δια τους τελείους. (Είναι ίσως περιττόν να είπωμεν ότι η τελειότης επί της γης ουδέποτε είναι πλήρης). Παρόμοιόν τι δυνάμεθα να διαπίστώσωμεν και εις ό,τι αφορά εις την προσευχήν του Ιησού. Δι’ αυτής προσεύχονται κατά την διάρκειαν πάσης εργασίας απλοί και ευσεβείς άνθρωποι· δι’ αυτής αντικαθίστανται αι εκκλησιαστικαί ακολουθίαι· αυτήν «νοερώς»προφέρουν οι μοναχοί , ευρισκόμενοι εν τω ναώ κατά τον χρόνον των ακολουθιών· αύτη συνιστά ωσαύτως το κατ’ εξοχήν έργον των μοναχών εν τοις κελλίοις και των ερημιτών-ησυχαστών.
Η εργασία της προσευχής ταύτης συνδέεται στενώτατα μετά της θεολογίας του Θείου Ονόματος. Έχει αύτη βαθείας δογματικάς ρίζας, ως και όλη η ασκητική ζωή των ορθοδόξων: Συμβολίζει αρμονικώς μετά της δογματικής συνειδήσεως. Η προσευχή εις τινας των μορφών αυτής γίνεται αληθώς πυρ καταναλίσκον τα πάθη (βλ. Εβρ. 12,29). Εν αυτή περικλείεται Θεία δύναμις, ήτις ανιστά τους νεκρωθέντας εκ της αμαρτίας. Είναι φως, όπερ λαμπρύνει τον νουν και μεταδίδει εις αυτόν την ικανότητα της διακρίσεως δυνάμεων αίτινες ενεργούν «εν τω κόσμω»· παρέχει ωσαύτως την δυνατότητα της υεωρίας των τελουμένων εντός του νου και της καρδίας ημών: «Διικνουμένη (αύτη) άχρι μερισμού ψυχής τε και πνεύματος, αρμών τε και μυελών και κριτική ενθυμήσεων και εννοιών καρδίας» (πρβλ. Εβρ. 4,12).
Η ευλαβής άσκησις της προσευχής τταύτης οδηγεί τον άνθρωπον εις συνάντησιν μετά πολλών εναντιουμένων ενεργειών κεκρυμένων εν τη ατμοσφαίρα. Προσφερομένη εν τη καταστάσει βαθείας μετανοίας διεισδύει εις τον χώρον, όστις κείται πέραν των ορίων «της σοφίας των σοφών και της συνέσεως των συνετών» (Α’ Κορ. 1,19). Εις τας πλέον εντατικάς εκδηλώσεις αυτής απαιτεί αύτη ή μεγάλην πείραν ή καθοδήγητήν. Είναι απαραίτητος εις όλους ανεξειρέτως τους ασκούντας αυτήν η νημτική περίσκεψις, το πνεύμα της συντριβής και του φόβου του Θεού, η υπομονή εις παν επερχόμενον επ’ αυτούς. Τότε γίνεται αύτη δύναμις, ήτις συνάπτει το πνεύμα ημών προς το Πνεύμα του Θεού, παρέχουσα την αίσθησιν της ζώσης παρουσίας της αιωνιότητος εντός ημών, έχουσα ήδη οδηγήσει ημάς δια μέσου αβύσσων σκότους εν ημίν κεκρυμένων.
Η προσευχή αύτη είναι μέγα δώρον του ουρανού προς τον άνθρωπον και την ανθρωπότητα.
Πόσο σημαντική είναι η διαμονή (ίνα μη είπω η άσκησις) εν τη προσευχή, μαρτυρεί και αυτή η πείρα. Θεωρώ επιτρεπτόν να παραβάλω ταύτην προς την φυσικήν ζωήν του κόσμου ημών και να φέρω παραδείγματα εκ των γνωστών εις ημάς γεγονότων της συγχρόνου επικαιρότητος. Οι αθληταί, προετοιμαζόμενοι δια τους προκειμένους εις αυτούς αγώνας, επαναλαμβάνουν επί μακρόν τας αυτάς ασκήσεις, ώστε να εκτελέσουν κατά την στιγμήν της διεξαγωγής αυτών ταχέως και μετά βεβαιότητος, και τρόπον τινά μηχανικώς, πάσας τας κινήσεις, τας οποίας ήδη καλώς αφωμοίωσαν. Εκ του αριθμού των ασκήσεων αξαρτάται και η ποιότητς της αποδόσεως. Ιδού, θα διηγηθώ εισέτι γεγονός, όπερ συνέβη εις κύκλον γνωστών εις εμέ προσώπων. Βεβαίως επαναλαμβάνω επί του προκειμένου εκείνα, άτινα ήκουσα εξ ενός εκ των πλησιεστέρων ανθρώπων προς τα πρόσωπα εις τα οποία αναφέρονται.
Εις ευρωπαικήν τινα πόλιν δύο αδελφοί ανυμφεύθησαν σχεδόν συγχρόνως δύο νέας. Η μία εξ αυτών ήτο ιατρός, άνθρωπος οξείας αντιλήψεως και ισχυρού χαρακτήρος. Η άλλη ήτο ωραιοτέρα, δραστήριος, ευγενής αλλ’ ουχί καθ’ υπερβολήν ευφυής. Ότε επλησίαζεν ο καιρός του τοκετού δι’ αμφοτέρας, απεφάσισαν να αποκτήσουν την πρώτην εμπειρίαν ακολουθούσαι την προς τινός εμφανισθείσαν μέθοδον του «ανωδύνου τοκετού». Η πρώτη, η ιατρός, ταχέως κατενόησεν όλον τον μηχανισμόν της πράξεως ταύτης και μετά δύο ή τρία μαθήματα της καθωρισμένης γυμναστικής εγκατέλειψε τας ασκήσεις, πεπεισμένη ότι κατενόησε τα πάντα και ότι κατά την στιγμήν της ανάγκης θα εφήρμοζε τα γνώσεις αυτής. Η άλλη δεν εγνώριζε πολλά περί της ανατομίας του σώματος ούτε διετίθετο να ασχοληθή μετά της υεωρητικής πλευράς της μεθόδου ταύτης, αλλά παρεδόθη απλώς μετά ζήλου εις την επανάληψιν του προδιαγεγραμμένου συμπλέγματος κινήσεων του σώματος. Αφομοιώσασα δε ταύτας επαρκώς, ότε έφθασεν η στιγμή, απήλθε δια το προκείμενον εγχείρημα. Και τί νομίζετε ότι συνέβη; Η μεν πρώτη κατά την στιγμήν του τοκετού εκ των πρώτων ήδη ωδινών δεν ενεθυμήθη τας θεωρίας και έτεκε μετά μεγάλης δυσκολίας, «εν λύπαις» (Γεν. 3,16)· η δε άλλη έτεκεν άνευ πόνωνκαι σχεδόν άνευ δυσκολίας.
Ούτω θα συμβή και εις ημάς. Ο σύγχρονος και πεπαιδευμένος άνθρωπος είναι εις θέσιν να εννοήση τον «μηχανισμόν» της νοεράς προσευχής. Αρκεί να προσευχηθή δύο ή τρεις εβδομάδας μετά τινός ζήλου, να αναγνώση ολίγα βιβλία, και ιδού, ο ίδιος δύναται ήδη εις τα γεγραμμένα βιβλία να προσθέση και το ίδιον αυτού. Κατά την ώραν όμως του θανάτου, όταν η όλη σύστασις ημών υποβάλληται εις βιαίαν διάσπασιν, όταν ο νους θολούται και η καρδία αισθάνηται ισχυρούς πόνους ή εξασθένησιν, τότε πάσαι αι θεωρητικαί ημών γνώσεις εκλείπουν και η προσευχή δύναται να απολεσθή.
Είναι αναγκαίον να προσευχώμεθα επί έτη. Να αναγινώσκωμεν ολίγον, και μόνον ό,τι κατά τον ένα ή τον άλλον τρόπον άπτεται της προσευχής και συνεργεί, κατά το περιεχόμενον αυτού, εις την ενίσχυσιν της έλξεως προς προσευχήν μετανοίας δια της εσωτερικής φυλακής του νοός. Εκ της μακροχρονίου επαναλήψεως η προσευχή γίνεται φύσις της υπάρξεως ημών, φυσική αντίδρασις εις παν φαινόμενον εν τη πνευματική σφαίρα, είτε τούτο είναι φως, είτε σκότος, είτε εμφάνισις αγίων αγγέλων ή δαιμονικών δυνάμεων, χαρά ή λύπη – εν ενί λόγω, εν παντί καιρώ και πάση περιστάσει.
Μετά τοιαύτης προσευχής η γέννησις ημών δια την ουράνιον ζωήν δύναται όντως να αποβή ανώδυνος.
Η βίβλος της Καινής Διαθήκης, ήτις αποκαλύπτει εις ημάς τα έσχατα βάθη του ανάρχου Όντος, είναι σύντομος, αλλά και η θεωρία της προσευχής του Ιησού δεν απαιτεί ανάπτυξιν εις πλάτος. Η δια του Χριστού φανερωθείσα τελειότης είναι αέφικτος εν τοις ορίοις της γης· το πλήθος των πειρασμών, τους οποίους διέρχεται ο ασκών την προσευχήν ταύτην, είναι απερίγραπτον. Η άσκησις της προσευχής ταύτης οδηγεί κατά παράδοξον τρόπον το πνεύμα του ανθρώπου εις συνάντησιν μετά των κεκρυμμένων εν τω «Κόσμω» δυνάμεων. Η δια του Ονόματος του Ιησού προσευχή προκαλεί εναντίον αυτής επίθεσιν εκ μέρους των κοσμικών δυνάμεων, κάλλιον δ’ ειπείν, την πάλην μετά «των κοσμοκρατόρων του σκότους του αιώνος τούτου, των πνευματικών της πονηρίας εν τοις επουρανίοις» (πρβλ. Εφεσ. 6,12). Αύτη, ανυψούσα τον άνθρωπων εις σφαίρας κειμένας πέραν των ορίων της γηίνης σοφίας, εις τα υψίστας μορφάς αυτής, απαιτεί «άγγελον πιστόν οδηγόν».
Η προσευχή του Ιησού κατά την ουσίαν αυτής υπέρκειται παντός εξωτερικού σχήματος, εν τη πράξει όμως οι πιστοί ένεκα της ανικανότητος αυτών να σταθούν εν αυτή «καυαρώ νοΐ» επί μακρόν χρόνον, χρησιμοποιούν το κομβοσχοίνιον χάριν πειθαρχίας. Εν τω Αγίω Όρει του Άθω το πλέον διαδεδομένον κομβοσχοίνιον φέρειεκατό κόμβους διηρημένους εις τέσσαρα μέρη των είκοσι πέντε κόμβων. Ο αριθμός των προσευχών και των μετανοιών καθ’ ημέραν και νύκτα ορίζεται αναλόγως της δυνάμεως εκάστου και των πραγματικών συνθηκών της ζωής αυτού.
Του μακαριστού Γέροντος και κτήτορος της Μονής του Τιμίου Προδρόμου Essex
Σωφρονίου Σαχάρωφ από το βιβλίο “ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΉΣ”, εκδ. Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου Essex.
Περί της λειτουργικής γλώσσης Από το βιβλίο: Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί
ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ
Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου Σαχάρωφ
Από το βιβλίο: Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί
«Εν αρχή ην ο Λόγος, και ο Λόγος ην προς τον Θεόν, και Θεός ην ο Λόγος... πάντα δι Αυτού εγένετο» (Ιωαν. α΄ 1 και 3).
Η ανθρώπινη γλώσσα προορίζεται δια την έκφρασιν πραγματικοτήτων διαφόρων επιπέδων: του βιοτικού επιπέδου των φυσικών αναγκών, του παραπλησίου αυτού, και όμως διακρινομένου απ αυτού, των πρωτογόνων ψυχικών αισθημάτων και παθών, του της γλώσσης της πολιτικής δημαγωγίας, του της επιστημονικής γλώσσης, της φιλοσοφικής, της γλώσσης της ποιήσεως, εν τέλει του της υψίστης πασών: της γλώσσης της Θείας Αποκαλύψεως, της προσευχής, της θεολογίας και των άλλων σχέσεων μεταξύ Θεού και ανθρώπων: της Λειτουργικής.
Η αφηρημένη γνώσις περί του είναι έχει μεταφυσικάς ρίζας. Εις τούτο αναφέρεται η επιστήμη, η φιλοσοφία, και πρωτίστως η Θεογνωσία. Οι λόγοι οι εκφράζοντες τα ως άνω υποδειχθέντα είδη γνώσεως, ως και τα Ονόματα του Θεού, προέρχονται εκ της νοεράς σφαίρας, της μεταφυσικής. Ταυτοχρόνως ίδιον αυτών είναι να διεγείρουν εν τω νοί και τη καρδία διαφόρους αντιδράσεις, και υπ αυτήν την έννοιαν αποτελούν «εξηρτημένα – αντανακλαστικά» φέροντα χαρακτήρα άμεσον, αυτόματον.
Εκάστη γλώσσα έχει ως σκοπόν να οδηγήση τον ακροατήν ή τον αναγνώστην εις εκείνον τον χώρον, εις τον οποίον αύτη ανήκει. Έχοντες υπ όψιν την «εξηρτημένην – αντανακλαστικήν» ενέργειαν των λόγων, οφείλομεν ιδιαιτέρως να δώσωμεν μεγάλην προσοχήν εις την λειτουργικήν γλώσσαν, ήτις σκοπόν έχει να γεννήση εν τω νοί και τη καρδία των προσευχομένων την αίσθησιν άλλου κόσμου, του υψίστου. Τούτο επιτυγχάνεται δια της παρουσίας ονομάτων και εννοιών ανηκόντων αποκλειστικώς εις το θείον επίπεδον, ως και δια της χρήσεως μικρού αριθμού ειδικών μορφών εκφράσεως.
Οι Έλληνες δια της φιλοσοφίας έφθασαν εις τα υψηλότερα δυνατά όρια αναπτύξεως του ανθρωπίνου πνεύματος και δια της γλώσσης παρουσίασαν την τελειοτέραν δυνατήν μορφήν εκφράσεως του ανθρωπίνου λόγου. Την μορφήν ταύτην της εκφράσεως προσέλαβε και εχρησιμοποίησε κατά Πρόνοιαν Θεού εις την λατρείαν επί δύο χιλιετίας η Εκκλησία του Χριστού.
Η Λειτουργία, ως το κορυφαίον μέσον αναφοράς του ανθρώπου προς τον Θεόν, είναι φυσικόν να έχη ως εκφραστικόν όργανον την κατά το δυαντόν τελειοτέραν γλώσσαν.
Η χρήσις του τελειοτέρου υπάρχοντος γλωσσικού οργάνου εις τας λατρευτικάς συνάξεις βοηθεί τους πιστούς να διατηρούν την αίσθησιν του Τελείου και συμβάλλει εις την πληρεστέραν δυνατήν κοινωνίαν μετ Αυτού.
Η επί τοσούτον χρόνον χρησιμοποιηθείσα και καθαγιασθείσα γλώσσα της Θείας Λειτουργίας, ήτις δύναται να χαρακτηρισθή και ως κατηγόρημα της ορθοδόξου λατρείας, είναι αδύνατον να αντικατασταθή άνευ ουσιώδους βλάβης (διαφωτιστική ίσως ενταύθα δύναται να θεωρηθή και η πείρα εκ της αλλαγής της λειτουργικής γλώσσης εν τη Αγγλικανική εκκλησία. Ούτως, η εισαγωγή απλουστέρας λειτουργικής γλώσσης εις την λατρείαν της εν λόγω εκκλησίας ήμβλυνε την λατρευτικήν διάθεσιν των πιστών και εζημίωσε τας λατρευτικάς συνάξεις) αυτής ταύτης της λατρείας.
Δια τους λόγους τούτους είμεθα κατηγορηματικώς πεπεισμένοι ότι είναι αναγκαία η χρήσις της παραδεδομένης Λειτουργικής γλώσσης εν ταις εκκλησιαστικαίς ακολουθίαις. Ουδόλως υπάρχει ανάγκη αντικαταστάσεως αυτής υπό της γλώσσης της καθ ημέραν ζωής, πράγμα όπερ αναποφεύκτως θα καταβιβάση το πνευματικόν επίπεδον και θα προξενήση ούτως ανυπολόγιστον ζημίαν. Είναι άτοποι οι ισχυρισμοί περί του δήθεν ακατανοήτου δια πολλούς συγχρόνους ανθρώπους της παλαιάς εκκλησιαστικής γλώσσης, μάλιστα δε δι ανθρώπους εγγραμμάτους και πεπαιδευμένους εισέτι. Δι αυτούς η εκμάθησις εντελώς μικρού αριθμού λέξεων, αίτινες δεν είναι εν χρήσει εις την καθ ημέραν ζωήν, είναι υπόθεσις ολίγων ωρών. Πάντες ανεξαιρέτως καταβάλλουν τεραστίας προσπαθείας δια την αφομοίωσιν πολυπλόκων ορολογιών διαφόρων τομέων της επιστημονικής ή της τεχνικής γνώσεως, της πολιτικής, της νομικής και των κοινωνικών επιστημών, γλώσσης φιλοσοφικής ή ποιητικής και τα παρόμοια. Δια τί λοιπόν αναγκάζομεν την Εκκλησίαν να απολέση γλώσσαν απαραίτητον δια την έκφρασιν υψίστων μορφών της θεολογίας και των πνευματικών βιωμάτων;
Πάντες, όσοι ειλικρινώς; επιθυμούν να γίνουν κοινωνοί της αιωνοβίου παραδόσεως του Πναύματος, ευκόλως θα ανεύρουν την δυνατότητα να εξοικειωθούν μετά του ατιμήτου θησαυρού της ιεράς λειτουργικής γλώσσης, ήτις κατά τρόπον υπέροχον προσιδιάζει εις τα μεγάλα μυστήρια της λατρείας. Ολίγαι ιδιατερότητες της γλώσσης αυτής μειώνουν τον κόπον της προς καιρόν αποταγής εκ των εμπαθών συνηθειών: «Πάσαν νυν βιοτικήν αποθώμεθα μέριμναν».
Εάν κατά την τέλεσιν της Θείας Λειτουργίας εχρησιμοποιούμεν γλώσσαν της καθ ημέραν ζωής, τότε θα εγέννα αύτη εν τη ψυχή και τω νοί των παρευρισκομένων αντιδράσεις κατωτέρου επιπέδου, επιπέδου της φυσικής ημών υπάρξεως (επί του προκειμένου σημειούμεν ότι οι Σλαύοι, οίτινες κατά Πρόνοιαν Θεού παρέλαβον και χρησιμοποιούν επί αιώνας ευλογημένην γλώσσαν δια την λατρείαν, την Αγία Γραφήν και τας προσευχάς, ουδέποτε μετεχειρίσθησαν αυτήν δια τας κατωτέρας βιοτικάς ανάγκας, ουδέ εισέτι δια την εκκλησιαστικήν φιλολογίαν). Ο ανθρώπινος λόγος είναι εικών του Προαιωνίου Λόγου του Πατρός. «Τω λόγω Κυρίου οι ουρανοί εστερεώθησαν... Αυτός είπε και εγενήθησαν, Αυτός ενετείλατο και εκτίσθησαν» (Ψαλμ. λβ΄ 6,9). Και ο ημέτερος λόγος κατέχει δημιουργικήν δύναμιν. «Ο λόγος του Θεού ημών μένει εις τον αιώνα» (Ης. μ΄ 8), και ο λόγος ημών φθάνει την αιωνιότητα, εάν ελέχθη εν ταις οδοίς του θελήματος Αυτού. Δια της επικλήσεως των Ονομάτων του Θεού τελούνται τα Μυστήρια της Εκκλησίας, συμπεριλαμβανομένης και της μεταβολής του άρτου και του οίνου εις Σώμα και Αίμα Κυρίου.
Οι λόγοι της Λειτουργίας, και εν γένι των προσευχών, δεν είναι μόνον ανθρώπινοι, αλλά και Άνωθεν δεδομένοι. Η εκκλησιαστική γλώσσα αναφέρεται εις την σφαίραν του Θείου Είναι. Οφείλει αύτη να εκφράζη την Αποκάλυψιν του Πνεύματος και τας εξ αυτής γεννωμένας νοεράς θεωρίας. Δια της «ακοής ρήματος Θεού» (Ρωμ. ι΄ 17) εμπνέεται ο άνθρωπος εις πίστιν, ήτις ενίκησε τον κόσμον» (Α΄ Ιωαν. ε΄ 4, πρβλ. Α΄ Θεσσ. β΄ 13).
Σαλευμένοι εν τη αναζητήσει του Ασάλευτου
ΟΨΟΜΕΘΑ ΤΟΝ ΘΕΟΝ ΚΑΘΩΣ ΕΣΤΙ,
Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ), 1992, Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας.
Μετάφρασις εκ του Ρωσικού, Ιερομονάχου Ζαχαρίου.
Κεφάλαιον Πέμπτον
ΣΑΛΕΥΟΜΕΝΟΙ ΕΝ ΤΗ ΑΝΑΖΗΤΗΣΕΙ ΤΟΥ ΑΣΑΛΕΥΤΟΥ
Ο Χριστός είναι η Ζώσα Αλήθεια: "Εγώ ειμι... η αλήθεια και η ζωή" (Ιωάν. ιδ΄ 6), Ζωή άναρχος υπό ουδενός περιοριζομένη, αδέσμευτος, συναΐδιος τω Πατρί, αχώριστος απ' Αυτού και αδιαίρετος. Η Αγάπη και το Φως Αυτού ήγγισαν εμέ εν τη αυγή της ζωής μου. Εν τούτοις, ούτε το δώρον τούτο της χάριτος διεφύλαξεν εμέ από του ολισθήματος εις την άβυσσον του σκότους της ανυπαρξίας. Προς το τέλος της ωρίμου νεότητος διέπραξα μέγα αμάρτημα: Εγκατέλιπον Αυτόν, δια τινος κινήσεως επιπολαίου υπερηφανίας, χάριν ενός άλλου, υποθετικού Υπερ-προσωπικού Απολύτου. Καταστείλας την αγαθήν έξιν να προσεύχωμαι εις τον Θεόν της παιδικής μου ηλικίας, εφερόμην, εις ώρας υπερβατικού διαλογισμού, προς το απόλυτον Είναι. Απεξευδυόμην, ως εφαίνετο εις εμέ, πάν σχετικόν συνδεόμενον ετά ποικίλων μορφών: ορατών, αοράτων, αισθητών ή νοητών. Επιμόνως προσέφευγον εις τον γνόφον της αγνωσίας, όπως δια της απεκδύσεως παντός παρερχομένου φθάσω Εκείνο, ή Εκείνον, όστις υπερβαίνει τα όρια πάσης μεταβλητής και ασταθούς πραγματικότητος. Ενίοτε ησθανόμην "ανάπαυσιν" τινα, και απέλαυον, κατά τρόπον ουχί ψυχο-σωματικόν, της καταστάσεωςαυτής. Κατά τινα πλέον ολοκληρωτικήν ορμήν προς το ανονόμαστον πανυπερβατικόν Ον-Μη Ον, είδον τον νουν μου ως φως. Ουδέν επεδίωκον επί της γης, ει μη μόνον το Αιώνιον. Παραλλήλως επεζήτουν διακαώς να εκφράσω δια της ζωγραφικής το φυσικόν κάλλος, όπερ χαρακτηρίζει σχεδόν παν φυσικόν φαινόμενον. Την περίοδον εκείνην της ζωής μου θα ηδύνατο τις να θεωρήση πλήρη εμπνεύσεως, αλλ' εγώ ουδόλως ενθυμούμαι αυτήν μετ' αγάπης: Κατενόησα ότι παρεδιδόμην εις τινα ιδιότυπον "ηρεμίαν", ήτις κατ' ουσίαν δεν ήτο ει μη αυτοκτονία επι μεταφυσικού επιπέδου.
Εκ της νόθου ταύτης καταστάσεως ουδέποτε θα εξηρχόμην δι’ ιδίων δυνάμεων, αλλ’ ο Κύριος ηλέησε και προέφθσεν εμέ εν τη εσχάτη ίσως στιγμή. Εποίησεν Ούτος το θαύμα τούτο της ευσπλαγχνίας επισκεφθείς την καρδίαν μου, την οποίαν επί μακρόν χρόνον προσεπάθουν να αγνοήσω. Δεν γνωρίζω τίνι τρόπω να διηγηθώ την ακολουθίαν των πνευματικών γεγονότων εκείνου του καιρού. Αίφνης κατέστη εις εμέ σαφές μέχρις οφθαλμοφανείας, ότι η τεχνητή κατάδυσίς μου εις την αφηρημένην νοητήν σφαίραν δεν θα ωδήγει εμέ προς την αυθεντικήν γνώσιν της Πρωταρχικής Αρχής πασών των αρχών. Δια της ασκητικής απεκδύσεώς μου από παντός σχετικού δεν επετύγχανον της πραγματικής ενώσεως μετά του υπ’ εμού Ποθουμένου. Αι μυστικαί εμπειρίαι μου έφερον αρνητικόν χαρακτήρα. Ενώπιον μου ενεφανίζετο ουχί το «Καθαρόν Είναι», αλλά ο θάνατος ολοκλήρου του είναι μου, συμπεριλαμβανομένης και της υποστατικής μου αρχής.
Η εντολή «αγαπήσεις τον Θεόν δι’ όλης της υπάρξεώς σου και τον πλησίον ως σεαυτόν» (πρβλ. Λουκ. ι΄ 27), δι’ απροσδοκήτου εις εμέ τρόπου, ωρθώθη προ του νοός μου εν τω ευαγγελικώ αυτής περιεχομένω: Η υπαρξιακή ένωσις μετά του Θεού συντελείται δια της αγάπης. Και ούτως, ό,τι παλαιότερον απέτρεψεν εμέ από του Ευαγγελίου, το «αγαπήσεις», όπερ εφάνη εις εμέ τότε, κατ’ εκείνην την παράδοξον ώραν επί της οδού της Μόσχας, ως ανάξιος ψυχισμός, νυν εισέδυσεν εις την καρδίαν και τον νουν μου ως φως αληθούς γνώσεως. Η οντολογική ένωσις πραγματοποιείται εν τη ενεργεία της αγάπης. Η Ευαγγελική έννοια της αγάπης εξέρχεται ασυγκρίτως πέραν των ορίων της ψυχικής ή της σαρκικής ημών αντιλήψεως. Ο Θεός της παιδικής μου ηλικίας επέστρεψεν εις εμέ δια του φωτός της επιγνώσεως.
Η χριστιανική ζωή θεμελιούται επί της ταυτίσεως δύο θελήσεων: της Θείας, αιωνίως ασαλεύτου, και της ανθρωπίνης, υποκειμένης εις ταλαντεύσεις. Ο Θεός αποκαλύπτει πολυτρόπως Εαυτόν εις τον άνθρωπον. Δεν παραβιάζει την ανθρωπίνην θέλησιν. Εάν μετ’ αγάπης αποδεχώμεθα την προς ημάς προσέγγισιν Αυτού, τότε συχνάκις επισκέπτεται Ούτος την ψυχήν μετά της πραότητος και της ταπεινώσεως Αυτού. Καθώς μαρτυρεί η ιστορία της χριστιανικής πίστεως, δύναται να εμφανίση Εαυτόν εις τον άνθρωπον εν μεγάλω Φωτί. Η ψυχή, θεασαμένη τον Χριστόν εν τω Φωτί της αγάπης Αυτού, ελκύεται προς Αυτόν. Δεν δύναται, ούτε και θέλει, να αντισταθή εις την έλξιν αυτήν. Εκείνος είναι Πυρ φλέγον ημάς. Πάσα προσέγγισις προς Αυτόν συνδέεται μετ’ οδυνηράς εντάσεως. Είναι φυσικόν εις την πεπτωκυίαν φύσιν ημών να αποστρέφηται τον πόνον· και ημείς σαλευόμεθα εν τη αποφάσει ημών, όπως ακολουθήσωμεν οπίσω Αυτού. Να παραμείνη δε τις έξω του Φωτός Αυτού, είναι ωσαύτως αποτρόπαιον. Και ούτω το πνεύμα εταλαντεύετο μεταξύ δύο θέσεων: Να αναμιχθώ δια νόθου ταπεινώσεως μετά της περιβαλλούσης εμέ πραγματικότητος και να καταδικάσω εμαυτόν εις φθοράν, ή να αποδεχθώ την φοβεράν κλήσιν του Χριστού. Ότε επέλεξα το δεύτερον, τότε ανεγεννήθην δια ζωήν εν τω Ζώντι Θεώ.
Ο Κύριος γνωρίζει μετά ποίου φόβου και τρόμου εγράφησαν πολλαί εκ των σελίδων τούτων της εξομολογήσεώς μου. Εν τω τέλει της ζωής μου τολμώ να είπω ότι οι λόγοι του τριακοστού τρίτου ψαλμού εδικαιώθησαν και εν εμοί, ουχί άπαξ: «Ούτως ο πτωχός εκέκραξε και ο Κύριος εισήκουσεν αυτού... φοβήθητε τον Κύριον... ότι ουκ εστιν υστέρημα τοις φοβουμένοις Αυτόν». Ουδόλως είναι ευχάριστον να ίδη τις εαυτόν «πτωχόν», να έλθη εις επίγνωσιν της τυφλότητος αυτού. Είναι αφόρητως μέγας ο πόνος να ακούσω την εις θάνατον καταδίκην μου, δια το ό,τι ευρίσκομαι εν τοιαύτη καταστάσει. Εν τούτοις προ των οφθαλμών του Δημιουργού μου είμαι μακάριος, χάριν ακριβώς αυτής της γνώσεως της μηδαμινότητός μου (βλ. Ματθ. ε΄ 3). Η πνευματική αύτη όρασις συνδέεται μετά της αποκαλυφθείσης εις ημάς «βασιλείας των ουρανών». Οφείλω να ίδω τον Χριστόν «καθώς εστίν», ίνα παραβάλω εμαυτόν προς Εκείνον και εξ αυτής της συγκρίσεως αισθανθώ την α-μορφίαν μου. Δεν δύναμαι να γνωρίσω εμαυτόν, εάν δεν έχω ενώπιόν μου την Αγίαν Αυτού Μορφήν. Ισχυρά υπήρξε, και παραμένει εισέτι, η αποστροφή μου προς εαυτόν. Αλλά εκ της φρίκης ταύτης εγεννήθη εν αμοί προσευχή ιδιαιτέρας απογνώσεως, ήτις εβύθισεν εμέ εις θάλασσαν δακρύων. Ουδαμού διέκρινα τότε οδούς προς ίασίν μου· εφαίνετο εις εμέ ότι η δυσμορφία μου ήτο αδύνατον να μεταποιηθή εις ομοίωσιν προς το κάλλος Αυτού.
Και η παράφορος αύτη προσευχή, ήτις συνεκλόνισε την ύπαρξίν μου, είλκυσε προς εμέ την συμπάθειαν του Υψίστου Θεού, και το Φως Αυτού κατηύγασε το σκότος του είναι μου. Εν βαθεία σιγή εδόθη εις εμέ να θεωρήσω την αγαθότητα, την σοφίαν την αγιότητα Αυτού.
Δια μέσου του άδου της απελπισίας μου ήλθεν η ουράνιος λύτρωσις. Ανεδύθησαν εντός μου νέαι δυνάμεις, ετέρα όρασις, άλλη ακοή. Ηδυνήθην να γνωρίσω απερίγραπτον ωραιότητα. Εν τούτοις τούτο δεν ήτο «εμόν». Αι αμφιταλαντεύσεις εν τω είναι μου δεν είχον εισέτι παύσει: Εξέπιπτον της υπερκοσμίου ελλάμψεως και επέστρεφον εις την πτωχείαν μου. Παρά ταύτα εγνώριζον μετά βεβαιότητος ότι η Αγία Βασιλεία του Χριστού είναι η αιώνιος πραγματικότης. Την πραγματικότητα ταύτην οφείλομεν να αποκτήσωμεν δια μακροχρονίου αγώνος προσευχής: «Η Βασιλεία των ουρανών βιάζεται, και βιαστεί αρπάζουσιν αυτήν» (Ματθ. ια΄12).
Πρέπει να ευλογώμεν τον Θεόν, όταν αποκαλύπτηται εις ημάς αφ’ ενός μεν η ουσία της απωλείας – ουχί μόνον της επιγείου, αλλά και της αιωνίου – αφ’ ετέρου δε το ανεκδιήγητον Φως της Θεότητος. Η γραφή ομιλεί περί «αιωνίου κολάσεως» (Ματθ. κε΄46). Εις τι συνίσταται αύτη; Κατ’ ουσίαν δεν γνωρίζομεν εισέτι πάσας τας μορφάς βασάνου, τας οποίας ενδέχεται να συναντήσωμεν μετά την έξοδον ημών εκ του κόσμου τούτου. Αλλά και πάλιν η ιδία Γραφή λέγει: «...εκβληθήσονται εις το σκότος το εξώτερον· εκεί έσται ο κλαυθμός και ο βρυγμός των οδόντων» (Ματθ. η΄12). Ούτω και εγώ πιστεύω ότι η «αιώνιος κόλασις» δεν έγκειται εις το ότι εν τω άδη σκοτειναί υπάρξεις θα υποβάλλουν ημάς εις βασανιστήρια επί πυράς, αλλ’ εις το ότι θα αποδειχθώμεν ανάξιοι να εισέλθωμεν εις την Αγίαν Βασιλείαν της Αγάπης του Θεού.
«Μετανοείτε· ήγγικε γαρ η Βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. δ΄17). Τοιαύτη είναι η αρχή του κηρύγματος του Ιησού Χριστού. Δια της μετανοίας αναγεννάται εντός ημών η δύναμις της ζωής. Ανακαινίζεται η απολεσθείσα εν τη πτώσει του Αδάμ αξία του ανθρώπου. Δια του θρήνου της μετανοίας αποκαθίσταται η εκ της αμαρτίας αποκτανθείσα ικανότης ημών να προσλάβωμεν το εκ του Θεού – της Αγίας Τριάδος – εκπορευόμενον άκτιστον Φως. Αλλά τι υπέδειξεν εις εμέ η πείρα μου; Ιδού τι: Δεκαετίαι οδυρμών επί του εσωτερικού μου νεκρού δεν κατέστησαν εμέ ασάλευτον εν τη κατά θεόν ζωή· δια της μια ή της άλλης μορφής η αμαρτία νικά εμέ.Έκαστον ολίσθημα εις την αμαρτίαν θλίβει βαθέως την ψυχήν. Εκτός τούτου, συχνάκις δεν έχομεν – δεν έχω εννοώ – την βεβαιότητα κατά πόσον είμαι δίκαιος εις τας ενεργείας μου, ή πόσον απέχω από της αληθώς αγίας ζωής. Ιδιαιτέρως αισθάνομαι τούτο εις τας ασυμφωνίας μου μετά των ανθρώπων. Ακαταπαύστως καταδιώκει ημάς η συνείδησις της ανεπαρκείας ημών και ικετεύομεν τον Κύριον: «Συγχώρησόν μοι, τω αχρείω δούλω Σου» (βλ. Λουκ. ιζ΄10). Βεβαίως, ως μοναχός εδιδάχθην να καταδικάζω εμαυτόν εις πάντα, «να κρατώ τον νουν μου εις τον άδην». Το έργον όμως τούτο απαιτεί μεγάλην υπομονήν. Και μόνον δια της οδού ταύτης κατορθούται ο περιορισμός των εξαντλητικών δια την καρδίαν και τον νουν ταλαντεύσεων. Η τελεία δε σταθερότης θα εμφανισθή εις την αιωνιότητα, ως έσχατον δώρον του Θεού, του Σωτήρος ημών.
Μόνον ο Χριστός δίδει εις ημάς κατά τρόπον μοναδικόν την επίγνωσιν των επιγείων και ουρανίων πραγμάτων. Ιδού, Ούτος είπεν: «Θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμον» (Ιωαν. ιστ΄ 33). Ενίκησε δε ουχί ως Θεός, Δημιουργός πάντων των όντων, αλλ’ ως άνθρωπος. Εις τούτο δε καλεί και ημάς. Ως νικητής του κόσμου ο «άνθρωπος Χριστός Ιησούς» (Α΄Τιμ. Β΄5) εγένετο υπερκόσμιος. Προς τοιαύτην νίκην οδηγεί η συμφώνως προς τας ευαγγελικάς εντολάς ζωή. Και ημείς οι άνθρωποι δυνάμεθα να νικήσωμεν και να γίνωμεν υπερκόσμιοι, τουτέστι θεοί, αλλ’ ουχί άλλως, ει μη μόνον εν Αυτώ και δια της Αυτού δυνάμεως. Ουδείς υπάρχει εν πάση τη κτίσει, όστις θα διήνοιγεν εις ημάς τα μυστήρια του Είναι εν τη απειρότητι Αυτού, ει μη μόνον ο Κύριος Ιησούς. Ουδείς υπάρχει, όστις θα ηδύνατο να συμπεριλάβη εις μίαν αιώνιον Πράξιν και τον Ουρανόν και την Γην και τα Καταχθόνια, ει μη ο συνάναρχός τω Πατρί Μονογενής Υιός. Εάν ακολουθώμεν οπίσω Αυτού, εν αποφάσει να παραμείνωμεν εν τω πνεύματι της διδαχής Αυτού, τότε δίδονται και εις ημάς στιγμαί κατά τας οποίας, κατηυγασμένοι υπό του Φωτός, εναγκαλιζόμεθα και ημείς εν προσευχή και την Γην και τα Καταχθόνια, έτι δε και τον Ουρανόν, και ασπαζόμεθα την Αιωνιότητα. «Ιησούς Χριστός χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας» (Εβρ. ιγ΄8).
Έχοντες εντρυφήσει εις το πολυπόθητον Φως του Ουρανού, ευρίσκομεν και πάλιν εαυτούς εις φοβεράς καταστάσεις: Το Πνεύμα το Άιον, απομακρυνθέν αφ’ ημών, εγκάταλείπει τον οίκον ημών έρημον. Εφαίνετο ήδη εις ημάς ότι επετύχομεν του Ποθουμένου, ότι κατωπτεύσαμεν τα απ’ αιώνος απόκρυφα Μυστήρια εν τοις κόλποις της Θεότητος... και αίφνης, είμεθα εκ νέου όμοιοι προς γυμνούς επαίτας. Είμεθα μακάριοι, όταν εκ του σκότους της αγνοίας και του θανάτου μεταφερώμεθα εις το θαυμαστόν Φως· όταν όμως εκπίπτωμεν εκ του Φωτός εις το πρότερον σκότος ημών, τότε βιούμεν αυτό το σκότος μετ’ εντονωτέρας οδύνης. Θα παρέλθη ουχί βραχύς χρόνος, πριν ή αρξώμεθα να κατανοώμεν τας οδούς τουΘεού ημών. Ούτος εν τη απείρω Αυτού προς ημάς αγάπη διψά να καταστήση ημάς μετόχους του Θείου πληρώματος, αλλ’ ημείς δεν πρέπει να υπολαμβάνωμεν ως δυνατήν την επίτευξιν του πληρώματος τούτου εν τοις ορίοις της γης. Ενταύθα είμεθα πάντοτε, κατά τινα τρόπον, διεσπασμένοι: Τείνομεν δι’ όλης ημών της δυνάμεως προς την Αιωνιότητα, αλλά πειθόμεθα δια την ανικανότητα του παρόντος σώματος ημών να προσλάβη και να φέρη μετά σταθερότητος το πλήρωμα. Εις τινα στιγμήν το Φως δεικνύει εις το πνεύμα ημών την απειρότητα, ύστερον όμως αναποφεύκτως απομακρύνεται. Όντως, εις τι βάθος του υποστατικού ημών είναι αποτυπούται αμυδρώς, «ως εν εσόπτρω», το εν αστραπή εμφανισθέν Φως, αιώνιον όμως κατά την φύσιν αυτού. Ο Κύριος ανέστη, και το αναστηθέν Αυτού σώμα προσέλαβε τας ιδιότητας του πνεύματος. Επομένως, έως ότου είμεθα ενδεδυμένοι το μη εισέτι μεταμεμορφώμενον δια της αναστάσεως σώμα, δεν θα αποφύγωμεν τας οδυνηράς αμφιταλαντεύσεις κατά την πορείαν ημών επί τα ίχνη του Χριστού.
Δι’ άνθρωπον της ηλικίας μου είναι φυσικώτερον να ετοιμάζηται μάλλον δια τον θάνατον ή να συγγράφη. Και ποίος είμαι εγώ, ώστε να ομιλώ περί του πως διήλθεν η ζωή μου επί του επιπέδου του πνεύματος; Κατά το παρελθόν ουδέποτε διενοήθην παρόμοιόν τι. Επί πλέον δεν είχον την πρόθεσιν να φανερώσω την εσωτερικήν μου πορείαν. Εθεώρουν αυτήν ως αποτέλεσμα της πτώσεώς μου, της οποίας την καταχθόνιον φύσιν ανεγνώρισα βραδύτερον. Αι εσωτερικαί συγκρούσεις εις τας οποίας ευρισκόμην θα ηδύναντο ίσως να φανούν εις πολλούς ως φαινόμενον μικρόν απέχον της παραφροσύνης. Εμέ όμως, κατά τινα τρόπον, επληροφόρει η διαίσθησις ότι η περίπτωσίς μου εξήρχετο της αρμοδιότητος της κοινής ψυχιατρικής επιστήμης. Θα ήτο δε ασυγχώρητος βεβήλωσις εάν απετεινόμην προς επαγγελματίας ιατρούς.
Αι ημέραι της ζωής μου, κατά το πλείστον, παρήρχοντο εις στενόν μάλλον κύκλον επαφών. Ως εκ τούτου δεν εξάγω ταχέως γενικά συμπεράσματα. Νυν εν τούτοις δεν φοβούμαι ότι θα διαπράξω σοβαρόν σφάλμα, εάν υποθέσω ότι σήμερον εκατομμύρια ανθρώπων εκ των πλέον διαφόρων κοινωνικών στρωμάτων και εθνικοτήτων ζουν εν τινι τραγικώ κύκλω αντιφάσεων αναλόγων κατά το μάλλον ή ήττον προς τας ιδικάς μου. Η γνώσις μιας συγκεκριμένης περιπτώσεως, ως η ιδική μου, θα ηδύνατο δια τινας εξ αυτών των ανθρώπων να αποδειχθή έτι και ωφέλιμος.
Εν τη ζωή εκάστου χριστιανού η πνευματική αύξησις ακολουθεί ιδιαίτερον ρυθμόν ή διαδικασίαν, ήτιςπροσιδιάζει μόνον εις το δεδομένον πρόσωπον. Αλλ’ ως βάσις των πάντων κείται το αυτό Πνεύμα (βλ Α’ Κορ. ιβ΄4-11, Εφεσ. β΄ 21-22, Κολ. β΄ 19), επομένως ο αυτός τελικός σκοπός, ως εκφράζεται δια των εντολών του Χριστού, των οποίων η κατακλείς είναι: «Έσεσθε ουν υμείς τέλειοι, ώσπερ ο Πατήρ υμών ο εν τοις ουρανοίς τέλειος εστιν» (Ματθ. ε΄48). Εξ αυτού συμπεραίνομεν ότι τα πνευματικά γεγονότα εις την πορείαν ενός προσώπου είναι δυνατόν να συμπίπτουν προς τας εμπειρίας πολλών άλλων προσώπων της ιδίας πίστεως, τα οποία ασκούνται εις διαφόρους εποχάς και υπό διαφόρους ουχί μόνον εσωτερικάς, αλλά και εξωτερικάς συνθήκας. Η αυτή περί τελειότητος εντολή εδόθη δι’ όλους τους αιώνας, εις όλους τους ανθρώπους, ανεξαρτήτως χώρου, πολιτισμού, εθνικότητος ή οιασδήποτε άλλης συμβατικής και σχετικής ιδιαιτερότητος. Εν άλλαις λέξεσιν, αι εντολαί του Θεού έχουν απόλυτον χαρακτήρα.
Η πνευματική ζωή του χριστιανού φέρει ιδιαιτέρως δυναμικόν χαρακτήρα. Ουδέποτε είναι στατική. Είναι απείρως πλουσία εις τας εκδηλώσεις αυτής. Τούτο αφ’ ενός μεν αποτελεί τον πλούτον αυτής, αφ’ ετέρου δε συνιστά ένδειξιν της μη εισέτι αποκτηθείσης τελειότητος. Εν τη ζωή αυτής ταύτης της Τριαδικής Θεότητος η δυναμική και η στατική έποψις συνάγονται εις τινα ακατάληπτον δι’ ημάς ενότητα. Και εν αυτή τη «ενότητι» περικλείεται η αληθής σταθερότης, ήτις επηγγέλθη δι’ όλους εκείνους οίτινες προσέφερον γνησίαν μετάνοιαν.
Η ζωή του κόσμου προσεγγίζει την στιγμήν, ότε «πάντες αλλαγησόμεθα εν ριπή οφθαλμού»· ότε «ουρανοί πυρούμενοι λυθήσονται και στοιχεία καυσούμενα τήκεται», όταν θα συντελεσθή «των σαλευομένων η μετάθεσις ως πεποιημένων, ίνα μείνη τα μη σαλευόμενα» (Α΄Κορ. ιε΄ 51-52, Β΄ Πετρ. γ΄ 12, Εβρ. ιβ΄26-28, βλ. Αποκ. κα΄ 1). Εις τον άνθρωπον θα δοθή η διαμονή εν τη Θεία και ασαλεύτω σταθερότητι, τη αιωνίως και εις το έπακρον δυναμική. Και τούτο είναι αληθώς η αιωνία κατάπαυσις
Από το βιβλίο: Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί
ΠΕΡΙ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΖΩΗΣ
ΕΚΔ. ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΕΣΣΕΞ ΑΓΓΛΙΑΣ 1995. Μετάφραση από τα γαλλικά Ιερομονάχου Ζαχαρίου.
Επιλεγμένα κείμενα από το βιβλίο.
Πηγή: www.nektarios.gr
Τίτλος πρωτοτύπου:
Archimandrite Sophrony,
De Vie et d’ Esprit
Aphorismes spirituels
1er édition 1992.
ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ
5. «Εν αρχή ήν ο Λόγος». Χωρίς Αυτόν τίποτε δεν υπάρχει.
6. Πρέπει να στοχεύουμε στον Ίδιο τον Θεό, στο πρόσωπό Του, δηλαδή σ’ εκείνο που είναι πάνω απ’ όλα, για να δώσουμε στο σώμα μας, που κλίνει στην αδράνεια, την φορά προς το αιώνιο. }018}
11. Το σπέρμα που έρριξε ο Σατανάς στην καρδιά και το νου του Αδάμ – το λογισμό να γίνει θεός χωρίς τον Θεό – σφηνώθηκε τόσο βαθιά στο είναι μας, ώστε να βρισκόμαστε αδιάκοπα υπό το κράτος της αμαρτίας.
12. Ήδη από τη γέννησή μας γινόμαστε κληρονόμοι του Αδάμ. Μπορούμε να ζήσουμε την κατάσταση της πτώσεως, που είναι μια φοβερή απόκλιση από την αγάπη του Πατρός, ως την μόνη πραγματικότητα του ανθρωπίνου είναι. Στον κόσμο ζούμε στην ατμόσφαιρα και τη λατρεία της πτώσεως. Ζούμε στην άνεση και συχνά }019} ντρεπόμαστε να ομολογήσουμε την πίστη μας, να πούμε ότι είμαστε χριστιανοί.
14. Μετά από δύο παγκόσμιους πολέμους – οι πόλεμοι είναι η κατεξοχήν αμαρτία – ο σύγχρονος κόσμος έχασε τη χάρη του Αγίου Πνεύματος.
15. Ένα μόνο έχει σημασία: να φυλάξουμε την ένταση της προσευχής και της μετάνοιας. Τότε ο θάνατος δεν θα είναι ρήξη, αλλά μετάβαση στη Βασιλεία, για την οποία θα έχουμε ετοιμασθεί με την κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του }020} Χριστού με την προσευχή και την επίκληση του Ονόματός Του:
18. «Ακηδία», ετυμολογικά σημαίνει απουσία φροντίδας για τη σωτηρία. Εκτός από σπάνιες σχεδόν περιπτώσεις, όλη η ανθρωπότητα ζει σε κατάσταση ακηδίας. Οι άνθρωποι έγιναν αδιάφοροι για τη σωτηρία τους. Δεν αναζητούν τη θεία ζωή. Περιορίζονται στα σχήματα της σαρκικής ζωής στις καθημερινές ανάγκες, στα πάθη του κόσμου και τις συμβατικές πράξεις. Ωστόσο ο Θεός μας έπλασε από το μηδέν «κατ’ εικόνα» του Απολύτου και «καθ’ ομοίωσίν» Του. Αν η αποκάλυψη αυτή αληθεύει, η απουσία της μέριμνας για τη σωτηρία δεν είναι άλλο παρά ο θάνατος του προσώπου. }021}
19. Η απελπισία είναι η απώλεια της συνειδήσεως ότι ο Θεός θέλει να μας δώσει την αιώνια ζωή. Ο κόσμος ζει στην απελπισία. Οι άνθρωποι έχουν καταδικάσει οι ίδιοι τον εαυτό τους στο θάνατο. Πρέπει να παλέψουμε σώμα προς σώμα με την ακηδία. }022}
26. Όπως ο Χριστός στη Γεθσημανή και στο Γολγοθά ζούσε ακατάπαυστα με τη σκέψη του Πατρός, κι εμείς οφείλουμε να ζούμε κάθε στιγμή με τη σκέψη του Θεού, αλλά περισσότερο του Χριστού παρά του Πατρός, επειδή δια του Υιού ερχόμαστε στον Πατέρα. Στην πράξη η ζωή γίνεται Χριστοκεντρική. }023}
38. «Η ζωή των άλλων έχει για μένα μεγαλύτερη αξία από τον ίδιο τον εαυτό μου, από την ίδια τη ζωή μου». Όταν καταλάβετε αυτό, δεν θα υπάρχουν πια προστριβές μεταξύ σας. … Ο καθένας μας οφείλει να έχει για τους άλλους την αγάπη της μητέρας.
39. Οφείλουμε να είμαστε άκρως ευαίσθητοι στις ανάγκες των άλλων. Τότε θα είμαστε ένα και η ευλογία }026} του Θεού θα μένει πάντοτε μαζί μας. Άφθονη!
41. Αν όπως ομολογούμε στο Σύμβολο της πίστεως ο Χριστός είναι ο αληθινός Θεός, ο Σωτήρας του κόσμου, ο Δημιουργός του σύμπαντος πώς μπορούμε να συμβιβάσουμε αυτή τη θεωρία μας με την ιδέα της εθνικότητας, του τόπου, της εποχής …;
42. Δε γνωρίζω Χριστό Έλληνα, Ρώσο, Άγγλο, Άραβα … Ο Χριστός είναι για μένα το παν, το υπερκόσμιο Είναι.
43. Στην Γραφή αναφέρεται συχνά ότι ο Χριστός πέθανε για όλο τον κόσμο, για τις αμαρτίες όλων των ανθρώπων. Μόλις περιορίσουμε το πρόσωπο του Χριστού μόλις το κατεβάσουμε στο επίπεδο των εθνοτήτων, χάνουμε το παν και βυθιζόμαστε στο σκοτάδι. Τότε ανοίγει ο δρόμος προς το μίσος ανάμεσα στα έθνη, προς την έχθρα μεταξύ των κοινωνικών ομάδων. }027}
44. Όποιος αγαπά τον Χριστό αφομοιώνει και φέρει μέσα του τα αισθήματα που είχε ο Ιησούς Χριστός, ζει την ανθρωπότητα ως ένα Αδάμ, προσεύχεται για τον «Αδάμ παγγενή». Ιδού ο αληθινός Χριστιανισμός.
45. Ο Χριστός είναι ο άπειρος Θεός. Δε σταυρώθηκε μόνο για τους πιστούς, αλλά για όλους τους ανθρώπους, από τον Αδάμ ως τον τελευταίο που θα γεννηθεί από γυναίκα. Να ακολουθεί κάποιος τον Χριστό, σημαίνει να πάσχει, για να θεραπευθεί και να σωθεί ολόκληρη η ανθρωπότητα. Δεν μπορεί να είναι διαφορετικά.
47. «Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Μου δόθηκε να κατανοήσω την εντολή αυτή με τη μορφή ενός δένδρου κοσμικών διαστάσεων, γιγάντιου, του οποίου }028} η ρίζα είναι ο Αδάμ. Εγώ δεν είμαι παρά ένα μικρό φύλλο σε κάποιο κλαδί αυτού του δένδρου. Αλλά το δέδρο αυτό δε μου είναι ξένο. Είναι η ρίζα μου. Του ανήκω. Να προσεύχεσαι για τον κόσμο ολόκληρο είναι να προσεύχεσαι για το δένδρο αυτό στο σύνολό του, με τις μυριάδες των φύλλων του.
48. Ν’ ακολουθήσουμε τον Χριστό σημαίνει ν’ ανοιχτούμε στη συνείδηση του Ίδιου του Χριστού, που φέρει μέσα Του ολόκληρη την ανθρωπότητα· ολόκληρο το δένδρο χωρίς εξαίρεση κανενός φύλλου. Αν αποκτήσουμε τη συνείδηση αυτή θα προσευχόμαστε για όλους όπως και για τον εαυτό μας.
49. Αν γίνουμε κατ’ εικόνα του Χριστού φορείς της ανθρωπότητας και του Θεού, το «εγώ» μας θα είναι η εικόνα του Απολύτου: σε μικροσκοπικές ίσως διαστάσεις, αλλά όντως η εικόνα του Απολύτου.
50. Μετανοούμε προσωπικά αλλά τα πάθη μας είναι εκείνα που καταδιναστεύουν τον κόσμο. Κατά συνέπεια, αυτό που ζούμε δεν είναι ξέχωρο από τη ζωή του κόσμου. Σιγά – σιγά φυσικά αρχίζουμε να ζούμε την κατάστασή μας ως αντανάκλαση της καταστάσεως όλης της ανθρωπότητας. Αρχίζουμε να ζούμε τη ζωή μας όπως τη βλέπει ο Θεός, με τρόπο σφαιρικό. Με τη μετάνοιά μας, δε ζούμε μόνο το ατομικό μας δράμα· }029} ζούμε μέσα στον ίδιο τον εαυτό μας την τραγωδία όλου του κόσμου, το δράμα της ιστορίας του από την αρχή του χρόνου.
51. Εν Χριστώ η συνείδησή μας πλαταίνει, η ζωή μας δε γνωρίζει όρια. Στην εντολή «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν», πρέπει να εννοήσουμε το «ως σεαυτόν» με τον εξής τρόπο: Κάθε άνθρωπος, ο «Αδάμ όλος», είναι το είναι μου.
52. Η Βασιλεία του Χριστού, γράφει ο Άγιος Σιλουανός είναι να φέρουμε στην καρδιά μας όλο το Σύμπαν, και τον Θεό, τον Ίδιο τον Δημιουργό.
53. Όταν προσεύχεστε, να προσεύχεσθε για όλους και για τον καθένα. Και να προσθέτετε: «Δι’ ευχών αυτών, δι’ ευχών αυτού ελέησόν με». Κατ’ αυτόν τον τρόπο, σταδιακά η συνείδησή σας θα πλατύνει. }030}
57. Όταν ο αγώνας διεξάγεται στο επίπεδο του κόσμου και των παθών, οι άνθρωποι εξαντλούνται και }031} γερνούν πολύ γρήγορα. Όταν όμως τα παθήματα προέρχονται από την πάλη εναντίον των παθών με Πνεύμα Χριστού, οι άνθρωποι αναγεννώνται.
60. Ιδού το παράδοξο της χριστινανική ζωής: Διαλέγοντας τα παθήματα του Χριστού για τον κόσμο, έχουμε την αίσθηση ότι είμαστε πιο κοντά σ’ Αυτόν και στην αιώνια ζωή.
61. Όταν αποφασίζουμε ν’ ακολουθήσουμε τον Χριστό κάθε μέρα της ζωής μας γίνεται μέρα παθημάτων, δακρύων και πόνου. }032}
62. Η ύπαρξη πάνω στη γη είναι για τον άνθρωπο πόνος χωρίς τέλος. Γιατί υποφέρουμε όλα αυτά; Διότι ο Δημιουργός ήλθε και κατοίκησε μαζί μας. Και τώρα Τον γνωρίζουμε προσωπικά.
65. Καλύτερα, ασφαλώς να μην αμαρτήσουμε. Αλλά όταν η μετάνοια είναι πύρινη, μπορεί να αποκαταστήσει κάθε απώλεια.
66. Οφείλουμε να φυλάξουμε το πνεύμα της μετανοίας κατά τη διάρκεια όλης της ζωής μας μέχρι τέλους. Η }033} μετάνοια είναι η βάση κάθε ασκητικής και πνευματικής ζωής. Η συναίσθηση, η διαίσθηση της αμαρτίας μπορούν να οξυνθούν τόσο πολύ μέσα μας, ώστε να γεννήσουν πράγματι βαθιά μετάνοια.
67. Μπορούμε να κλαίμε για ώρες, για εβδομάδες, για χρόνια, μέχρις ότου το είναι μας να αναγεννηθεί ολοκληρωτικά από το λόγο του Χριστού, από τις εντολές Του και προπαντός από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Αυτή η μεταμόρφωση του είναι μας, μετά την πτώση του Αδάμ, απαιτεί πολλές προσπάθειες, και πολύ χρόνο.
68. Η μετάνοια δεν έχει τέλος πάνω στη γη, γιατί το τέλος της μετάνοιας θα σήμαινε ότι γίναμε σε όλα όμοιοι με τον Χριστό.
69. Οι άνθρωποι μόνοι τους δεν μπορούν να καταλάβουν αν αμαρτάνουν ή όχι. Μόνο ο Κύριος και το Άγιο }034} Πνεύμα το αποκαλύπτουν.
70. Στα μικρά πράγματα, στις απλές πράξεις, ας προσπαθήσουμε να τηρούμε την ακόλουθη εσωτερική στάση: «Αρνούμαι το θέλημα του “πεπτωκότος” αίματός μου· θέλω στις φλέβες μου να ρέει η ζωή του Ιδίου του Θεού».
72. Όταν βλέπουμε τον Χριστό «καθώς εστι», αρχίζουμε να βλέπουμε τον ίδιο τον εαυτό μας, να συνειδητοποιούμε πόσο μεγάλοι και άθλιοι αμαρτωλοί είμαστε, και να θρηνούμε για την εαυτό μας. Η αγάπη για ολόκληρο τον κόσμο γεννιέται κατά το μέτρο του θρήνου μας. Παύουν τα σχίσματα. Είμαστε όλοι ένα εν τω Χριστώ.
73. Μόνον όταν μας φωτίσει το φως του Χριστού μπορούμε }035} να βλέπουμε τις αμαρτίες μας. Με την προσευχή η καρδιά αρχίζει σιγά-σιγά να συλλαμβάνει τις επιδράσεις των πνευμάτων που γεμίζουν τον κόσμο. Αντί να προοδεύουμε, βλέπουμε με ολοένα και μεγαλύτερη οξύτητα τα πάθη που μας κατέχουν. Κατά παράδοξο τρόπο, το αίσθημα αυτό της μη προόδου είναι πρόοδος. Έστω και αν δεν έχουμε δει ακόμη το άκτιστο Φως του Θεού μέσω αυτού βλέπουμε τις αμαρτίες μας.
74. Δεν μπορούμε να αποκτήσουμε την καθαρά προσευχή παρά μόνο με την μετάνοια. Όταν μετανοούμε, δηλαδή όταν καθαριζόμαστε από κάθε αμαρτωλό πάθος, γινόμαστε σιγά-σιγά ικανοί να εισέλθουμε στο Θείο Φως.
77. Το βασικότερο πράγμα είναι να κρατούμε πάντοτε την επίγνωση της ανεπάρκειάς μας ενώπιον του Θεού. Τότε μπαίνουμε σε διαρκή ένταση ανάμεσα στην αυτομεμψία }036} και την αγάπη του Χριστού, τη μετάνοια και την ελπίδα στο έλεος του Θεού. Από τη μια πλεύρά ζούμε στην οδύνη γιατί είμαστε τόσο μακριά από τον Θεό που αγαπάμε. Από την άλλη αυτή η οδύνη και αυτή η αγάπη ενεργούν σαν εσωτερική φωτιά και μας ωθούν με δύναμη προς τον Θεό. Η ένταση αυτή βρήκε την «τομωτέρα» έκφρασή της στο λόγο του Χριστού προς τον Γέροντα Σιλουανό: «Κράτει τον νουν σου εις τον άδην, και μη απελπίζου». Ο λόγος αυτός μπορεί να προκαλέσει φόβο, φρίκη και πανικό, αλλά δεν πρέπει να μας συντρίβει. Αποτελεί τη θεμελιώδη αρχή της «εν Χριστώ» ζωής μας.
78. Πως μπορούμε να είμαστε συνεχώς στο «πυρ» της κολάσεως και των παθών και να δεχόμαστε συγχρόνως από το Άγιο Πνεύμα την πληροφορία της σωτηρίας μας; Σ’ αυτό μας φωτίζει η εσωτερική κατάσταση του Χριστού στο Γολγοθά. Πρώτα λέει στο ληστή: «Σήμερον μετ’ Εμού έση εν τω παραδείσω». Αργότερα, κραυγάζει: «Ινατί Με εγκατέλιπες»; Οι δύο αυτές στιγμές δεν κάνουν παρά μόνο μία. Κάτω από τις διάφορες μορφές, η κατάσταση αυτή του Χριστού στο Γολγοθά είναι πάντοτε παρούσα στον άνθρωπο και μεταμορφώνει το ίδιο το περιεχόμενο της ζωής του. «Χαίρειν μετά χαιρόντων και κλαίειν μετά κλαιόντων», λέει ο Απόστολος Παύλος. Για μας οι λόγοι αυτοί είναι ακατάληπτοι.
79. Δεν πρέπει να ισχυριζόμαστε ότι επαναλαμβάνουμε }037} την εμπειρία των Αγίων Σιλουανού, … Στην πνευματική ζωή δεν υπάρχει επανάληψη ακριβής, ταυτόσημη, αλλ’ απλώς αναλογία στο πνεύμα, στην ένταση που προϋποθέτει ο λόγος: «Κράτει τον νουν σου εις τον άδην, και μη απελπίζου».
80. Δεν πρέπει ποτέ να συγκρίνουμε τον εαυτό μας με κανένα πρόσωπο. Ο καθένας από μας, όσο μικρός και αν είναι, είναι μεγάλος ενώπιον του Αιωνίου. Ο Θεός συνάπτει με κάθε ανθρώπινη ύπαρξη καρδιακή και μοναδική σχέση.
81. … Ο Χριστός είναι το θεμέλιο της ζωής μου. }038}
83. … Κατά το μέτρο που είμαστε ένα κύτταρο στο μεγάλο σώμα της ανθρωπότητας από την αρχή της δημιουργίας του κόσμου και κατά το μέτρο που η ζωή του κόσμου περνά μέσα μας, ζούμε την τραγωδία της ανθρωπότητας ως δική μας τραγωδία.
84. Όταν διαβάζουμε το Ευαγγέλιο, οι αντιδράσεις του }039} Χριστού σε ό,τι συμβαίνει γύρω Του μας εκπλήττουν. Τη στιγμή που ο Ιούδας πηγαίνει να Τον προδώσει, Εκείνος λέγει: «Νυν εδοξάσθη ο Υιός του Ανθρώπου». Σε κάθε Λειτουργία γιορτάζουμε αυτήν ακριβώς τη στιγμή, την επαναλαμβάνουμε στη συνείδησή μας. Αν κάποια εχθρική ενάντια στρατιωτική δύναμη μας συλλάβει για να μας σκοτώσει, θα είμαστε άραγε και εμείς ικανοί να πούμε: «Τώρα και εγώ δοξάζομαι και ο Θεός δοξάζεται δι’ εμού»; Όλοι γνωρίζετε αυτή την ιστορία. Είναι το περιεχόμενο της καθημερινής μας ζωής.
85. Υπάρχουν πολλές λεπτές και ενδιαφέρουσες πλευρές στην πνευματική μας ζωή. Μπορούμε βέβαια να τις στερηθούμε, αν σταματήσουμε στις εξωτερικές δυσκολίες. Για ν’ αλλάξουμε τη ζωή μας, χρειάζεται άσκηση· χρειάζεται να μάθουμε να μεταθέτουμε το πνεύμα μας από τα κοινά και εμπαθή πράγματα προς τον Θεό. Έτσι η ζωή μας μπορεί να γίνει ενδιαφέρουσα, έστω και αν ακόμη συνδέεται πάντοτε με κάποια οδυνηρή προσπάθεια. Την οδύνη αυτή δεν πρέπει να προσπαθείτε να την αποφεύγετε. Βιώστε την! Με αυτήν ακριβώς εκφράζεται ο πόθος μας ν’ ακολουθήσουμε τον Χριστό. }040}
87. Αν δεν υπάρχει ανάσταση, οι χριστιανοί είναι οι «ελεεινότεροι» του κόσμου λέει ο Απόστολος Παύλος. Γιατί; Διότι η αγάπη του Χριστού είναι πάντοτε σ’ αυτόν τον κόσμο σταυρωμένη. Η ζωή μας θα είναι μια αδιάκοπη οδύνη, μέχρις ότου ο κόσμος σωθεί εξ ολοκλήρου.
88. Γινόμαστε χριστιανοί όχι για να διευκολύνουμε τη σταδιοδρομία μας πάνω στη γη, αλλά γιατί «ο Θεός αγάπη εστί». Στη χριστιανική ζωή δεν είμαστε ευτυχείς παρά μόνον εξ αιτίας του Χριστού και εξ αιτίας της επιγνώσεως ότι Αυτός είναι η Αλήθεια. Για κανένα άλλο λόγο.
89. Κάποτε ένας προσκυνητής στο Άγιο Όρος έθεσε σε πολλούς γέροντες το ερώτημα: «Τι είναι σπουδαιότερο στη ζωή μας»; Όλοι του απαντούσαν: «Είναι η αγάπη του Θεού· ν’ αγαπάς τον Θεό και τον πλησίον σου». Σκέφθηκε: «Δεν έχω αγάπη ούτε για προσευχή, ούτε για τον Θεό, ούτε για τους άλλους. Τι να κάνω;». Και ύστερα μόνος του αποφάσισε: «Θα ενεργώ σαν αν είχα αυτή την αγάπη». Τριάντα χρόνια αργότερα το Άγιο Πνεύμα του έδωσε τη χάρη της Αγάπης. }041} (ΘΕΑΤΡΟ)
90. Αναπόφευκτα θα περάσουμε ώρες, εβδομάδες, χρόνια που θα ζούμε χωρίς να αισθανόμαστε την ενέργεια του Πνεύματος μέσα μας. Πρόκειται για σημαντικές περιόδους, κατά τις οποίες έχουμε την ευκαιρία να φανερώσουμε την πιστότητα της αγάπης μας για τον Χριστό. Έστω και αν δεν αισθανόμαστε την ενέργεια της χάριτος οφείλουμε να ζούμε σαν να ήταν το Πνεύμα μαζί μας. … Είναι συνεπώς ανώφελο να βιαζόμαστε.
91. Στην αρχή η χάρη μας διδάσκει, προκαλεί μέσα μας κινήσεις σύμφωνα με το πνεύμα των εντολών του Ευαγγελίου. Όλα είναι εύκολα. … Στο ερώτημα, «πώς να ζήσουμε χωρίς τη χάρη;», απαντούμε: Πρέπει να συνεχίσουμε να ενεργούμε σαν να ήταν το Άγιο Πνεύμα μαζί μας, να προσπαθούμε να μένουμε στην ίδια μορφή ζωής που με τη χάρη αποκτήσαμε για ορισμένη συμπεριφορά απέναντι }042} στον αδελφό και την αδελφή μας. Οφείλουμε να ασκούμε βία στον εαυτό μας. Το ίδιο ισχύει και για την προσευχή. … Όταν μας εγκαταλείπει το Πνεύμα, πρέπει να προσπαθούμε να προσευχόμαστε όπως πριν, όταν είχαμε τη χάρη: με όλο το είναι μας, με όλη την καρδιά μας, με όλη τη διάνοιά μας, και ακόμη με όλο το σώμα μας. (ΘΕΑΤΡΟ)
93. Πώς πρέπει να ζήσουμε για να αποφύγουμε την πλάνη; Όταν στην οδυνηρή κατάσταση όλου του είναι μας … πάσχουμε για να μη αμαρτήσουμε, δεν πρέπει να νομίζουμε ότι μετέχουμε στα παθήματα του Χριστού. … Η οδός μας είναι να ταπεινωνόμαστε, να προχωρούμε διαρκώς }044} προς τα κάτω. Μόνο ο Θεός μπορεί να μας υψώσει και να μας δοξάσει.
94. Δεν μπορούμε να ζήσουμε χριστιανικά χωρίς έμπνευση.
95. Το σημαντικότερο τώρα είναι να εμπνέει ο Θεός τον αγώνα σας για τη σωτηρία. Όταν δίνεται η έμπνευση, όλη η ζωή γεμίζει με φως και χαρά. Δεν παρατηρούμε πια τις λεπτομέρειες.
96. Δεν μπορούμε να θεωθούμε με την άσκησή μας. Η θέωση ενεργείται με την ενοίκηση του Θεού μέσα μας και όχι με τις δικές μας ικανότητες. Η φαντασία αποτελεί εδώ μεγάλο κίνδυνο.
97. Ο πιο υψηλός προορισμός του ανθρώπου – να γίνει φορέας της άναρχης και ατελεύτητης θείας ζωής – προϋποθέτει καθολική ελευθερία. Η καθημερινή όμως ζωή δείχνει ότι από έλλειψη γνώσεως και κατανοήσεως ο κόσμος ζει μία ατέρμονη τραγωδία. Άνθρωποι που αγνοούν τον Θεό βρίσκονται στην εξουσία και ενεργούν αυταρχικά· εκατομμύρια υπάρξεων πάσχουν από την παράλογη και αδιέξοδη κατάσταση τους. Με την έννοια αυτή θα έπρεπε να στερήσουμε τους ανθρώπους από την ελευθερία. Το θείο δώρο της ελευθερίας είναι κατ’ ουσίαν αναπόσπαστο από τη γνώση του Αιωνίου. Βρισκόμαστε λοιπόν στο σκοτάδι της άγνοιας. Η Εκκλησία ωστόσο συνεχίζει να κηρύττει την αναγκαιότητα της απόλυτης αυτής ελευθερίας. Γιατί αν είμαστε προκαθορισμένοι κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο, δεν υπάρχουμε, δεν μπορούμε να πούμε όπως ο Χριστός: «Εγώ ειμι». }045}
99. Πώς να βρούμε διέξοδο στην καθημερινή ζωή μας; Πώς να οικοδομήσουμε τη σωτηρία μας; Χωρίς το θείο δώρο της ελευθερίας δεν υπάρχουμε, αλλά η ελευθερία αυτή μας ξεπερνά. Είναι απαραίτητη, αλλά δεν μπορούμε να την κατανοήσουμε ούτε να την αντέξουμε. Πώς να ζήσουμε; Η ορθόδοξη ασκητική μας δίνει απάντηση. Με αυτήν αρχίζουμε να ζούμε με συναίσθηση των ορίων μας και το φόβο του Θεού.
100. Για να μη χάσετε την ευλογία που σας έδωσε ο Θεός αγωνισθείτε ν’ αφομοιώνετε κάθε σκέψη που σας εμπνέει και να διώχνετε κάθε λογισμό που σας φονεύει.
101. Πώς να καθαρίσουμε τη φύση μας από κάθε ίχνος του προπατορικού αμαρτήματος; Αυτή είναι η έννοια της ασκητικής ζωής. Έξω από αυτή δεν υπάρχει σωτηρία.
102. Πολλά πνεύματα είναι ισχυρότερα από μας. Αν είμαστε όμως με τον Χριστό, θα κατορθώσουμε να τα νικήσουμε.
103. Οι εξωτερικές εκδηλώσεις της ασκήσεως όπως είναι }046} η τήρηση των νηστειών δεν αρκούν. Οφείλουμε να αναγεννηθούμε εκ θεμελίων.
104. Πώς να μη φοβούμαστε τη Μεγάλη Τεσσαροκοστή; … Αν δεχθούμε αυτήν την αποχή από την τροφή με εμπνευσμένη προσευχή όχι μόνο ο οργανισμός μας θα την αντέξει εύκολα, αλλά και πολλές αρρώστιες θα θεραπευθούν. }047}
122. Ας φυλάξουμε την προσοχή αυτή που διατηρεί το σώμα μας σε συνεχή ένταση. Χάρη στην ένταση αυτή, ακόμη και στον ύπνο, μπορούμε να έχουμε στο νου το σκοπό της ζωής μας. Η προσευχή μπορεί να εισδύσει ως εκείνο που ονομάζουν οι ψυχολόγοι υποσυνείδητο. Ένας αληθινός ασκητής ελέγχει πάντοτε τον εαυτό του, ακόμη και στον ύπνο. Αν αναδυθούν κακοί λογισμοί, εγείρεται και προσεύχεται. Έτσι σιγά – σιγά η συνείδηση θα φωτίσει όλα όσα κάνουμε στην καθημερινή μας ζωή. }053}
130. Η ακαδημαϊκή θεολογία δεν αρκεί για τη σωτηρία. Διαβάζετε κυρίως τους ασκητικούς πατέρες. Εκεί θα μάθετε την αληθινή θεολογία, τη στάση του νου και της καρδιάς απέναντι στον Θεό.
131. Η καθαρή προσευχή δε δίνεται σε όσους μελετούν πολύ. Υπό την έννοια αυτή, η οδός της θεολογικής επιστήμης δεν είναι καθόλου αποτελεσματική, και σπάνια οδηγεί στην καθαρά προσευχή.
132. Η θεολογία είναι η κατάσταση του πνεύματος που ενεργείται από τη χάρη του Θεού. Εδώ βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα στη θεολογία και στη φιλοσοφία, ανάμεσα στην αληθινή θεολογία και τη θεολογία των διανοουμένων. Αν μία τέτοια έμπνευση αγγίσει την καρδιά σας δε θα έχει πια τέλος πάνω στη γη. Είναι ανεξάντλητη, γιατί μέσα της βρίσκεται η αρχή της αιώνιας ζωής. Και αν ακόμη η σωματική σας σύσταση διαλυθεί, η έμπνευση αυτή θα ζει μέσα σας με δύναμη. }055}
133. … Μπορεί να είναι πολύ επικίνδυνη η σπουδή θεολογίας χωρίς την υπαρκτική εμπειρία της ζωής στο Πνεύμα του Χριστού. Κινδυνεύουμε, πράγματι, να σπουδάζουμε τη θεολογία στις αποφατικές μορφές της σαν φιλοσοφία και ποίηση. Κινδυνεύουμε να υιοθετήσουμε κάποια λανθασμένη στάση, να θεωρήσουμε τον εαυτό μας ανώτερο και αυτό αρκεί για να χαθούμε. Μια άλλου είδους έμπνευση οφείλουμε να αναζητήσουμε στην «εν Χριστώ» ζωή.
134. Η θεολογική επιστήμη διδάσκεται στα σχολεία και που έγινε επιστημονική ειδικότητα ανοικτή σε όλους, δεν παρέχει τη γνώση του Θεού. Η γνώση του Θεού πηγάζει από την εν Θεώ ζωή, που γεννιέται στα μύχια της καρδιάς.
135. Είναι δυνατό να γίνουμε θύματα πνευματικής πλάνης, αν εκτιμήσουμε αυτό που προσφέρει η θεολογική επιστήμη μάλλον παρά η αγιότητα της ζωής.
136. Μπορεί κάποιος να είναι πολυμαθέστατος, να έχει ακαδημαϊκά διπλώματα, και να παραμένει εντελώς αδαής }056} της οδού της σωτηρίας.
138. Χωρίς το πνεύμα της μετανοίας, χωρίς την εμπειρία της αληθινής υπακοής, δεν μπορεί κανείς να γίνει αληθινός θεολόγος ή ιερέας, δηλαδή πρόσωπο ικανό να διδάξει στους άλλους την αληθινή χριστιανική οδό.
139. Για να μάθουμε την επιστήμη της εν Χριστώ ζωής δεν είναι αναγκαίο να διαβάσουμε δεκάδες ή εκατοντάδες βιβλία. Ο πνευματικός μου πατέρας μου συνέστησε να διαβάζω μερικές μόνον σελίδες την ημέρα. Ένα τέταρτο της ώρας, μισή ώρα, αλλά να φροντίζω να εφαρμόζω στη ζωή μου αυτό που διάβασα.
140. Ο Απόστολος Πέτρος λέγει για το «βασίλειον ιεράτευμα» ότι μπορεί να εκπληρωθεί με τη συμμετοχή μας στη Λειτουργία. Να φοβάστε αλήθεια να πηγαίνετε από συνήθεια στη λειτουργία. Προσπαθείστε να ζείτε κάθε φορά πιο βαθιά αυτό που ζούσε ο Χριστός κατά το Μυστικό Δείπνο, όταν εγκαθίδρυσε το μεγάλο αυτό μυστήριο που είναι η θεία Ευχαριστία. Τότε η λειτουργία }057} θα αποβεί σωτήρια όχι μόνο για σας αλλά και για όσους συμμετέχουν σ’ αυτή. Δεν ανήκει μόνο στους ιερείς να ζουν στην καρδιά τους τα παθήματα του Χριστού για τον κόσμο που είναι λεία της αμαρτίας και του θανάτου.
141. Καθετί που υπάρχει, υπάρχει γιατί ο Θεός το σκέπτεται. Ο Θεός σκέπτεται τον κόσμο και ο κόσμος υπάρχει (ΛΟΓΟΙ ΟΝΤΩΝ). Αν ζητείτε το θέλημα του Θεού με απλότητα και ταπείνωση, ο Θεός μπορεί να μεταβάλει οποιαδήποτε κατάσταση ακόμη και την πιο αρνητική. Συνεπώς αν υπακούετε στον πνευματικό σας πατέρα, αν έχετε εμπιστοσύνη σ’ αυτόν, μη φοβάστε ότι θα οδηγηθείτε λανθασμένα. Ο Θεός θα βρίσκει πάντοτε τον τρόπο να σας αποκαλύπτει την αλήθεια. Βαδίζοντας με υπακοή, κάνετε την καρδιά σας πιο ευαίσθητη σε κάθε πνευματική κίνηση στη ζωή σας.
142. Δεν έχει μεγάλη σημασία αν η θεωρία του πνευματικού μας πατέρα είναι ατελής. Ο Θεός θα διορθώσει τις πράξεις μας κατά το μέτρο που τελούνται στην υπακοή και την πίστη στον Χριστό. Αυτό που φαινόταν λανθασμένο θα γίνει σωστό. Αντιθέτως αυτό που φαινόταν τέλειο στη λογική μας πολλές φορές δεν είναι παρά η αντανάκλαση της αμαρτωλής θελήσεώς μας, και ο Θεός δε θα είναι μαζί μας.
143. Η πιο απλή οδός είναι να υπακούομε και να μην }058} επιβάλλουμε το θέλημά μας. Αυτός είναι ο ισχυρότερος πόλεμος εναντίον των παθών.
144. Για να εννοήσουμε το μυστήριο της εν Χριστώ σωτηρίας, οφείλουμε να περάσουμε από την οδό της υπακοής. Και να το κάνουμε αυτό με πολλή προσοχή. Στο μέτρο που η θεωρία του είναι σωστή ο άνθρωπος μπορεί να έχει υψηλότατη έμπνευση κάνοντας την πιο απλούστατη εργασία, όπως για παράδειγμα τη μαγειρική. Απεναντίας χωρίς υπακοή, έστω και αν είναι κάποιος πατριάρχης, επίσκοπος ή ιερέας μπορεί να χαθεί.
145. Μέσα μας φέρουμε το προπατορικό αμάρτημα, το δηλητήριο αυτό του πρώτου πειρασμού του Αδάμ στον παράδεισο – «έσεσθε ως θεοί» - αλλά η υπακοή μπορεί να μας ελευθερώσει απ’ αυτό.
146. Το παν εξαρτάται από τη σχέση μας με τον Θεό. Αν έχουμε εμπιστοσύνη στην πρόνοιά Του, θα βρούμε τη δύναμη ν’ ακολουθήσουμε το λόγο του πνευματικού μας πατέρα. Η λογική που χαρακτηρίζει την καθημερινή ζωή και τα διανοήματά μας δεν επαρκούν. Ο Θεός εγκαταλείπει αυτόν που έχει υπερβολική εμπιστοσύνη στη σύνεσή του. Δεν έχει μεγάλη σημασία αν κάποιος λόγος είναι εναντίον μας, ή κάποια συμβουλή φαίνεται παράλογη για την κοινή λογική. Αν είμαστε έτοιμοι να ακολουθήσουμε αυτόν το λόγο αυτή τη συμβουλή, αν }059} έχουμε εμπιστοσύνη σ’ αυτόν το λόγο, σ’ αυτή τη συμβουλή, ο Θεός τελικά θα τακτοποιήσει τα πράγματα, ώστε η έκβαση να είναι θετική. Το μυστήριο της υπακοής είναι μια από τις πιο σοβαρές πραγματικότητες στην οδό της σωτηρίας.
147. Είθε ο Κύριος να σας φυλάει! Και σεις κρατείτε τη σωστή στάση! Από έξω τίποτε δεν φαίνεται. Είναι μια ζωή για την οποία δεν μπορούμε να πούμε τίποτε το ιδιαίτερο. Αλλά εσωτερικά, χάρη στην υπακοή, βρισκόμαστε σε κατάσταση συνεχούς εντάσεως. Τέτοιος οφείλει να είναι ο χριστιανός. Ένα «καλώδιο υψηλής τάσεως», πάνω στο οποίο μπορεί να καθίσει ένα πουλάκι χωρίς να πάθει την παραμικρή ζημία, αλλά μέσα από το οποίο περνά ενέργεια ικανή να κάνει ολόκληρο τον κόσμο να εκραγεί. Ιδού με ποιόν τρόπο εγγίζουμε την αιώνια Βασιλεία του Χριστού.
148. Με τη μικρή άσκηση της υπακοής ο άνθρωπος εισέρχεται στο άναρχο είναι του Θεού.
149. Η υπακοή είναι απαραίτητη για την αιώνια σωτηρία. Προετοιμάστε την καρδιά και το νου σας. Κρατείστε θετική εσωτερική στάση. }060}
151. Όταν συναγόμαστε επί το αυτό, οφείλουμε να είμαστε σαν ένας άνθρωπος, κατ’ εικόνα του Τριαδικού Θεού που είναι ένας μόνο Θεός. … Πώς; … Πρέπει να υπακούουμε. Μόνο με την διαρκή προσοχή στον αδελφό μας κατορθώνουμε να δημιουργήσουμε μέσα μας ένα είδος «ραντάρ» για να αισθανόμαστε αυτό που οι άλλοι σκέπτονται, τη θέληση και την πνευματική τους κατάσταση. Αντιθέτως, χωρίς υπακοή, και αν γυρεύουμε πρώτα την άνεσή μας, θα είμαστε χωρισμένοι από τους άλλους και θα έχουμε πόλεμο.
152. Η πνευματική υπακοή είναι απαραίτητη στην καθημερινή ζωή. Να προτιμάτε το θέλημα του άλλου παρά το δικό σας. Να δέχεσθε με θετική στάση κάθε αίτημα του πνευματικού σας, ενός αδελφού ή μιας αδελφής. Έτσι θα δημιουργηθεί σιγά-σιγά μέσα σας και γύρω σας μια ατμόσφαιρα, όπου η καρδιά θα γίνει πολύ απαλή, πολύ ευαίσθητη σε κάθε εσωτερική κίνηση, σε όλες τις πνευματικές εναλλαγές. }061}
154. Με την υπακοή η καρδιά γίνεται διαρκώς πιο ευαίσθητη για τη ζωή των άλλων, για τα παθήματα τους, για την πρόοδό και τις ανάγκες τους.
155. Διακονώντας και όχι εξουσιάζοντας τον αδελφό γινόμαστε όμοιοι με τον Κύριο. Ο Χριστός υπέδειξε την οδό κατά τη νύκτα του Μυστικού Δείπνου. Ενώ ήταν ο Κύριος έπλυνε τα πόδια των μαθητών Του.
156. Με την υπακοή η καρδιά και το πνεύμα μας θα πλατυνθούν στο άπειρο. }062}
157. Με την υπακοή η ζωή μας γίνεται εξαιρετικά συνειδητή ακόμη και στον βαθύτερο ύπνο.
158. Με την υπακοή πολεμούμε τα πάθη, ώστε κανένας εμπαθής λογισμός να μη μπορεί να μας αιχμαλωτίσει.
159. Μπροστά στον καθένα οφείλουμε να είμαστε έτοιμοι να εκπληρώσουμε το δικό του μάλλον θέλημα παρά το δικό μας. Έτσι πλαταίνει η συνείδησή μας. Σιγά-σιγά, με τρόπο εντελώς απροσδόκητο, γεννιέται μέσα μας ο θρήνος για τον «Αδάμ παγγενή».
160. Η υπακοή αρχίζει με τις πιο ασήμαντες λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής, με την πιο ταπεινή εργασία, αλλά τελειώνει με τη συνείδηση του «εγώ ειμι». Οφείλουμε να διατηρήσουμε τη διάθεση αυτή του πνεύματος με την ενέργεια της πίστεως στην Ανάσταση. }063}
161. … Μετά την πτώση η ανθρώπινη φύση είναι σε όλες της τις εκδηλώσεις ενάντια σ’ αυτό που ο ουράνιος Πατέρας μας περιμένει από μας. Ιδού γιατί οφείλουμε να μισήσουμε τον εαυτό μας στην κατάσταση που βρίσκεται σ’ αυτόν τον κόσμο μετά την πτώση.
162. Μέσω της υπακοής ο νους μας μπορεί να βρεθεί καθαρός ενώπιον του Θεού.
163. … οφείλουμε να κατορθώσουμε να ξεπεράσουμε ό,τι μας δένει με τα πιο κοντινά μας πρόσωπα. Διαφορετικά δεν θα φθάσουμε ποτέ στην παγκόσμια και απόλυτη αγάπη του Θεού.
164. Υπακοή είναι η τέλεια αποταγή από το «ίδιον θέλημα». Αυτή είναι η οδός που πρέπει ν’ ακολουθήσουμε, για να γίνουμε ελεύθεροι, ν’ ακούσουμε στην καρδιά μας τη φωνή του Πνεύματος του Αγίου. Όσο θα υπάρχει μέσα μας κάποιο πάθος, η ζωή μας θα είναι τραγική χωρίς διέξοδο. Δεν μπορούμε να βρούμε την ειρήνη χωρίς την πλήρη αποταγή από το δικό μας θέλημα. }064}
165. Μόνο όταν ελευθερωθούμε από τους λογισμούς τις ιδέες και τα θελήματά μας, θα μπορέσουμε να ζήσουμε με κάθε καθαρότητα στην «ατμόσφαιρα» του Θεού.
166. Υπακοή σημαίνει να κόβουμε το «ίδιον», το ατομικό μας θέλημα. Στην καθημερινή ζωή σημαίνει να είμαστε διατεθειμένοι ν’ αρνηθούμε τις ιδέες μας, για να ελευθερωθούμε από την έμπονη και άθλια πάλη, που διεξάγουμε ενάντια στα πάθη. Μόλις τελειώσει αυτός ο πόλεμος, είμαστε ήδη στις πύλες της αιωνιότητος.
167. Αν αρνείσθε το προσωπικό σας θέλημα αναζητώντας το θέλημα του Θεού, ο Θεός θα είναι μαζί σας. Αν επιμένετε ν’ ακολουθείτε το δικό σας λογισμό, ο Θεός θα σας εγκαταλείψει.
168. Η πιο μεγάλη τιμωρία για τον άνθρωπο είναι να τον «παραδώσει» ο Θεός στο ίδιο θέλημά του. Στην εποχή μας που απέρριψε τον Χριστό κανείς δεν κατανοεί την ολοφάνερη αυτή δουλεία.
169. Η καθαρά προσευχή προϋποθέτει την αμεριμνία. Κατορθώνεται όταν σε οποιαδήποτε εργασία ο νους μένει ελεύθερος από σκέψεις και ζει μόνο με το Όνομα του Θεού και τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. }065}
170. Δεν ήλθα για να επιβάλω το θέλημά μου στον άλλο, αλλά για να τον υπηρετήσω κατά το υπόδειγμα του Χριστού. Προσπαθείστε να ενεργείτε κατ’ αυτόν τον τρόπο και θα δείτε ότι η χάρη του Θεού θα είναι μαζί σας. Ακολούθως υιοθετείστε αυτή τη στάση σε κάθε στιγμή της ζωής σας.
171. Αν δεν αποκτήσουμε το πνεύμα της διακονίας του πλησίον η ζωή μας θα είναι ανώφελη.
172. Η διακονία του πλησίον έχει σωτήρια δύναμη απείρως μεγαλύτερη από οποιαδήποτε θεολογική θεωρία.
173. Πως μπορούμε να γνωρίσουμε τον Θεό «καθώς εστι»; … να προτιμούμε τους άλλους από τον εαυτό μας, να μην επιδιώκουμε να τους εξουσιάζουμε.
174. Οφείλουμε να πεθάνουμε για τον εαυτό μας, για να ζήσουν οι άλλοι. Ο Χριστός είπε: «Μη φοβηθείτε να }066} χάσετε τη ζωή σας στη διακονία του αδελφού». Όποιος υπηρετεί τον άλλο σώζει την ψυχή του για την αιώνια ζωή.
177. Προσπαθείστε να μην κατηγορείτε ποτέ τον άλλον, αλλά να προσεύχεσθε γι’ αυτόν. Όταν κρίνουμε κάποιον για τα ελαττώματά του, σημαίνει ότι δεν βλέπουμε τα δικά μας.
178. Στην κατάσταση της πτώσεώς μας είμαστε ανίκανοι να κρίνουμε σωστά τον αδελφό μας. Να μην είστε τόσο }067} βέβαιοι ότι ο αδελφός σας σφάλλει. Μην τον κρίνετε.
180. … Αρχίστε με τον πόθο να υπηρετήσετε τους άλλους με αγάπη, όπως ο Σιλουανός, που ζητούσε κατά τις εορτές να μπορεί να διακονεί στην Τράπεζα τις εκατοντάδες των μοναχών. … Τους διακονούσε με πολλή αγάπη. Όταν οι εργασίες της καθημερινής ζωής πραγματοποιούνται με αυτό το πνεύμα, μπορούν να γίνουν μια πολλή ευχάριστη πνευματική τροφή. Τη νύκτα χάρη στη διάθεση αυτή της διακονίας η καρδιά σας θα είναι πολύ απαλή θα κλαίτε ενώπιον του Θεού για τα ελαττώματά σας για την ατέλεια της αγάπης σας.
181. Η δυσκολία να συνεργαζόμαστε με τον πλησίον προέρχεται πάντοτε από την έλλειψη προσευχής και αγάπης. Όπως λέει ο Γέροντας Σιλουανός μπορεί να συμβεί ώστε παρά τις φλογερότερες προσευχές η πρόοδος }068} να είναι δύσκολη. Εν τούτοις όταν κατορθώσουμε με την επίκληση του Ονόματος του Ιησού να ζούμε σταθερά με κάποιο πρόσωπο, γινόμαστε ικανοί να ζούμε με εκατομμύρια άλλα πρόσωπα που του μοιάζουν.
182. Να προσευχόμαστε για τον άλλο σημαίνει να τον βοηθούμε χάρη στην αγαθή διάθεση της καρδιάς μας απέναντί του, ν’ αντισταθεί στους αρνητικούς λογισμούς που ενδέχεται να έχει, και όχι άδικα, για μας. Αντιθέτως να μην προσευχόμαστε γι’ αυτόν σημαίνει να δικαιώνουμε με την απουσία αγάπης από μέρους μας τις κακές σκέψεις που μπορεί να έχει εναντίον μας. Ας φυλάξουμε την ενότητα στην προσευχή γύρω από το Ποτήριο του Χριστού, και θα δούμε ότι είναι εύκολο να αγαπάμε.
184. Μην υποτιμάτε τους αρνητικούς λογισμούς που μπορεί να έχετε για τον πλησίον όταν είστε στο κελλί σας. Φυλαχθείτε από κάθε λόγο που πληγώνει. }069}
185. … π. Μισαήλ, ηγουμένου της Ιεράς Μονής του Αγίου Παντελεήμονος … «Αν κάποιος αντιστέκεται εγώ υποχωρώ».
186. … αν κρίνετε τους άλλους για ασήμαντα και εξωτερικά πράγματα, θα χάσετε το παν.
187. Είτε είσθε μόνοι στο κελλί σας είτε με άλλους, κάθε λογισμός κατακρίσεως, κάθε αρνητική εσωτερική κίνηση δημιουργεί ρωγμή στο πνευματικό σας οχυρό και στο οχυρό της αδελφότητος. … με αρνητικούς λογισμούς το πρόσωπό σας οι ψυχικές σας ενέργειες θα διαταράξουν τις σχέσεις σας και }070} θα επηρεάσουν το περιβάλλον σας. Όταν η χάρη είναι μαζί μας δεν βλέπουμε τα ελαττώματα των άλλων βλέπουμε μόνο τα παθήματα και την αγάπη των αδελφών.
188. Είναι εξ ίσου λανθασμένο και απατηλό να αναμένουμε την τελειότητα μιας ομάδας, όσο και την τελειότητα ενός προσώπου. Πρωτίστως γιατί κι εμείς οι ίδιοι δεν έχουμε αληθινή και ορθή ιδέα για το τι ακριβώς είναι η τελειότητα. Και ύστερα γιατί η τελειότητα είναι η κατάσταση της πλήρους εξομοιώσεως με τον Χριστό.
191. Όταν έριδες εχθρότητες, βίαιες σχέσεις εκδηλώνονται }071} μεταξύ των ανθρώπων δεν μπορεί να διατηρηθεί η ενότητα, παρά αν ο καθένας υπομένει τα ασθενήματα των άλλων. Για τον Απόστολο Παύλο είναι προτιμότερο να αδικείται κάποιος παρά να αδικεί.
194. Η κοσμική ζωή είναι θεμελιωμένη στη δύναμη, στη βία. Ο σκοπός του χριστιανού είναι αντίστροφος. Η βία δεν ανήκει στην αιώνια ζωή. Καμιά πράξη που επιβάλλεται με βία δεν μπορεί να μας σώσει. }072}
195. Στην κοινή ζωή η υπακοή μας επιτρέπει σιγά-σιγά να κατανοήσουμε την ψυχολογία των άλλων προσώπων. Μαθαίνοντας να ζούμε με ένα πρόσωπο, μαθαίνουμε να ζούμε με εκατομμύρια προσώπων που του μοιάζουν. Έτσι προοδευτικά εισχωρούμε σε βαθύ πόνο για όλη την ανθρωπότητα. … Ο προορισμός μας είναι να γίνουμε «καθ’ ομοίωσιν» του Χριστού. Εάν όμως «εγώ» δεν μπορώ να φέρω μέσα μου μια μικρή αδελφότητα, πώς θα μπορούσα να αγκαλιάσω, όπως ο Χριστός, το σύνολο της ανθρωπότητας μέσα στο χρόνο και το χώρο; }073}
197. Τελούμε από κοινού τη Λειτουργία. Αλλά πληρώνουμε το τίμημά της: Ο καθένας μας οφείλει να φροντίζει για τη σωτηρία όλων. Η ζωή μας είναι ατελεύτητο μαρτύριο.
202. Όταν ο νους και η καρδιά μας στρέφονται προς τον Θεό, όλα γίνονται εύκολα. Χωρίς τη δυναμική αυτή κίνηση προς τον Θεό, η ζωή χάνει το νόημά της.
203. … «Δεν κατορθώνω να εκπληρώσω τα καθήκοντά μου: Έχω δεκατέσσερα διακονήματα!». Μου απάντησε: «Κάνεις λάθος, δεν έχεις παρά ένα μόνο». … «… δεν κάνεις }075} παρά ένα μόνο πράγμα κάθε φορά. Κάνε το λοιπόν καλά και προχώρησε στο επόμενο».
204. Ο σκοπός που θέτουμε στη ζωή μας εμποτίζει όλες τις πράξεις μας. Αν π.χ. επιδιώκουμε πρώτα απ’ όλα να κερδίσουμε χρήματα όλα όσα θα κάνουμε θα απορρέουν από εκεί.
205. … Ελευθερώστε το πνεύμα σας από κάθε σκέψη «καρριέρας». Δεν υπάρχει καρριέρα στην πνευματική ζωή.
206. Αν η εν Χριστώ σωτηρία είναι ο μοναδικός σκοπός της ζωής μας, ό,τι κάνουμε γίνεται πράξη προσευχής, πράξη λειτουργική. }076}
211. Είθε ο Θεός να σας δώσει τη δύναμη να κρατήσετε το πνεύμα, το νου και την καρδιά σας στο Πνεύμα του Χριστού. Τότε ο,τιδήποτε και αν συμβεί θα μπορεί πολύ γρήγορα βαθιά να μεταμορφωθεί. Αυτό που ήταν ανιαρό και αποθαρρυντικό θα εξαφανισθεί, μεταμορφωμένο από τον πόθο σας να είστε εκεί όπου είναι ο Χριστός, ο Θεός σας. }077}
218. Στη ζωή δεν υπάρχει τίποτε τετριμμένο μικρό ασήμαντο. }079}
222. … Αν είμαστε ικανοποιημένοι με τον εαυτό μας, η προσευχή παύει να είναι αυτό που πρέπει να είναι: έκρηξη ηφαιστείου!
223. Σε μια κοινωνία που ο καθένας φαντάζεται ότι είναι πρώτος, δεν υπάρχει πρόοδος για κανένα. … Αν είμαι ο πρώτος, αυτό είναι καταχθόνια πλήξη. Αν είμαι ο τελευταίος, είναι συνεχής χαρά, γιατί πάντοτε μαθαίνω κάτι χρήσιμο. }080}
225. Το πρόβλημα της καθημερινής ζωής από ασκητική άποψη συνδέεται με το φόβο του Θεού. Αυτός ο φόβος είναι δώρο εξαιρετικά πολύτιμο. Μέσω αυτού ζητούμε από τον Θεό να μας καθοδηγεί στην καθημερινή ζωή, σε κάθε στιγμή. Ανεπαίσθητα με μια ενέργεια της χάριτος που ξεφεύγει από τη λογική μας, εισερχόμαστε στην ελευθερία των τέκνων του Θεού.
226. Ας παραμένουμε κάθε στιγμή στο φόβο του Θεού. Έτσι θα κατορθώσουμε να διακονούμε τον πλησίον και να οικοδομούμε τη σωτηρία μας.
227. Μην παραλείπετε να παρακαλείτε κάθε μέρα τον Θεό να σας δίνει το Άγιο Πνεύμα, τη χάρη, για να εκπληρώνετε και να αφομοιώνετε τις εντολές του Χριστού, μέχρις ότου γίνουν δεύτερη φύση σας.
228. Ο τελικός σκοπός είναι να βρίσκεται ο νους μας πάντοτε ενωμένος με την καρδιά. Η ένωση αυτή της καρδιάς και του νου είναι ο καθαυτό τόπος της προσευχής.
229. Στην πράξη τις περισσότερες φορές είμαστε καθισμένοι και προφέρουμε την ευχή χωρίς φωνή στον τόπο της καρδιάς. Στην αρχή πρέπει να συνδέουμε την ευχή }081} με την αναπνοή. Όταν εισπνέουμε, λέμε: «Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού». Ύστερα με την εκπνοή, συμπληρώνουμε: «Ελέησόν με». Συγκεντώνουμε όλη την προσοχή μας στο Όνομα του Χριστού και στο λόγο: «Ελέησόν με». Δε δεχόμαστε καμιά άλλη σκέψη. Στην αρχή η πράξη αυτή η φαινομενικά τόσο απλή, είναι δύσκολη· αντί να είμαστε ειρηνικοί, παλεύουμε. Ωστόσο, σιγά-σιγά, συνηθίζουμε να κρατούμε την προσοχή μας στο υψηλότερο μέρος της καρδιάς. Προοδευτικά αποκτούμε τη συνήθεια της ευχής.
230. Όταν αρχίζουμε να προφέρουμε το Όνομα του Χριστου ένα πλήθος «λογισμών» μας κατακλύζει. Μόλις η ευχή τελειώσει, λογισμοί εξαφανίζονται. Εξερχόμαστε με το νου ελεύθερο ενώ κατά τη διάρκεια της προσευχής οι «λογισμοί» μας ενοχλούσαν. Η προσευχή αποκαλύπτει τα πάθη που έχουμε μέσα μας. Οι επιθέσεις αυτές συνήθως αποκαλύπτουν το περιεχόμενο του είναι μας. Την ώρα της προσευχής παλεύουμε με όλες αυτές τις εικόνες, όλα αυτά τα πάθη και τις προλήψεις, για να προφέρουμε το Όνομα του Χριστού με καθαρό νου.
231. Αν αισθανόμαστε κάποια αντιπάθεια για κάποιον, το καλύτερο είναι να μη φέρουμε στο νου την εικόνα αυτού του προσώπου, ούτε την αιτία αυτής της αντιπάθειας, αλλά να προσευχόμαστε έξω απ’ όλα αυτά. Με την εσωτερική αυτή εργασία μπορούμε να υπερβούμε }082} την αντιπάθεια, ν’ αρνηθούμε την εικόνα που γεννούν τα πάθη μας.
233. Μην αποθαρρύνεσθε γρήγορα αλλά να επαναλαμβάνετε την ευχή μέχρις ότου εισχωρήσει στα έγκατα της συνειδήσεως σας.
234. «Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού, ελέησον ημάς». Όταν λέμε την προσευχή αυτή, συνάπτουμε με τον Χριστό μια προσωπική σχέση, που ξεπερνά τη λογική. Η ζωή του Χριστού εισχωρεί σιγά-σιγά μέσα μας. }083}
236. Να προσεύχεσθε στο κελλί σας. Μερικοί μπορούν να ξυπνούν μία ώρα νωρίτερα, άλλοι μισή άλλοι ένα τέταρτο ή δέκα λεπτά. Αυτό εξαρτάται από τις δυνάμεις του καθενός. Αλλά πρέπει να γίνεται. Η καρδιά και ο νους σας θα συνηθίσουν έτσι να ζουν παντού και πάντοτε με την ευχή.
241. Ποια στάση να κρατάμε στην εκκλησία; Πρέπει να στεκόμαστε με ένταση και αυτοσυγκέντρωση· να έχουμε ένταση, δηλαδή μεγάλη προσοχή, ώστε να μην διαχέεται ο νους μας με επιφανειακά πράγματα και αλλότριες σκέψεις.
242. Όταν ο νους μας είναι ελεύθερος από τα πάθη, η παραμορφωμένη από την πτώση φύση μας αποκαθίσταται στο πρωτόκτιστο κάλλος της. Αν είμαστε κατ’ }085} εικόνα του Θεού οι αποκαλύψεις γίνονται φυσιολογικά φαινόμενα. Η χριστιανική οδός συνίσταται στην πλήρωση του νου και της καρδιάς μας από την υπερβατική γνώση του Θεού.
243. Μόνο με μακρόχρονη εμπειρία, που μπορεί να διαρκέσει μήνες και χρόνια, αποκτά κάποιος βαθμηδόν χριστιανική στάση στην προσευχή.
244. Να γίνετε μωροί, μωροί σαν τους αληθινούς ασκητές! Γιατί μωροί; Γιατί να είναι κάποιος χριστιανός σημαίνει να ζει συγχρόνως σε δύο επίπεδα: στο παρόν και στην αιωνιότητα.
245. Επαναλαμβάνω: Ας αυξήσουμε τώρα την προσοχή μας στο να οικοδομήσουμε τη ζωή μας.
246. Φυλάξτε όλα αυτά στη συνείδησή σας, και η ζωή σας θα είναι γεμάτη έμπνευση, όχι μόνο κάθε μέρα αλλά κάθε στιγμή.
247. Μην ξεχνάτε αυτά τα λόγια. Ο Θεός σας έδωσε χρόνο για να οικοδομήσετε την αιώνια σωτηρία σας. Μην τον σπαταλάτε!
Περί πνεύματος και ζωής Επιλεγμένα κείμενα από το βιβλίο
Γέροντας Σωφρόνιος (Σαχάρωφ),
Ο Οικουμενικός αγιορείτης του Έσσεξ.
(Μόσχα Ρωσίας1896-Έσσεξ Αγγλίας 11-07-1993)
ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ
Α. Γέννηση - ανατροφή:
Ο Γέροντας γεννήθηκε στην Μόσχα της Τσαρικής Ρωσίας από ορθόδοξους γονείς το 1896, στις 22 Σεπτεμβρίου, 04.00 η ώρα το πρωί. Ήταν το δεύτερο παιδί μιας οικογένειας με άλλα εννέα αδέλφια. Πέθανε όμως τελευταίος απ’ όλα τ’ αδέλφια του. Βαφτίστηκε στην εκκλησία του Σωτήρα και πήρε το όνομα Σέργιος. Από την παιδική του ηλικία έδειχνε μια σπάνια ικανότητα στην προσευχή. Σαν νέος μάλιστα μπορούσε να απαντά σε θέματα θεολογικά από αιώνων ζητούμενα. Έτσι από νωρίς είχε καταληφθεί από επείγουσα επιθυμία να εισχωρήσει στην καρδιά της θείας αιωνιότητας.
Β. Νεανικές περιπλανήσεις:
Μπαίνει ως μαθητής στη Κρατική Σχολή Καλών Τεχνών της Μόσχας και επιδόθηκε στη ζωγραφική. Την ίδια περίοδο απέκτησε ενδιαφέρον για τον Βουδισμό και γενικότερα για την Ινδική Φιλοσοφία. Αυτή η παιδεία άλλαξε την πορεία της εσωτερικής του ζωής. Ο ανατολικός μυστικισμός του φαινόταν τώρα βαθύτερος του Ορθόδοξου Χριστιανισμού. Η σύλληψη του Υπερ-προσωπικού Απολύτου του παρουσιαζόταν πιο πειστική παρά του προσωπικού Θεού. Σαν νέος έζησε τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1918. Τα γεγονότα αυτά τον οδήγησαν στην ιδέα ότι η αιτία που οδηγεί στα δεινά είναι η ύπαρξη αυτή καθ’ αυτή. Γι’ αυτό προσπάθησε να απογυμνωθεί απ’ όλα τα ορατά ή πνευματικά είδωλα. Στον τελευταίο όροφο ενός κτιρίου της Μόσχας βασανιζόταν καθημερινά να λύσει τα μυστήρια της ζωής…
Σε κάποια φάση άρχισε να ασχολείται με την γιόγκα, αλλά ως φορέας μέρους της Ρωσορθόδοξης παράδοσης δεν έχασε την αγάπη του για την ωραιότητα της φύσης. Επί πλέον σαν καλλιτέχνης είχε μεγάλα προβλήματα για να εργασθεί στη μετεπαναστατική Ρωσία. Γι’ αυτό άρχισε να επιζητεί την μετανάστευση στη Δυτική Ευρώπη.
Γ΄. Στην Γαλλία:
Το 1921 (25 ετών) φτάνει στη Γαλλία, το Ευρωπαϊκό κέντρο των ζωγράφων. Ταξίδεψε και έφτασε πρώτα στην Ιταλία, όπου θαύμασε τα αριστουργήματα της Αναγέννησης. Ύστερα και από μια σύντομη παραμονή στο Βερολίνο της Γερμανίας έφτασε στο Παρίσι, την λεγόμενη πόλη του φωτός.
Δόθηκε με την ψυχή και το σώμα στη Ζωγραφική. Τα έργα του έγιναν δεκτά στα καλλιτεχνικά σαλόνια και πήρε μέρος σε Εκθέσεις με μεγάλη επιτυχία. Όμως η καθαρή διανόηση δεν του γέμιζε την ψυχή. Τότε ξαφνικά θυμήθηκε την εντολή του Ιησού για την αγάπη προς το Θεό «εξ όλης της καρδίας και εξ όλης της διανοίας».
Έτσι αν η ενασχόληση με τον ανατολίτικο μυστικισμό, του ήταν σαν κεραυνός στο σκοτάδι, η τωρινή αποκάλυψη ήταν φωτεινή σαν λάμψη!
Διανόηση χωρίς αγάπη δεν είναι αρκετή. Έτσι το 1925 (29 ετών) ο Χριστός επικράτησε μέσα του, …η προσευχή για τον προσωπικό Θεό ήταν φυλαγμένη στην καρδιά του και απευθυνόταν πρώτα και κύρια στο Χριστό.
Ο ίδιος διηγείται: «Ήμουν στο Παρίσι, τα είχα όλα, ζούσα με τον καλλιτεχνικό κόσμο του Παρισιού και συμμετείχα σε όλες τις εκδηλώσεις. Όμως τίποτα δεν μου έδινε χαρά και ανακούφιση. Μετά από κάθε εκδήλωση του καλλιτεχνικού κόσμου, είχα μέσα μου κενό και αγωνία. Ο λογισμός μου, μου έλεγε πως κάτι πρέπει να κάμω, για να φύγω από το αδιέξοδο, που με συνείχε. Όμως δεν εύρισκα λύση.
Ένα βράδυ, μετά από μία διασκέδαση, ανέβαινα στο σπίτι μου με σκυμμένο το κεφάλι και αργό βήμα. Έλεγα πως αυτή η ζωή είναι βάναυση, είναι ανιαρή. Τότε σκέφτηκα να γίνω μοναχός, όμως πού και πώς δεν είχα ιδέα. Ήμουν Ρώσος εμιγκρέ-πρόσφυγας στη Γαλλία. Εκεί υπήρχαν πολλοί Ρώσοι, οι οποίοι ίδρυσαν το Θεολογικό Ινστιτούτο Του Αγίου Σεργίου… Στο Ινστιτούτο του Αγίου Σεργίου, όλοι μιλούσαν για Θεό, αλλά Θεό δεν είδα, ενώ όταν πήγα στο Άγιο Όρος, κανείς δεν μιλούσε για Θεό και όλα έδειχναν τον Θεό».
Εισάγεται στο Ορθόδοξο Θεολογικό Ινστιτούτο του Παρισιού, με την ελπίδα να μάθει πώς να …προσεύχεται και πώς να καταπολεμήσει τα πάθη του! Ένα χρόνο οι σπουδές δεν του έδωσαν το κλειδί για τη …Βασιλεία των Ουρανών. Αποφασίζει λοιπόν να γίνει μοναχός.
Δ΄. Στο Άγιο Όρος:
Ο νεαρός αλλά έμπειρος στις αναζητήσεις του σπουδαστής φτάνει το 1925 στην Αθήνα και με καράβι από τον Πειραιά εγκαταβιώνει στο Ρωσικό Μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονα, στα Δυτικά παράλια του Άθωνα. Στην ψυχή του αισθανόταν ένα αίσθημα απελπισίας για τον κόσμο που απομακρύνθηκε απ’ τον Θεό, αλλά και ένα αίσθημα αναστάσεως. Έτσι η προσευχή του έγινε ένδυμα και αναπνοή.
Μετά από τέσσερα χρόνια γνωρίζει το σημαντικότερο πρόσωπο της ζωής του στη Γη, τον Άγιο Ρώσο γέροντα Σιλουανό, τον Αθωνίτη. Ο γέροντας γίνεται πνευματικός του οδηγός. Ο ίδιος όμως δεν τολμούσε να ονειρευτεί ένα τέτοιο θαύμα!
Επί οκτώ χρόνια περίπου κάθισε κοντά στον γέροντα (μέχρι τον θάνατό του, 24-9-1938). Ο Σωφρόνιος έγινε επιστήθιος αλλά και πιστός μαθητής του για πάντα… Ορφανός από τον πνευματικό του, και με ευλογία του ηγουμένου της Ι. Μ. και του Συμβουλίου της αναχωρεί για την «έρημο» του Αγίου Όρους, τα γνωστά Καρούλια. Εκεί από φήμες έμαθε για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο! Η προσευχή του τότε ενισχύθηκε χάριν όλης της ανθρωπότητας. Προσευχόταν για τους σκοτωμένους, για τους φονιάδες, για να μην νικήσει το κακό…
Η απομόνωσή του πήρε τέλος όταν «υποχρεώθηκε» κατά κάποιο τρόπο να γίνει εξομολόγος και πνευματικός πατέρας των αδελφών της Ι. Μονής του Αγίου Παύλου, Οσίου Γρηγορίου, Οσίου Σίμωνος Πέτρας, Οσίου Ξενοφώντος, αλλά και άλλων κελιών και σκητών, στα Νοτιοδυτικά παράλια του Άθωνα. Είχε βέβαια από καιρό αρχίσει να δέχεται αναχωρητές και ερημίτες όπως και να κάνει σ’ αυτούς επισκέψεις. Ήταν μια δύσκολη και άκρως επικίνδυνη αποστολή.
Μετά από τέσσερα χρόνια στους βράχους υπάκουσε στην Μονή του Αγ. Παύλου να ζήσει σ’ ένα σπήλαιο κοντά στο μοναστήρι. Το σπήλαιο ήταν στην απομόνωση, αλλά είχε και παρεκκλήσιο για τους σπηλαιώτες, λαξευμένο σε βράχο.
Το χειμώνα το νερό έφτανε μέχρι το κρεβάτι και ούτε φωτιά μπορούσε να ανάψει! Η επισφαλής υγεία του τον ανάγκασε να το εγκαταλείψει τον τρίτο χειμώνα…
Ε΄. Πάλι στην Γαλλία…εκδότης:
Μετά από αυτό κατάφυγε στην …Γαλλία όπου θα έκανε μια χειρουργική επέμβαση και θα αποτελείωνε το βιβλίο που έγραφε για τον γέροντά του Σιλουανό. Υπολόγιζε να μείνει ένα χρόνο, αλλά …άλλες οι βουλές του Κυρίου! Το 1948 (52 ετών) εκδίδει τα χειρόγραφα του Αγ. Σιλουανού με ανάλυση της διδασκαλίας του και με την βιογραφία του. Αυτή την έκδοση την φιλοτέχνησε μόνος του! Το 1952 ακολουθεί μια έντυπη έκδοση. Ύστερα ακολουθούν οι μεταφράσεις στην Αγγλική, Γερμανική, Ελληνική, Γαλλική, Σερβική και συνέχεια σε άλλες γλώσσες. Πρόκειται για το πασίγνωστο βιβλίο «Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης», που σήμερα κυκλοφορεί από το μοναστήρι του Έσσεξ.
Εδώ να σημειώσουμε και την συγγραφή των εξής υπόλοιπων βιβλίων:
1). Περί προσευχής
2). Άσκηση και Θεωρία
3). Η ζωή Του ζωή μου
Η αντίδραση των ασκητών του Αγίου Όρους ήταν πάρα πολύ ενδιαφέρουσα για τον συγγραφέα. Βεβαίωσαν ότι το βιβλίο ήταν μια αληθινή ακτινοβολία των αρχαίων παραδόσεων του Ανατολικού Μοναχισμού. Αναγνώρισαν τον Σιλουανό σαν πνευματικό κληρονόμο των μεγάλων πατέρων της Αιγύπτου και Παλαιστίνης!
Στ΄. Στη Μόσχα:
Αυτό τον καιρό επισκέπτεται την Μόσχα για να προσκυνήσει τους τάφους των γονέων του. Πήγε στην παιδική του γειτονιά , όπου βρήκε το σπίτι του Δημόσια Υπηρεσία. Αργότερα έμαθε ότι όλα τα’ αδέλφια του ήταν στη ζωή (εκτός από τον μεγαλύτερό του αδελφό Βόρι πού πέθανε 14 ετών πριν φύγει απ’ τη Μόσχα). Επέστρεφε στην πατρίδα του σαν καλλιτέχνης και σαν Ιερέας. Οι συγγενείς του έμαθαν που λειτούργησε μια Κυριακή και βρέθηκαν.. Έκτοτε η πιο μικρή του αδελφή, η Μαρία, τον επισκέπτονταν στο Έσσεξ της Αγγλίας.
Από το 1967 άρχισε να επισκέπτεται τη Μόσχα κάθε χρόνο, έως το 1981. Ο γέροντας έδινε πνευματική συμπαράσταση σ’ όλους συγγενείς του, και όχι μόνο…
Ζ΄. Στο Έσσεξ της Αγγλίας:
Την εποχή εκείνη (1959 και σε ηλικία 63 ετών) με θαυμαστές συνθήκες εγκαταβιώνει στο Έσσεξ της Αγγλίας, ιδρύει μια αδελφότητα και αρχικά δεχόταν όποιον ζητούσε την πνευματική του βοήθεια. Αργότερα κτίζει το Μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου. Η ηλικία του και η φθίνουσα υγεία του τον ανάγκασαν να αναθέτει πολλή απ’ την δραστηριότητά του στους μοναχούς του. Αυτός αφιερώνεται στη λειτουργία! Είναι γεμάτος μέχρι τα χείλη με τη γνώση του Θεού. Είναι καθαρός, σπλαχνικός και αυστηρός στις κρίσεις του, πράγμα που οδηγεί τον άλλο σε νέες ενδοσκοπήσεις.
Γι’ αυτόν η δημιουργία είναι μια άλλη λέξη της ελπίδας. Η Θεία Λειτουργία γινόταν στο ναό των Αγίων Πάντων, η οποία πάντα γέμιζε από πιστούς που έφταναν (και φτάνουν) από το Λονδίνο. Οι αιτήσεις, τα ειρηνικά απαγγέλλονταν αργά, καθαρά, με τη βαθιά φωνή του, με προφορά σαφή είτε στην Αγγλική, είτε στην Ελληνική ή στη Γαλλική. Το πρόσωπό του και όλο του το είναι περικλείονταν από κάποιο φως που σκορπούσε ειρήνη και γαλήνη… Όλος ο κόσμος έφερνε φαγητό και κατόπιν ακολουθούσε «κοινή τράπεζα»… Στο Μοναστήρι αυτό δημιουργούνται από τότε πολλοί και δυνατοί δεσμοί φιλίας.
Η κάθε εκδήλωσή του δίδασκε να έχουν οι πιστοί αγάπη στην καρδιά τους. Ήταν φορές που έπαιζε με τα παιδιά των προσκυνητών. Έλεγε συχνά: «Τα παιδιά καταλαβαίνουν πολύ καλά αυτά πού τους. Πρέπει να τους μιλάς με σεβασμό όπως στους μεγάλους, αν και οι μεγάλοι δεν καταλαβαίνουν όπως αυτά!…». Έλεγε, ότι για να μη φύγει ένα παιδί από τον δρόμο της Εκκλησίας, δεν φτάνουν μόνο οι καλοί πνευματικοί, αλλά θα πρέπει και οι γονείς να δίνουν το ανάλογο παράδειγμα στα παιδιά…
Όταν ήθελε να αποφασίσει περί ενός προβλήματος διερωτιόταν: «Τι θα μου έλεγε η Μετάνοιά μου και οι πατέρες του Αγίου όρους;» Ευτυχώς που ο Θεός καταξίωσε τον π. Σωφρόνιο να αποκαλύψει τον πλούτο της Ορθοδόξου παραδόσεως στη Δύση. Ευτύχισε μάλιστα να γνωρίσει την επίσημη αναγνώριση της αγιότητας του πνευματικού του πατέρα Σιλουανού το 1987, αλλά και τον εγκαινιασμό του πρώτου ναού προς τιμήν του οσίου Σιλουανού.
Στις 11 Ιουλίου του 1993, πλήρης ημερών (97 ετών ) και αφού όργωσε πνευματικά όλη την Ευρώπη και πάλεψε στα νιάτα του με τις αξίες της Άπω Ανατολής, κοιμήθηκε «προς Κύριον». Ο τάφος του γέροντα είναι στο μέσο του κτιστού κοιμητηρίου της Μονής…
Η΄. Λόγοι του γέροντα:
1). «… Κάθε άνθρωπος, βλέπει στους άλλους μόνον αυτό, που γνώρισε με την πνευματική του πείρα για τον εαυτό του. Γ’ αυτό η στάση του ανθρώπου προς τον πλησίον του είναι σίγουρο κριτήριο για το βαθμό αυτογνωσίας στον οποίο έφτασε.
Όποιος έμαθε από τον ίδιο του τον εαυτό του σε ποιο βάθος και σε ποια ένταση μπορούν να φτάσουν οι οδύνες του ανθρωπίνου πνεύματος, όταν αποχωριστή από το φως της αληθινής υπάρξεως, κι όποιος κοντά σ’ αυτό έμαθε και το μεγαλείο του ανθρώπου, όταν βρίσκεται κοντά στο Θεό. Μόνο αυτός γνωρίζει πως κάθε ανθρώπινη ύπαρξη έχει αιώνια αξία, μεγαλύτερη απ’ όλο τον υπόλοιπο κόσμο….».
(Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ, σελ. 105-106).
2). «…Η προσευχή του Ιησού κατά την ουσίαν αυτής υπέρκειται παντός εξωτερικού σχήματος, εν τη πράξει όμως οι πιστοί ένεκα της ανικανότητος αυτών να σταθούν εν αυτή «καθαρώ νοΐ» επί μακρόν χρόνον, χρησιμοποιούν το κομβοσχοίνιον χάριν πειθαρχίας.
Εν τω Αγίω Όρει του Άθω το πλέον διαδεδομένον κομβοσχοίνιον φέρει εκατό κόμβους διηρημένους εις τέσσαρα μέρη των είκοσι πέντε κόμβων. Ο αριθμός των προσευχών και των μετανοιών καθ’ ημέραν και νύκτα ορίζεται αναλόγως της δυνάμεως εκάστου και των πραγματικών συνθηκών της ζωής αυτού…».
(Περί Προσευχής,
http://www.rel.gr/index.php?rpage=gerontes/sofronios&rpage2=showkeimeno.php&link_id=3).
3). «…Κατά την εκκλησιαστικήν αντίληψιν υπάρχουν τρεις βαθμοί πνευματικής καταστάσεως του ανθρώπου: η υπερφυσική κατάστασις, η φυσική και η παρά φύσιν ή εναντίον της φύσεως.
Η παρθενία και η μοναχική σωφροσύνη, εννοούμεναι ως δωρεαί της χάριτος, ανήκουν εις την πρώτην κατάστασιν. Εις την δευτέραν κατάστασιν κατατάσσεται ο ευλογημένος γάμος. Πάσα άλλη μορφή σαρκικής ζωής είναι πνευματικώς ή κατωτέρα ή παρά φύσιν…
Ο καθηγιασμένος γάμος, ο πειθαρχημένος, ο χωρίς διαστροφήν, διατηρεί τον άνθρωπον φυσικώς και ηθικώς, ενώ πάσα άλλη μορφή σαρκικής απολαύσεως, έστω και υπό ονειρώδη μόνον μορφήν, διαφθείρει ολόκληρον τον άνθρωπον, ήτοι την ψυχήν και το σώμα».
(ΑΣΚΗΣΙΣ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑ, Περί των βάσεων της ορθοδόξου ασκήσεως, σελ. 62 και
http://www.rel.gr/index.php?rpage=gerontes/sofronios&rpage2=showkeimeno.php&link_id=1).
4). «…Δια τους λόγους τούτους είμεθα κατηγορηματικώς πεπεισμένοι ότι είναι αναγκαία η χρήσις της παραδεδομένης Λειτουργικής γλώσσης εν ταις εκκλησιαστικαίς ακολουθίαις. Ουδόλως υπάρχει ανάγκη αντικαταστάσεως αυτής υπό της γλώσσης της καθ ημέραν ζωής, πράγμα όπερ αναποφεύκτως θα καταβιβάση το πνευματικόν επίπεδον και θα προξενήση ούτως ανυπολόγιστον ζημίαν.
Είναι άτοποι οι ισχυρισμοί περί του δήθεν ακατανοήτου δια πολλούς συγχρόνους ανθρώπους της παλαιάς εκκλησιαστικής γλώσσης, μάλιστα δε δι ανθρώπους εγγραμμάτους και πεπαιδευμένους εισέτι. Δι αυτούς η εκμάθησις εντελώς μικρού αριθμού λέξεων, αίτινες δεν είναι εν χρήσει εις την καθ ημέραν ζωήν, είναι υπόθεσις ολίγων ωρών.
Πάντες ανεξαιρέτως καταβάλλουν τεραστίας προσπαθείας δια την αφομοίωσιν πολυπλόκων ορολογιών διαφόρων τομέων της επιστημονικής ή της τεχνικής γνώσεως, της πολιτικής, της νομικής και των κοινωνικών επιστημών, γλώσσης φιλοσοφικής ή ποιητικής και τα παρόμοια.
Δια τί λοιπόν αναγκάζομεν την Εκκλησίαν να απολέση γλώσσαν απαραίτητον δια την έκφρασιν υψίστων μορφών της θεολογίας και των πνευματικών βιωμάτων;…».
(ΟΨΟΜΕΘΑ ΤΟΝ ΘΕΟΝ ΚΑΘΩΣ ΕΣΤΙ, Περί της λειτουργικής γλώσσης, σελ. 375 και
http://www.rel.gr/index.php?rpage=gerontes/sofronios&rpage2=showkeimeno.php&link_id=5).
5). «…Προσήλωσε το νου σου στο Θεό και θα ‘ρθει η στιγμή κατά την οποία θα αισθανθείς το άγγιγμα του Αιώνιου Πνεύματος στην καρδιά σου. Αυτό το θαυμάσιο πλησίασμα του πανάγιου Θεού, υψώνει το πνεύμα στις σφαίρες του άκτιστου Όντος και ο νους λαβαίνει πείρα όλων όσα υπάρχουν εκεί.
Η αγάπη ξεχειλίζει σαν ποταμός φωτός σε όλη τη κτίση. Η φυσική καρδιά αισθάνεται αυτή την αγάπη σαν πνευματική, μεταφυσική…».
(Η ζωή Του ζωή μου, 11. Η πείρα της αιωνιότητας με την προσευχή, σελ.109).
6). «… Οι πιστεύοντες εις τον Χριστόν διά πίστεως ελευθέρας πάσης αμφιβολίας ως Θεόν Δημιουργόν και Θεόν Σωτήρα ημών, εν παραφορά μετανοίας, λαμβάνουν πείραν και του άδου και της αναστάσεως, πριν ή γευθούν του σωματικού θανάτου.
Η μετάνοια είναι απλώς νοητική πράξις, ως αλλαγή της διανοητικής ημών προσεγγίσεως προς παν τελούμενον εν τω κόσμω.
Η αλλαγή αύτη, η στροφή του νοός, συνοδεύεται κατά φυσικόν τρόπον υπό αισθήσεως πικρίας δια την αχρειότητα ημών και υπό θλίψεως καρδίας δια τον χωρισμόν ημών από του Αγίου Θεού….».
(ΟΨΟΜΕΘΑ ΤΟΝ ΘΕΟΝ ΚΑΘΩΣ ΕΣΤΙ, Περί μετανοίας, σελ. 69).
7). «… Αγωνίζομαι να περιγράψω την Επιστήμην, την πλέον μεγαλειώδη εξ όσων γνωρίζει η Γη και ο Ουρανός. Αφομοιούται αύτη ουχί εν ολίγοις χρόνοις ακαδημαϊκών σπουδών, αλλά δι’ όλης της υπάρξεως ημών.
Η οντολογική και ουχί αφηρημένη γνώσις αποκτάται δια της συμμετοχής ημών εις το είναι. Δια το της φλογεράς μετανοίας και της διαμονής ημών εν τω πνεύματι των εντολών δίδεται εις ημάς η φοβερά αύτη ευλογία...».
(ΟΨΟΜΕΘΑ ΤΟΝ ΘΕΟΝ ΚΑΘΩΣ ΕΣΤΙ, Περί της Γεθσημανίου προσευχής, σελ. 388).
8). «… Η αληθινή Εκκλησία διαφυλάσσει πάντα άθικτη τη διδασκαλία του Χριστού, αλλά δεν την κατανοούν όλοι όσοι θεωρούν τον εαυτό τους μέλος της Εκκλησίας και μιλούν μάλιστα εξ ονόματός της. Γιατί οι θύρες της αγάπης της είναι διάπλατα ανοιγμένες για κάθε άνθρωπο, ανεξάρτητα από την πνευματική του πρόοδο, αρκεί να ομολογεί πίστη και πόθο για σωτηρία.
Γι’ αυτό στη δεδομένη εμπειρική ζωή της Εκκλησίας παρουσιάζεται πάντα μια ανάμειξη της αλήθειας που εκδηλώνεται στην αγιότητα του βίου, με την αναλήθεια που εισάγεται από τις αμαρτίες των ασθενών μελών της, χωρίς ν’ αποκλείονται και ορισμένοι εκπρόσωποι της αγίας ιεραρχίας…».
(Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ, σελ. 265).
9). «Ευλογία Κυρίου μενέτω εφ’ υμάς εις τους αιώνας, του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν.
Ευχαριστώ πάντας υμάς, τους προσελθόντας σήμερον, καθ’ ήν ημέραν εορτάζομεν την μνήμην του μεγάλου και πολυπαθούς δια την Εκκλησίαν του Χριστού Σωφρονίου, του αναδειχθέντος Πατριάρχου Ιεροσολύμων.
Ολίγος χρόνος έμεινε εις εμέ να ζήσω μεθ’ υμών. Αλλά Εκείνο το Πνεύμα το Άγιον, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, το Οποίον εφανέρωσεν εις ημάς ο Υιός Ιησούς Χριστός, παραδίδω υμάς. 11 Μαρτίου 1993».
(ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ, ΑΣΚΗΣΙΣ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑ, σελ. 191).
Θ΄. Έγραψαν για τον γέροντα:
1). «… Ο Αρχιμανδρίτης Σωφρόνιος ήταν πεισμένος ότι η εντολή του Χριστού μέσω του Γέροντα Σιλουανού «έχετε κατά νου την κόλαση, και μην απελπίζεσθε» απευθυνόταν κύρια στο δικό μας αιώνα, το βυθισμένο στην απελπισία….».
(Rosemary Edmonds, συγγραφέας της εισαγωγής, Η ζωή Του ζωή μου, σελ.15).
2). «… Η πάλη αυτή, που διήρκεσε δεκαπέντε χρόνια, οδήγησε τον Σιλουανό σε αδαμιαία μετάνοια και έσχατη απόγνωση. Τότε παρενέβη ο Κύριος και του έδωσε το λόγο: «Κράτει τον νουν σου εις τον άδην και μη απελπίζου» – Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης σελ. 51 και 572. Ο λόγος αυτός του Κυρίου που ήχησε στην καρδιά του Σιλουανού έφερε σ αυτόν την πνευματική νίκη….
Ο γέροντας (Σωφρόνιος) πιστεύει ότι ο λόγος που δόθηκε στον άγιο Σιλουανό ήταν λόγος της πρόνοιας του Θεού. Αποσκοπούσε να αντισταθμίσει πνευματικά τον κίνδυνο της ολοκληρωτικής καταστροφής που ενέχει η επιστημονική ανακάλυψη του Αϊνστάιν. Τα δυο αυτά γεγονότα συμπίπτουν χρονικά.
Στις συνθήκες του συγχρόνου κόσμου η εμπειρία της κολάσεως είναι πραγματική κατάσταση, κοινή σε πολλούς ανθρώπους, που έρχονται συχνά αντιμέτωποι με τα τυραννικά αδιέξοδα και τη σύγχυση του νου….».
(Αρχιμ. Ζαχαρίας Ζάχαρος, ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ, «Κράτει τον νου σου εις τον άδην και μη απελπίζου», σελ. 354 και 367).
3). «… Εκτός από τη ζώσα και πρόσωπο με Πρόσωπο κοινωνία και γνώση του αληθινού θεού στις γραφές του Γέροντος Σωφρονίου επισημαίνεται και άλλη παράλληλη αλλά εσφαλμένη οδός προς απόκτηση του Απολύτου. Εδώ όμως πρόκειται περί του Υπερ-προσωπικού ή μάλλον απρόσωπου Απολύτου. Η θεωρία της οδού αυτής έχει την προέλευσή της στις ανατολικές θρησκείες.
Στην ασκητική του τύπου αυτού του υπερβατικού διαλογισμού επιδόθηκε και ο ίδιος, καθώς ομολογεί, επί οκτώ σχεδόν χρόνια κατά τη νεανικότητά του. Στις ημέρες μας, λόγω του ισχυρού ρεύματος εκκοσμικεύσεως που επικρατεί στο δυτικό ιδιαίτερα κόσμο, η θεωρία αυτή είναι ευρέως διαδεδομένη και ελκύει πολλούς ανθρώπους που επιθυμούν να βγουν από την μονοτονία και πλήξη της παραλυσίας του υλικού κόσμου..».
(Αρχιμ. Ζαχαρίας Ζάχαρος, ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ, Παραπλάνηση σε φανταζόμενο κόσμο, σελ. 49).
4). «… Η ηγουμενία του κάποτε θα είχε ένα τέλος. Ο ίδιος το επέλεξε. Στη θέση του τον αντικατέστησε ο πατήρ Κύριλλος, ένας άξιος συνεχιστής του έργου του Γέροντα. Ο Γέροντας παρουσίασε τον καινούργιο Ηγούμενο με λόγια όλο αλήθεια. Είπε πως οι δυνάμεις του δεν του επιτρέπουν πλέον να ασκεί διοικητικά καθήκοντα, πως ο άξιος συνεχιστής του είναι νέος και θα τα καταφέρει. Τίποτε άλλο…».
(Δήμητρα Β. Δαβίτη, Αναμνήσεις από τον ΓΕΡΟΝΤΑ ΣΩΦΡΟΝΙΟ του ΕΣΣΕΞ, σελ. 104).
Ι΄. Βιβλιογραφία:
1). Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ, Ι. Μ. ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ, ΕΣΣΕΞ ΑΓΓΛΙΑΣ, 1985.
2). ΟΨΟΜΕΘΑ ΤΟΝ ΘΕΟΝ ΚΑΘΩΣ ΕΣΤΙΝ, έκδ. Ι.Μ. Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 1996.
3). Αρχιμ. Σωφρονίου, Η ζωή του ζωή μου, μετ. Πρωτ. π. Δημήτριος Βακάρος, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη,1983.
4). Γέροντος Σωφρονίου Σαχάρωφ, Περί Προσευχής, έκδ. Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας.
5). Αρχιμ. ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ (Σαχάρωφ), ΑΣΚΗΣΙΣ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑ, Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας, 1996.
6). ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΦΟΡΟΥ π. ΣΙΛΟΥΑΝΟΥ ΤΟΥ ΑΘΩΝΙΤΟΥ, έκδ. Ι. Μ. ΣΙΜΩΝΟΣ ΠΕΤΡΑΣ, ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ, 1995, Β΄ έκδοσις βελτιωμένη.
7). Δήμητρα Β. Δαβίτη, Αναμνήσεις από τον ΓΕΡΟΝΤΑ ΣΩΦΡΟΝΙΟ του ΕΣΣΕΞ, β΄έκδ., ΑΘΩΣ,1999).
8). ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ, Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), εκδ. Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας, 2000.
9). Ιστοσελίδα «Ορθοδοξία», http://www.rel.gr/index.php?rpage=gerontes/sofronios&rpage2=.
10). ΕΝΟΡΙΑΚΟΣ ΠΑΛΜΟΣ, μηνιαίο εν. έντυπο Κοιμήσεως Θεοτόκου Οβρυάς Μεσσάτιδος, αρ. φ. 55, ΙΟΥΛΙΟΣ 2000, σελ. 12-16.
Επιμέλεια - Παρουσίαση: Π. Α. Μ.
