Γέροντας Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης

Γέροντας Πορφύριος ΚαυσοκαλυβίτηςΣύντομα βιογραφίκα στοιχεία 

Ο π. Πορφύριος, γεννήθηκε το 1906 από ευσεβείς και πολύ φτωχούς γονείς στο χωριό Άγιος Ιωάννης Καρυστίας Ευβοίας. Στο σχολείο πήγε μέχρι Β΄ Δημοτικού. Τα γράμματα, όπως μου είπε, τα έμαθα διαβάζοντας το Ευαγγέλιο και τα λειτουργικά βιβλία της Εκκλησίας. Ο πατέρας του είχε πάει να δουλέψει στη διώρυγα του Παναμά, για να συντηρήσει την οικογένειά του. Κι ο μικρός Ευάγγελος- αυτό ήταν το όνομα του Γέροντα- δούλευε στα χωράφια και έβοσκε τα λιγοστά πρόβατά τους στις πλαγιές του χωριού. Εκεί διάβαζε και το Βίο του Αγίου Ιωάννου του Καλυβίτη. Τόσο πολύ τον συνεπήρε η αγία μορφή του Οσίου, που άρχισε να σκέπτεται να τον μιμηθεί.

Μικρός καθώς ήταν, 13-14 ετών, βρήκε τον τρόπο και έφυγε για το Άγιον Όρος. Εκεί εγκαταστάθηκε στα Καυσοκαλύβια και έγινε υποτακτικός σε ένα κελί, σε δύο πολύ καλά και αυστηρά Γεροντάκια. Έζησε μαζί τους 5-6 χρόνια, έμαθε την καλογερική, την «άκρα» και «χαρούμενη» όπως έλεγε, υπακοή, την καθαρή αγάπη του θεού και δέχθηκε – άδολο και αγνό παιδί όπως ήταν- το διορατικό χάρισμα. Όμως αρρώστησε άσχημα, και ο Θεός έδειξε ότι ήθελε να τον «μεταθέσει» στον κόσμο, για να μπορέσει να φωτίσει τους ανθρώπους με τη χάρη που είχε, να τους εμπνεύσει, να τους παρηγορήσει, να τους καθοδηγήσει. Έτσι, γύρισε στην πατρίδα του την Εύβοια, όπου εγκαταβίωσε στο Μοναστήρι του Αγ. Χαραλάμπους στο Αυλωνάρι. Εκεί θεραπεύθηκε. Σε ηλικία 20 ετών συναντήθηκε με τον Αρχιεπίσκοπο του Σινά Πορφύριο, ο οποίος θαύμασε για τα ουράνια χαρίσματα του νέου Μοναχού και τον χειροτόνησε πρεσβύτερο, δίνοντάς του το όνομά του: Πορφύριος.

Φανταστείτε ότι περιέγραψε στον Αρχιεπίσκοπο την Ιερά Μονή του Σινά με λεπτομέρειες, χωρίς ποτέ να την έχει επισκεφθεί! Όταν η Ι. Μονή του Αγίου Χαραλάμπους έγινε γυναικεία, εγκαταστάθηκε στην Ι. Μ. Αγ. Νικολάου Βάθειας Ευβοίας. Το 1940 ήρθε στην Αθήνα, όπου διορίσθηκε εφημέριος στον Ιερό Ναό του Αγίου Γερασίμου, στην Πολυκλινική, κοντά στην Ομόνοια. Εκεί υπηρέτησε 33 χρόνια το Θεό και τους ανθρώπους, ζώντας στην ταπεινή αφάνεια και μεγαλουργώντας για τη δόξα του θεού. Αφού, να σκεφθείτε, βοήθησε χιλιάδες ανθρώπους να βρουν την ειρήνη του Θεού. Ακόμη και τους γιατρούς βοηθούσε με τις χαρισματικές του διαγνώσεις, και πολλούς ασθενείς θεράπευε με τη χάρη του Θεού. Και όλα αυτά τα έκαμνε, ο αγράμματος για τον κόσμο, π. Πορφύριος, που ήξερε όμως άριστα τα άγια γράμματα του Θεού. «Ο πανσόφους τους αλιείς αναδείξας».

Όταν πήρε τη σύνταξη του από τον Άγιο Γεράσιμο, έζησε μερικά χρόνια στον Άγιο Νικόλαο Καλισσίων Πεντέλης και τελικά κατέληξε στο Μήλεσι της Μαλακάσας, κάπου 39 χιλ. από την Αθήνα, στο δρόμο για τη Λαμία, και άλλα 5 χιλ. στο δρόμο προς Ωρωπό, όπου έζησε το ίδιο ταπεινά, παλεύοντας με τις αρρώστιες του, που του χαρίσθηκαν από την αγάπη του Θεού ως «σκόλοψ τη σαρκί, ίνα μη υπεραίρηται». Ο τόπος εκείνος έγινε αληθινό προσκύνημα. Επεδίωκε ο Γέροντας την αφάνεια, και ο Θεός τον δόξαζε. «Ο κόσμος –θα γράψει αργότερα- με πήρε από καλό και όλοι φωνάζουνε ότι είμαι άγιος. Εγώ όμως αισθάνομαι ότι είμαι ο πιο αμαρτωλός άνθρωπος του κόσμου …και παρακαλώ όσοι με έχετε γνωρίσει να κάνετε προσευχή για μένα».

Ο Γέροντας πέθανε ταπεινά στο κελί του, στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους, στις 2 Δεκεμβρίου 1991. Είχε την εσωτερική πληροφορία ότι το τέλος ήταν «εγγύς» και ήθελε να πεθάνει ταπεινά, μακριά από τον κόσμο, μέσα στη γαλήνη του Θεού. Κανείς δεν πληροφορήθηκε το θάνατό του, παρά μόνο οι κελιώτες των Καυσοκαλυβίων. Η κηδεία του έγινε ταπεινή, απέριττη, καλογερική, μέσα στο ειρηνικό και σεπτό περιβόλι της Παναγίας.

Aπό το βιβλίο «ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ Ανθολόγιο Συμβουλών»

ΕΚΔΟΣΕΙΣ Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΙΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΜΗΛΕΣΙ ΑΤΤΙΚΗΣ

Σημ. Το παραπάνω κείμενο έχει δημοσιοποιηθεί με την άδεια των αδερφών του Ιερού ησυχαστηρίου Μεταμόρφωσις του Σωτήρος στο Μήλεσι της Αττικής.

Η επιλογή των κειμένων, έγινε σε συνεργασία με τον κύριο Κωνσταντίνο Καρακόλη, ο οποίος και έχει την επιμέλεια του βιβλίου και τον οποίο ευχαριστούμε θερμά για το ενδιαφέρον του.


Του γέροντα Πορφυρίου

Είναι εγωισμός να θέλομε οι άλλοι να μας μιλάνε με καλοσύνη.
Όταν αγαπάμε χωρίς να επιδιώκομε να μας αγαπάνε, θα μαζεύονται όλοι κοντά μας σαν τις μέλισσες. Αυτό ισχύει για όλους μας.
Αν ο αδελφός σου σ’ ενοχλεί, σε κουράζει, να σκέπτεσαι: «Τώρα με πονάει το μάτι μου, το χέρι μου, το πόδι μου· πρέπει να το περιθάλψω μ’ όλη μου την αγάπη».
Να μη σκεπτόμαστε, όμως, ούτε ότι θα αμειφθούμε για τα δήθεν καλά ούτε ότι θα τιμωρηθούμε για τα κακά που διαπράξαμε.
Έρχεσαι εις επίγνωσιν αληθείας, όταν αγαπάεις με την αγάπη του Χριστού.
Τότε δεν ζητάεις να σ’ αγαπάνε· αυτό είναι κακό. Εσύ αγαπάεις, εσύ δίνεις την αγάπη σου· αυτό είναι το σωστό.
Από μας εξαρτάται να σωθούμε. Ο Θεός το θέλει. Όπως λέει η Αγία Γραφή: «πάντας θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν».
Όταν κάποιος μας αδικήσει μ’ οποιονδήποτε τρόπο, με συκοφαντίες, με προσβολές, να σκεπτόμαστε ότι είναι αδελφός μας που τον κατέλαβε ο αντίθετος.
Έπεσε θύμα του αντιθέτου. Γι’ αυτό πρέπει να τον συμπονέσομε και να παρακαλέσομε τον Θεό να ελεήσει κι εμάς κι αυτόν· κι ο Θεός θα βοηθήσει και τους δύο.
Αν, όμως οργισθούμε εναντίον του τότε ο αντίθετος από κείνον θα πηδήσει σ’ εμάς και θα μας παίζει και τους δύο.
Όποιος κατακρίνει τους άλλους, δεν αγαπάει τον Χριστό. Ο εγωισμός φταίει. Από κει ξεκινάει η κατάκριση.
Ας υποθέσομε ότι ένας άνθρωπος βρίσκεται μόνος του στην έρημο. Δεν υπάρχει κανείς.
Ξαφνικά ακούει κάποιον από μακριά να κλαίει και να φωνάζει. Πλησιάζει κι αντικρίζει ένα φοβερό θέαμα:
μία τίγρις έχει αρπάξει έναν άνθρωπο και τον καταξεσχίζει με μανία. Εκείνος απελπισμένος ζητάει βοήθεια.
… Τι να κάνει, για να τον βοηθήσει; … Μήπως θα πάρει καμιά πέτρα να τήνε ρίξει στον άνθρωπο και να τον αποτελειώσει; «Όχι, βέβαια!», θα πούμε.
Κι όμως αυτό είναι δυνατόν να γίνει όταν δεν καταλαβαίνομε ότι ο άλλος που μας φέρεται άσχημα κατέχεται από τον διάβολο, την τίγρη.
Μας διαφεύγει ότι, όταν κι εμείς τον αντιμετωπίζομε χωρίς αγάπη, είναι σαν να του ρίχνομε πέτρες πάνω στις πληγές του, οπότε του κάνομε πολύ κακό και η «τίγρις» μεταπηδάει σ’ εμάς και κάνομε κι εμείς ό,τι εκείνος και χειρότερα.
Τότε, λοιπόν ποια είναι η αγάπη που έχομε για τον πλησίον μας και πολύ περισσότερο για τον Θεό;
Να αισθανόμαστε την κακία του άλλου σαν αρρώστια που τον βασανίζει και υποφέρει και δεν μπορεί να απαλλαγεί.
Γι’ αυτό να βλέπομε τους αδελφούς μας με συμπάθεια και να τους φερόμαστε με ευγένεια λέγοντας μέσα μας με απλότητα το «Κύριε Ιησού Χριστέ», για να δυναμώσει με τη θεία χάρι η ψυχή μας και να μην κατακρίνομε κανένα.
Όλους για αγίους να τους βλέπομε. Όλοι μας μέσα φέρομε τον ίδιο παλαιό άνθρωπο.
Ο πλησίον όποιος κι αν είναι, είναι «σάρξ εκ της σαρκός μας», είναι αδελφός μας και «μηδενί, μηδέν οφείλομεν, ει μη το αγαπάν αλλήλους», σύμφωνα με τον απόστολο Παύλο.
Δεν μπορούμε ποτέ να κατηγορήσομε τους άλλους, γιατί «ουδείς την εαυτού σάρκα εμίσησεν».
Όταν κάποιος έχει ένα πάθος να προσπαθούμε να του ρίχνομε ακτίνες αγάπης κι ευσπλαχνίας για να θεραπεύεται και να ελευθερώνεται.
Μόνο με την χάρι του Θεού γίνονται αυτά. Να σκέπτεσθε ότι αυτός υποφέρει περισσότερο από εσάς. …
Να στεκόμαστε με προσοχή σεβασμό και προσευχή.
Εμείς να προσπαθούμε να μην το κάνομε το κακό. Όταν υπομένομε την αντιλογία του αδελφού λογίζεται μαρτύριο. Να το κάνομε με χαρά.
Ο χριστιανός είναι ευγενής. Να προτιμάμε ν’ αδικούμαστε.
Άμα έλθει μέσα μας το καλό, η αγάπη, ξεχνάμε το κακό που μας κάνανε. Εδώ κρύβεται το μυστικό.
Όταν το κακό έρχεται από μακριά, δεν μπορείτε να το αποφύγετε.
Η μεγάλη τέχνη είναι, όμως να το περιφρονήσετε.
Με την χάρι του Θεού ενώ θα το βλέπετε, δεν θα σας επηρεάζει, διότι θα είστε πλήρεις χάριτος.


Συνομιλία του γέροντος Πορφυρίου για την κατάθλιψη

Συνεχίζοντας την έκδοση των ηχογραφημένων συνομιλιών του Γέροντος Πορφύριου, που αρχίσαμε με τη κασέτα με τον τίτλο «Ο Χριστός είναι το παν» και την κασέτα με τον τίτλο «Το πνεύμα το ορθόδοξον είναι το αληθές», εκδίδομε και αυτή τη κασέτα με μια συνομιλία του που αφορά την κατάθλιψη. Είναι ένα θέμα πολύ ενδιαφέρον για όλους, όπως θα ακούσετε και από την ηχογραφημένη κασέτα. Στην έκδοση αυτή έχουμε διαγράψει τα ονόματα των συνομιλητών του Γέροντος, όπως και τα ονόματα των προσώπων που μερικές φορές αναφέρονται στη συνομιλία, καθώς και τη φωνή τους, δια λόγους πνευματικούς.

Ελπίζουμε να βοηθηθούν πολλοί από τις συμβουλές του Γέροντα, που περιέχονται σε αυτή την συνομιλία του, διότι η κατάθλιψη είναι σήμερα πολύ διαδεδομένη. Όπως λέγει ο Γέροντας Πορφύριος, αυτό οφείλεται στο μεγάλο εγωισμό, από τον οποίο πάσχομε οι περισσότεροι, διότι ανατρεφόμεθα από μικρά παιδιά με συνεχή καλλιέργεια του εγωιστικού πνεύματος, που εκδηλώνεται με τη φιλοδοξία, την επιθυμία να διακριθούμε και να επαινεθούμε, την επιθυμία να κάνουμε εντύπωση και να μας θαυμάζουν για πράγματα ανάξια λόγου, όπως τα  ρούχα μας, το χτένισμά μας, το παράστημά μας, οι επιδόσεις μας στα μαθήματα, στη δουλειά μας ή στα αθλήματά και σε ανόητες κουβέντες. Μερικές μάλιστα φορές ο εγωισμός εκδηλώνεται ακόμη και με την επιθυμία να διακριθούμε κάνοντας το κακό, όπως ο αρχαίος Ηρόστρατος, που έκαψε ένα πολύ ωραίο ναό για να συζητά ο κόσμος γι’ αυτόν. Έτσι κάθε φορά που τα πράγματα δεν πάνε όπως τα θέλουμε, στενοχωριόμαστε, απελπιζόμαστε, κλεινόμαστε στον εαυτό μας θλιμμένοι, διότι δεν μας αναγνώρισαν, διότι μας επέπληξαν, ή μας ντρόπιασαν, ή μας είπαν κάτι που θίγει τον εγωισμό μας και την καλή ιδέα που έχομε για τον εαυτό μας και που θέλομε να την έχουν και οι άλλοι για μας.

Είναι λυπηρό να βλέπει κανείς νέους ανθρώπους να αυτοκτονούν διότι δεν αντέχουν μια υποτίμηση, όπως μια αποτυχία στις εξετάσεις, μια όχι καλή συμπεριφορά των συνανθρώπων τους απέναντί τους, ή μια οικονομική καταστροφή. Όλα αυτά τα γεγονότα, όταν τα αντιμετωπίσουμε χριστιανικά, με ταπείνωση, εμπιστοσύνη στο Θεό, αισιοδοξία και ψυχραιμία ξεπερνιούνται γρήγορα και γίνονται αφορμή για μεγαλύτερη πρόοδο. Από όλα μπορεί να βγει κάτι καλό πνευματικά και ακόμη και υλικά για τον άνθρωπο που δοκιμάζεται με δυσκολίες.

Η κατάθλιψη αντίθετα αδρανοποιεί τον άνθρωπο, σχεδόν τον νεκρώνει. Γι’ αυτό ας ακούσωμε με προσοχή τις συμβουλές του Γέροντος Πορφυρίου και κυρίως αυτές που μας μιλούν για την αιτία της καταθλίψεως και κυρίως για τη μεγάλη σχέση που έχει αυτή με τον εγωισμό μας  και ας παρακαλέσουμε το Θεό να μας δώσει ταπείνωση, γιατί χωρίς αυτήν θα είμεθα διαρκώς θλιμμένοι. Άλλωστε αν καλοεξετάσουμε τα πράγματα θα δούμε ότι ο εγωισμός είναι κουταμάρα και ότι η ταπείνωση είναι εξυπνάδα, διότι ο εγωιστής ποτέ δεν χορταίνει και γι’ αυτό είναι διαρκώς λυπημένος, ενώ ο ταπεινός είναι πάντοτε ικανοποιημένος. Επί πλέον ο εγωιστής ζει διαρκώς με το άγχος πως τον βλέπουν και πως τον κρίνουν οι άλλοι και αγωνιά να προκαλέσει την προσοχή τους και τον έπαινό τους, πράγμα που στο βάθος σημαίνει ότι δεν έχει αυτοεκτίμηση και ζει με την εκτίμηση που περιμένει από τους άλλους. Αλλά βέβαια οι άλλοι δεν ενδιαφέρονται τόσο πολύ γι’ αυτόν, όσο θα ήθελε και έτσι βασανίζεται στην ψυχή του και καταφεύγει στα χάπια για να πάρει λίγο θάρρος, ή ακόμη χειρότερα στα βαρειά ναρκωτικά, που τον μπάζουν σ’ ένα κόσμο φανταστικό, στον οποίον όλα φαίνονται όπως τα θέλομε, ενώ δεν είναι.

Ξοδεύονται  τεράστια ποσά σε ψυχοφάρμακα και μάλιστα σε αντικαταθλιπτικά, και ακόμη περισσότερα ίσως σε προγράμματα αποτοξινώσεως εξηρτημένων ατόμων. Αλλά δεν επιτυγχάνεται συνήθως μόνιμη θεραπεία, διότι η αληθινή αιτία (ο εγωισμός) όχι μόνον παραμένει ανέπαφος, αλλά και πάρα πολλές φορές υποθάλπεται. Έτσι σπρώχνονται οι πιο ευπαθείς από τους σύγχρονους νέους, αλλά και ώριμους, στην απογοήτευση, στην κατάθλιψη, στα ψυχοφάρμακα και στα ναρκωτικά, διότι δεν αντέχουν την πραγματικότητα που διαψεύδει την ψεύτικη εικόνα που θα ήθελαν να έχουν οι άλλοι για τον εαυτό τους. Φεύγουν λοιπόν από την πραγματικότητα, είτε με την αδράνεια (π.χ. δεν δίνουν εξετάσεις για να μην αποτύχουν), είτε με τις εξαρτησιογόνες ουσίες (που τους μεταφέρουν έξω από τη σκληρή πραγματικότητα).

Η ταπείνωση όμως αντιμετωπίζει όλες τις δυσκολίες, ακόμη και τον κοινωνικό εξευτελισμό, την αποτυχία, την υποτίμηση, σαν αναμενόμενα γεγονότα, αντάξια της μικρής αξίας μας, τα οποία μας σπρώχνουν να αγωνισθούμε για να βελτιωθούμε και έτσι αντί να δοθούμε στην κατάθλιψη, δινόμαστε στον αγώνα, στην προσπάθεια, στη δράση, στη ζωή.

Τα λόγια του Γέροντος Πορφυρίου μερικές φορές είναι πυκνά σε βαθειά νοήματα. Γι’ αυτό χρειάζεται να τα ακούσωμε πολλές φορές και να εμβαθύνουμε κάθε φορά σε αυτά που λέει. Θα διαπιστώσουμε ότι μερικές μικρές φράσεις, όπως η φράση: «η αιτία είναι ότι έχεις μεγάλο εγωισμό» στην αρχή μας φαίνονται άσχετες με το θέμα και ακατανόητες. Αλλά σιγά-σιγά μας αποκαλύπτουν την πραγματικά αιτία της στενοχώριας μας και της καταθλίψεώς μας, που είναι ότι ο εγωισμός μας δεν μας αφήνει να αντέξουμε κάποια αδιάφορη για το πρόσωπό μας στάση των  γύρω μας ή κάποια εξέλιξη των γεγονότων διαφορετική από τα σχέδια μας και τις επιθυμίες μας.

Ευχόμεθα να βοηθήσει και αυτή η συνομιλία του Γέροντος Πορφυρίου όλους μας να μπούμε στη χριστιανική χώρα της ταπείνωσης και της χαράς, που είναι ο Χριστός. Και παρακαλούμε να εύχεσθε και για μας να μπούμε σ’ αυτή τη χώρα.

ΤΟ ΙΕΡΟΝ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΙΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ

Χριστούγεννα 2003

Η ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ

Παρουσιαστής:

Όλοι αναζητούμε τη χαρά και την ειρήνη της καρδιάς μας, όμως, ζούμε καθημερινά, θλίψεις και κατάθλιψη. Ο Γέροντας Πορφύριος με αγάπη και σοφία, συζητά με πνευματικά του παιδιά τον τρόπο με τον οποίο μετατρέπεται η θλίψη σε χαρά. Μας αποκαλύπτει το μεγάλο μυστικό, και έχει πολύ ενδιαφέρον να τον ακούσουμε. Στην ηχογράφηση που ακολουθεί έχει αφαιρεθεί για λόγους πνευματικούς, η φωνή των συνομιλητών του.

Γέροντας Πορφύριος:

- Μία φορά είχε έλθει μία κυρία εδώ και μου έλεγε ότι πάσχει από κατάθλιψη, και μου ζητούσε να τη συμβουλέψω τι πρέπει να κάνει, για να γλιτώσει απ’ αυτό το πράγμα. Τώρα η αιτία που ήλθα εδώ, έλεγε, είναι ότι με μάλωσε ο άνδρας μου, γιατί είχα κάνει κάποιο λάθος, και εκεί αγανάκτησε και μου φέρθηκε πολύ άσχημα και μ’ έπιασε πολύ δυνατή κατάθλιψη. Δεν έφαγα το βράδυ, όλη τη νύχτα ήμουνα μελαγχολική, ζούσα σ’ ένα πέλαγος, μέσα σε μια μαυρίλα σε μία απελπισία, τέτοιοι λογισμοί ότι, τι τη θέλω τη ζωή; Τι τη θέλω ή καλύτερα είναι να μη ζω, όλο τέτοιες ιδέες που μου δυνάμωναν την κατάθλιψη μέχρι αυτοκτονίας. Κοιμήθηκα, αλλά και το πρωί όμως ήμουνα βαριά, ο σύζυγός μου προσπάθησε να μου μιλήσει, αλλά εγώ δε μιλούσα. Λοιπόν, σηκώθηκε, έφτιαξε μόνος του τον καφέ, είπε να μου φέρει καφέ, εγώ δεν ήθελα κι έφυγε.

Αυτή τυλιγμένη στο πάπλωμα, σου λέω, όπως μου τα έλεγε, νηστική, ζούσε, ας πούμε, την κατάθλιψη. Είναι ένα αίσθημα δυσάρεστο, το οποίο σε καταλαμβάνει, και σε καθηλώνει. Ούτε να σκεφθείς, ούτε... Σκέφτεσαι αυτό. Νομίζεις ότι εσύ σκέφτεσαι σοβαρά πράγματα. Ενώ εσύ είσαι αιχμάλωτος μιας ιδέας. Πάντοτε όταν έχω καιρό κάτι λέω, αλλά άμα είμαι κουρασμένος δεν μπορώ να μιλήσω.

Λοιπόν. Της λέω, ξέρω εγώ ένα πολύ μεγάλο φάρμακο, αλλά, πρέπει να μου δώσεις προσοχή για να σου το πω. Της έκανα την ερώτηση, αν μετά από αυτή την κατάθλιψη συνέβηκε κάποιο ευχάριστο γεγονός. Και μου είπε, ότι ναι, ενώ ήμουνα ξάπλα, κατά τις δέκα και μισή, ακούω το κουδούνι του σπιτιού, να χτυπάει επίμονα, βρου, βρου, βρου. Εγώ έτσι ήμουνα τυλιγμένη, όπως από το βράδυ, και, είδα που επέμενε και σηκώθηκα, έριξα από πάνω το παλτό μου και πήγα και άνοιξα και μπαίνει μέσα μία παλαιά μου φίλη που σπουδάζαμε στο Αρσάκειο, και με χαρά με αγκαλιάζει, με φιλεί, μου λέει, να σου πω ένα ευχάριστο γεγονός, σκιρτούσε από τη χαρά. Ήρθε <η τάδε> από το Κάιρο και είναι στο Ξενοδοχείο Πάγγειο στην Ομόνοια.

Φιληθήκαμε εκεί πέρα, μου ‘λεγε, έτσι τούτο, έτσι εκείνο... Μάλιστα θυμούμαι και λεπτομέρειες, σπουδάσαμε μαζί, και αυτή πήγε καθηγήτρια σε μια σχολή του Καΐρου, ελληνική. Λοιπόν, και ετοιμάστηκα, λέει, με χαρά, μου ‘λεγε όλο χαρούμενα πράγματα και επήγαμε, πήραμε ταξί και πήγαμε στην Ομόνοια, πήγαμε στο Πάγγειο, άλλες χαρές εκεί πέρα, μετά κουβεντιάσαμε εκεί, μετά βγήκαμε έξω για να ψωνίσει διάφορα πράγματα και να κάνει ορισμένες εργασίες που έπρεπε να κάνει. Λέω πως πέρασες; Μου φύγανε όλα, λέει. Όλα μου φύγανε. Λέω, αλήθεια; Από τη στιγμή που μπήκε η φίλη μου μέσα, έφυγαν όλα. Κι εσύ από πότε τα είχες αυτά; Τα είχα από την περασμένη ημέρα το μεσημέρι. Αιχμάλωτη, λέει, αιχμάλωτη. Στενοχωρήθηκα και ο άνδρας μου εψυχράνθηκε και έφυγε ψυχραμένος και εγώ υπόφερνα εκεί πέρα.

Της λέω, πως το βλέπεις αυτό;

Δεν του έχω δώσει σημασία, μου λέει. Τώρα που εσύ θέλεις να μου πεις πάνω σ’ αυτό το θέμα, βλέπω ότι έχει μεγάλη σημασία αυτό. Της λέω ξέρεις μουσικά; Ήξερα πιάνο, λέει, αλλά τα’ χω εγκαταλείψει όλα ένεκα της καταθλίψεως, ζω όλο με τα φάρμακα. Δεν θέλω, λέει, ούτε το σπίτι κοιτάζω καλά, ούτε μουσικά που ήξερα. Τα παράτησα, τα’ χω ξεχάσει, μου λέει. Λοιπόν, της είπα πολλά πράματα για τα μουσικά και περισσότερο της είπα, απ’ όλα είναι η αγάπη προς το Θεό, είναι το μεγαλύτερο πράγμα, που αιχμαλωτίζει την ψυχή διότι δεν είναι απλώς μία ενέργεια της ψυχής προς το Θεό, αλλά είναι το σπουδαίο ότι είναι η χάρις του Θεού που γεμίζει έπειτα την ψυχή και την κάνει άλλο. Δηλαδή αυτό το οποίο την είχε καταλάβει ήτανε μία ψυχική δύναμις και αντί να γίνει κάτι καλό, ο διάβολος τη δύναμη αυτή την ψυχική, την έκανε κατάθλιψη και βασάνιζε τον άνθρωπο. Λοιπόν, της είπα, σιγά-σιγά ν’ αρχίσει να παίζει πιάνο. Και περισσότερο από όλα της είπα να ασχοληθεί με την προσευχή και να δώσει σημασία στην έννοια ότι πρέπει να γνωρίσει και να αγαπήσει το Χριστό. Της είπα παραδείγματα, πως βλέπουμε πολλές φορές, μια μητέρα να λαχταράει το παιδάκι της, που το ‘χει στην αγκαλιά, να το φιλεί με μια λαχτάρα, είναι κάτι παραδείγματα που μας κάνουνε έτσι... Κάπως, έτσι κι εμείς ν’ αγαπήσαμε το Χριστό, με μία λαχτάρα. Κύριον αίτιον εις την κατάθλιψη και σε όλα αυτά που τα λένε πειρασμικά, σατανικά, όπως είναι η νωθρότης, η ακηδία, η τεμπελιά, που μαζί μ’ αυτά είναι τόσα άλλα ψυχολογικά, δηλαδή πειρασμικά πράγματα, είναι ότι έχεις μεγάλον εγωισμό μέσα σου.

Και της είπα, πως θα κατορθώσει, μέσα σ’ αυτή την κατάσταση, να τη μεταβάλει σε χαρά. Μέσα στη θρησκεία μας είναι αυτό το πράγμα πάρα πολύ, και οι Άγιοι μας το είχανε πάρα πολύ. Δηλαδή είχαν εύρει τρόπο να μεταβάλλουν την κατάθλιψη σε χαρά. Και αυτός ο τρόπος ήτανε έτσι, ξέρανε πως θα δοθούνε στο Θεό. Με την αγάπη προς το Θεό, με τη προσευχή και γι’ αυτό εφώναζαν με καύχημα οι Απόστολοι και έλεγον, «χαίρω εν τοις παθήμασί μου». Τόσο δυνατό που ήτανε το αίσθημα της καταθλίψεως για να τους συντρίψει, αυτό το αίσθημα το πολύ δυνατό που ήτανε, ας πούμε, μία ψυχικά δύναμη δική τους, το παίρνανε αυτοί, το δίνανε στο Θεό, το κάνανε προσευχή, το κάνανε χαρά και αγαλλίαση εν Κυρίω. Ένας μασώνος, ας πούμε, έβλεπα που ήτανε εδώ γείτονας, και μου είπε, αυτό το πράγμα είναι μία τρέλα, λέει, τι είναι, λέει, αυτοί οι άνθρωποι... οι Απόστολοι. Του το λέω, για τρέλα, λέω, και του το εξήγησα και ευχαριστήθηκε. Μακάρι, λέει, να μπορούσα κι εγώ να κάνω τη μεταποίηση αυτή, αλλά κατέχομαι πολύ, μου λέει, από κατάθλιψη. Κι έχω ξοδέψει πολλά κι έχω γυρίσει στην Ευρώπη και οι τσέπες μου είναι γεμάτες φάρμακα.

Λοιπόν αυτό είναι το μυστικό. Έχω πολλά να σας πω πάνω σ’ αυτά που έχω ιδεί στη ζωή μου, από ανθρώπους, που κατείχοντο από τέτοια συναισθήματα, δηλαδή σατανικά συναισθήματα, δηλαδή ο διάβολος, ο κακός εαυτός μας, κατορθώνει και παίρνει από τη μπαταρία της ψυχής μας, που έχει τη δύναμη για να κάνομε το καλό, την προσευχή, την αγάπη, τη χαρά, την ειρήνη, την ένωσή μας με το Θεό, αυτός κατορθώνει και μας παίρνει αυτή την ενέργεια και την κάνει θλίψη, κατάθλιψη, και ξέρω πως τα λένε οι λεγόμενοι ψυχίατροι. Εμείς δεν τα λέμε έτσι, τα λέμε σατανική ενέργεια. Λέμε ακηδία, λέμε λογισμοί, και λέμε ο διάβολος της ακηδίας, ο διάβολος της πορνείας, ο διάβολος, ο διάβολος, ο διάβολος. Διάφοροι διάβολοι, για κάθε σατανική ενέργεια που μας δημιουργούν.

Να σας πω. Είχα εδώ ένα παιδί, στο σπίτι του τάκανε άνω-κάτω, παίδευε τους γονείς του και υπόφερνε πάρα πολύ. Και είπαν οι γονείς του να το φέρουν εδώ. Το φέραν εδώ, ασχολήθηκε με τον κήπο, πάνου, κάτου, χαιρότανε να τρέχει ‘πό ‘δώ ‘πό ‘κει και συνήλθε, ούτε στενοχώρια, ούτε τίποτα. Πήρε βιβλία, διάβαζε για κηπουρικά, για τα φυτά, πήρε και βιβλία εκκλησιαστικά, εδιάβαζε και εκείνα και ήτανε πολύ ευχαριστημένος. Μια μέρα λοιπόν, μου λέει, μου μπήκε πολύ ο πειρασμός, μου λέει, Γέροντα, δε μπορώ να καθίσω πια εδώ πέρα, πολύ γνωρίστηκα μαζί σας και πήρα θάρρος και τώρα πολλοί λογισμοί με διαταράσσουν, θέλω να φύγω, δεν μπορώ. Του λέω, τώρα τέτοια ώρα; Λέει θα φύγω, μου λέει. Του λέω, καλά. Δε μπορώ μου λέει, μην επεμβαίνεις, δεν μπορώ, θα φύγω. Του λέω, καλά. Εγώ, λέω, θα ξεκουραστώ. Μπορείς όμως να μου διαβάσεις λίγο; Ν’ ακούσω ψαλτήρι, ν’ αποκοιμηθώ έτσι με την αφοσίωση με το ... Έχω ένα, μία συνήθεια όταν αφοσιώνομαι κάπου, αιχμαλωτίζομαι και το ζω, και το ευχαριστιέμαι.

Όταν όμως ακουμπήσω στο στασίδι λίγο πίσω μου, ωώπ με την αφοσίωση που έχω εις το να ακούω, αποκοιμιέμαι. Όπως ένας σωφέρ, όταν είναι ίσιος ο δρόμος, κοιτάζει το δρόμο έτσι, και όταν ακουμπάει πίσω αποκοιμιέται και πάει το αυτοκίνητο έξω. Κι έχω βρει αυτά τα μυστικά και θέλω όταν ακούω να είμαι έτσι, σε προσοχή και όταν τα ακούω να τα απολαμβάνω. Λοιπόν, έτσι και το ψαλτήρι, όταν είμαι ξάπλα και δίνω προσοχή στα ωραία λόγια αποκοιμιέμαι αμέσως.

Λοιπόν, του έδωσα να μου διαβάσει. Μου λέει, που να διαβάσω; Άνοιξε λέω κι ‘που βρεις, μόνο να μου τα διαβάζεις καθαρά, λέω, γιατί στεναχωριέμαι, άμα δεν μου τα λες καθαρά. Λοιπόν, άνοιξε το ψαλτήρι και άρχισε: «Κύριος φωτισμός μου και Σωτήρ μου, τίνα φοβηθήσομαι; Κύριος υπερασπιστής της ζωής μου, από τίνος δειλιάσω;» Και το λέει συνέχεια εκεί πέρα, μέχρι εκεί, που, σ’ ένα σημείο, εκεί, ω! Μου λέει. Γέροντα κοιμήθηκες; Δε φεύγω. Του λέω, τι έπαθες βρε; Πω, πω, λέει, μ’ αυτά που εδιάβασα, λέει, δεν ξέρω, αισθάνθηκα μια χαρά, που είναι τόσο ωραία και δεν θέλω να φύγω, λέει, τώρα. Πω, άρχισε να μου λέει, αυτοί οι παλιονευρολόγοι, οι παλιοψυχίατροι, πρέπει να πάω να τους πω ότι, πόσο λάθος κάνουνε, που δίνουνε ναρκωτικά στους ανθρώπους! Να! ορίστε, ορίστε, τι πήρα εγώ τώρα; Προσευχήθηκα, άκουσα το ψαλτήρι, όπως μου το είπες, και να, ο διάβολος έφυγε, μου λέει. Του λέω, τι θα γίνει; Δε φεύγω, μου λέει, τώρα, θέλω να καθίσω εδώ κοντά σου. Ε! λέω, διάβαζε και, όποτε κουραστείς, σταμάτα, ξεύρω κι εγώ! εγώ θ’ αποκοιμηθώ. Κάθισε λοιπόν· μετά, όταν ξύπνησα, δε φεύγω, μου λέει, τώρα.

Λοιπόν και εκείνη εκεί η κυρία, η πρώτη, που σας είπα, άρχισε να ξαναγυρίζει πάλι να μάθει μουσικά, επήγαινε και εξομολογιότανε σ’ ένανε παπά, αυτός ο παπάς ήτανε πολύ καλός και αγιώτατος. Έτρεχε όλην την ημέρα, να πάει να εξομολογήσει, να κάνει... Λοιπόν επήγαινε. Μετά πήγε και τον άντρα της, εξομολογήθηκε κι εκείνος και πήρε μεταβολή σε όλα και ερχότανε. Λοιπόν, αυτό είναι το μυστικό. Πως θα μπορέσει κανείς να γυρίσει; Εκεί που τον έχει καταλάβει κάτι κακό, να σκεφτεί κάτι άλλο. Είναι λίγο δύσκολο, αλλά όταν προετοιμαστεί... Προετοιμασία είναι η ταπείνωση, ε! αυτό είναι. Τέτοιοι άνθρωποι καταθλιπτικοί, νευρικοί, στενόχωροι δεν δέχονται, δεν δέχονται να τους θίξεις, να τους πεις, αυτό θα το κάνεις έτσι. Μα δεν μπορώ, το λέει η επιστήμη. Βρε, του λέω, κάντο καημένε και ας το λέει η επιστήμη. Πες: Εγώ θα κάνω υπακοή στο Γέροντα.

Δεν μπορώ να το κάνω. Κατάλαβες;

Αυτό είναι κάτι, ας πούμε, διαβολικό και κάτι που ο άνθρωπος, δεν ξεύρω, το έχει σαν ο άγριος μέσα στην έρημο. Θέλω να πω, δεν είναι εύκολο πράγμα όμως, λέμε να το γυρίσεις έτσι. Εκεί είναι η τέχνη, που δεν είναι να το γυρίσεις, είναι να έχεις και την δύναμη ν’ αποσπάσεις την χάρη του Θεού. Να σε κάνει να ενωθείς μαζί του. Και όταν ενωθείς με το Θεό και όταν δοθείς στο Θεό, δεν πρόκειται να κοιτάζεις, ούτε να θυμηθείς ότι ήρθε και σε τραβούσε από πίσω το αντίθετο πνεύμα, ε, πάει έφυγε εκείνο, καταλάβατε; Αυτό εδώ μπορείτε να το καταλάβετε; Δηλαδή το διώχνεις χωρίς να το καταλάβεις.

Από εκεί και πέρα τόσο αφοσιώνεσαι στο άλλο και το ζεις, ώστε δεν κοιτάζεις να δεις τι κάνει, είναι πίσω σου; Θα σε τραβήξει; Ιδίως κυρίως όλα αυτά τα συναισθήματα, τα σατανικά που τα λέμε τεμπελιά, νωθρότης, ακηδία, απελπισία, απογοήτευση, πως τα λένε, βρε, παιδί μου;

Τα λένε, ανασφάλεια, τα λένε πολλές ονομασίες και έχουνε βάλει αυτοί οι λεγόμενοι ψυχίατροι και τα έχουνε βγάλει έτσι για να μην λένε τον διάβολο, την λέξη του διαβόλου και πραγματικά η θρησκεία μας, το διάβολο έχει κάνει δόγμα. Άμα βγάλεις τον διάβολο, πάνε όλα της θρησκείας μας.

Κατάλαβες;

Λοιπόν, αυτή είναι η μεγάλη τέχνη, πως, ας πούμε, θα δοθείς στην αγάπη του Θεού. Περισσότερο απ’ όλα. Βέβαια μπορείς να κάνεις πολλά πράγματα, αλλά ανθρώπινα. Α! το πιο μεγάλο είναι να δοθείς εις την αγάπη του Θεού. Στη λατρεία του Θεού, στην προσευχή, αλλά ό,τι και αν κάνεις, εάν δεν κατορθώσεις ν’ αποκτήσεις ταπείνωση, τίποτα δεν κάνεις. Μόνο με τα ναρκωτικά θα προσπαθείς και να κοιμηθείς και να ηρεμήσεις και όλα. Τίποτα δεν γίνεται, μην βάνετε στο μυαλό σας ότι θα κάνετε κάτι με καλούς γιατρούς ή με καλά φάρμακα. Μπορεί προς στιγμήν, αν σου πούνε, είναι καλό, να εντυπωσιάσεις, να σου δώσει ένα φάρμακο κάτι να γίνει. Αλλά σε βουτάει πάλι ο πειρασμός.

Το μεγάλο μυστικό είναι η ταπείνωση.

Και πολύ το βλέπουνε, το βλέπουνε αυτοί οι καταθλιπτικοί και όλοι αυτοί, που έχουνε αντιδραστικά μέσα τους και βασανίζονται. Το βλέπουνε ότι, όταν το πεις κάτι για να κόψει το θέλημά του, εκεί πέρα σε βουτάει, αντιδρά, κατάλαβες; Είχε έρθει, ο... τόνε κάλεσα, γιατί είπε ότι δεν πηγαίνει στην εκκλησία, διότι στην εκκλησία παθαίνει κακό, όταν αισθάνεται κλεισμένο χώρο και δεν μπορεί. Του λέω, τώρα τι είναι αυτά, βρε;! Εγώ θέλω να πας στην εκκλησία, να σηκωθείς πρωί για να έρθεις να φυτέψουμε τα δέντρα. Κι εσύ μου λες αυτό;

Α μπα, λέει, δεν μπορώ. Του λέω, άκου να σου πω, να ξέρεις ότι σ’ έχω αφήσει ελεύθερο, δεν σου μιλάω, αλλά αισθάνομαι και τύψεις, διότι εσύ, αντί να συμμορφωθείς πιο πολύ εγωιστής γίνεσαι, γιατί όπου θέλεις πηγαίνεις, όπου σου καπνίσει, και κάνεις ό,τι θέλεις και έτσι ισχυροποιήθηκε το θέλημά σου και ζεις, μέσα στο κακό πνεύμα και βασανίζεσαι. Εγώ, λέω, θ’ αρχίσω να εφαρμόζω κανόνες. Δεν έχεις διαβάσει περί υπακοής; Λέει, έχω διαβάσει. Που διάβασες; Στην Κλίμακα. Ε, δεν θυμάσαι τι λέει; Ε, λέει, θυμάμαι. Αλλά τώρα, έτσι που μου τα λες μ’ εκβιάζεις και δεν μπορώ εγώ. Εγώ, λέω, σ’ εκβιάζω; Γιατί μου είπες ότι θα μου δίνεις τρία παξιμάδια την ημέρα να τρώγω και θα με διώξεις απ’ εδώ. Δεν είναι εκβιασμός; Όχι, είναι κανόνας αυτός, γέροντας είμαι, μπορώ να σου πω αυτό. Τι θέλεις εσύ, να σε πηγαίνουμε όπα όπα; μη μου άπτου, και να λέμε, πρόσεχε μην το στενοχωρήσουμε το παιδί; Να μην το τραυματίσουμε, να μην του πούμε τίποτα, και το πιάσουν τα νεύρα του, η μελαγχολία του; Τ’ αντιδραστικά του;

Δηλαδή, να κοιτάζουμε εσένανε και να σε φοβούμαστε μήπως σου πούμε καμιά λέξη και στενοχωρηθείς. Αυτό είναι μεγάλος εγωισμός, του λέω. Τι μου κουβεντιάζεις;

Μ’ εκβιάζεις, μου λέει. Πως σ’ εκβιάζω; Να, που μου λες αυτά. Δεν είμαι πνευματικός σου. Δεν έρχεσαι εδώ, δεν εξομολογείσαι, δεν σου διαβάζω ευχή και πηγαίνεις και μεταλαβαίνεις; Δεν έχω υποχρέωση να σου πω έτσι; Τι θα πει σ’ εκβιάζω; Πρέπει να μάθεις να υπακούεις, να ταπεινώνεσαι.

Τέλος πάντων, μου λέει, καλά. Να πας αύριο, να ξυπνήσεις, στον Παράκλητο να λειτουργηθείτε και να έρθετε να φυτέψουμε. Και έτσι το έκανε. Και του λέω, κοίταξε εδώ, αύριο στην εργασία θα πας, αλλά ξέρεις, λέω, πως θα δουλεύεις; Θα με θυμάσαι εμένανε και θα λες: Ο γέροντας μου είπε να δουλεύω σαν τρελός. Θα παίρνεις το φτυάρι προυπ, προυπ, να πετάς την πέτρα έξω, όταν δεις ξεύρω και εγώ... Μου λέει, τι δουλεύω σαν τρελός; Σαν τρελός, του λέω.

Άμα έχει ο άνθρωπος ενθουσιασμό, του λέω, κάνει κάτι που οι άλλοι τον βλέπουνε και γελούνε, ενώ αυτός ζει μια ζωή έτσι ενθουσιαστική. Αυτά είναι πολλά μωρέ, ξεύρεις πόσα ξεύρω πάνω σ’ αυτό το θέμα; Είναι σημαντικό θέμα. Άλλος μπορεί να μην δίνει σημασία, εγώ δίνω σημασία. Αυτό, να! Οι άνθρωποι που έχουνε αυτά τα αντιδραστικά, αυτή τη συνήθεια, είναι, τους ανθρώπους που γνωρίζουνε εννοούν να τους παιδεύουνε, με διάφορα καμώματα, δηλαδή, αχ, δεν μπορώ τούτο, εκείνο, ξεύρω κι εγώ και οι γύρω τους βλέπουνε αυτουνούς που υποφέρουν και καταθλίβονται και αυτοί υποφέρουν. Καταλάβατε; Αλλά αυτοί που πάσχουν όμως, όταν βλέπουν τους άλλους να υποφέρουν μαζί τους, ευχαριστιούνται και το κάνουνε πιο πολύ. Θα πεις, μωρέ, γίνεται αυτό; Ε! γίνεται, όμως χωρίς να το καταλαβαίνουμε, ο διάβολος το ενεργεί, δεν ξεύρω, ρε παιδιά, μπορείτε να καταλάβετε αυτά που σας λέω;

Γίνεται αυτό χωρίς να το καταλαβαίνουν, να βλέπεις τον άλλον να πέφτει κάτω, να παθαίνει τάχα επιληψία για να τους κάνει να εντυπωσιαστούν, να τον λυπηθούν, ή να καταλάβουν ότι γιατί να δώσουνε στον αδελφό του καλά παπούτσια. Όταν έκανε, αν του δίνανε και μικρή αφορμή, άρχιζε να πετάει τις καρέκλες, να σπάει τα τζάμια, πάει. Δηλαδή αυτά γίνονται μ’ έναν τρόπο μυστηριώδη.

Παρουσιαστής:

Ο Γέροντας Πορφύριος στην προηγούμενη ενότητα εννοεί ότι πολλές φορές ο άνθρωπος γίνεται ενεργούμενο κακών σκέψεων, είτε δικών του, είτε υποβολιμαίων από το πονηρό πνεύμα, χωρίς να το καταλαβαίνει και τότε παρασύρεται χωρίς αυτοέλεγχο και κάνει αυτό που κάνει, που αργότερα νομίζει ότι δεν το ήθελε, αλλά που στην πραγματικότητα το θέλησε και αυτός. Συνεργάζεται με τον κακό λογισμό, λέει μέσα του για μια στιγμή το ναι και ύστερα αφήνεται και δρα ανέλεγκτα και κάνει πράγματα που ίσως και να μην τα θυμάται μετά. Όμως στην αρχική στιγμή υπέκυψε με το θέλημά του και έτσι κατελήφθη από το πάθος του. Αυτό ο Γέροντας το ονομάζει μυστηριώδη τρόπο. Γιατί δεν είναι αμέσως από όλους αντιληπτό, είναι όμως αλήθεια ότι συμβαίνει. Γι’ αυτό χρειάζεται προσοχή στην πρώτη στιγμή που έρχεται ο κακός λογισμός, να τον περιφρονήσουμε και να στραφούμε αμέσως στον Χριστό, για να μη μας πιάσει και μας αιχμαλωτίσει την θέληση και μας κάνει ό,τι θέλει μετά χωρίς να ελέγχουμε την κατάσταση.

Γέροντας Πορφύριος:

Δηλαδή ο άνθρωπος, ακούστέ με να δείτε, θα σας φέρω ένα άλλο παράδειγμα.

Μια φορά ήτανε ένα αγόρι, είχε έρθει εδώ και μου ‘λεγε: «Γέροντα, έχουμε την αδελφή μου και υποφέρει πολύ».

Λοιπόν, του λέω τι;

«Αυτή, λέει, παθαίνει επιληψία και μας έχει ξετρελάνει όλους στο σπίτι. Λοιπόν, ακούστέ με, είναι ένα ωραίο παράδειγμα και αυτό. Δεν κάνει να λέω ονόματα, αλλά που να καταλάβετε τώρα. Του λέω, κοίτα δω, η αδελφή σου ξεύρεις δεν έχει επιληψία. Μου λέει, έχει και ταράζεται πολύ και δαγκάνει και τα χείλη της η καημένη. Του λέω, το κάνει έτσι. Όχι, μου λέει, δεν γίνεται, δεν το κάνει έτσι. Την πιάνει. Του λέω, να την φέρεις. Λέει, να την φέρω αύριο; Φέρτηνε του λέω. Λοιπόν, την άλλη μέρα πλακώνει η κοπελίτσα, μια ωραία κοπέλα με τα μαλλιά πίσω έτσι, σαν αλογοουρά. Ε! και λέει, μ’ έφερε ο αδελφός μου, να μου πεις συμβουλές, μου λέει, γιατί υποφέρω από επιληψία και στενοχωριούνται στο σπίτι όλοι. Της λέω, έλα εδώ κάτσε. Ξεύρεις τι είδα εγώ από μακριά μόλις μου έλεγε ο αδελφός σου ότι πάσχεις από <επιληψία>; Έβλεπα ότι το κάνεις μόνη σου αυτό το πράγμα. Όχι, μου λέει, δεν το κάνω. Δεν το κάνω, μου λέει. Της λέω, το κάνεις μόνη σου. Όχι δεν το κάνω, μου λέει. Να σκεφτείς, λέει, ότι, όταν συνέρθω πολλές φορές, έχω δαγκάσει τα χείλη μου και βγάζουν αίμα. Μωρέ, το ξέρω, της λέω. Αλλά άκουσε να σου πω, πως γίνεται. Της λέω, εσύ έχεις μεγάλον εγωισμόν μέσα σου, θέλεις να σ’ αγαπούνε όλοι. Και πολλές φορές, όταν δεις του γονείς σου να περιποιούνται κάποιον αδερφό σου, ε! το κάνεις μόνη σου. Ξεύρεις πως γίνεται αυτό το πράγμα, και κάνεις έτσι και το κάνεις. Δηλαδή, ανοίγεις, σε κυριεύει ο δαίμονας και από κει και πέρα τα χάνεις. Πέφτεις κάτω, αφρίζεις, χτυπιέσαι, δαγκάνεις τα χείλη σου, για θυμήσου το, της λέω, ρε κόρη; Ε! αυτό το κάνω, μου λέει. Λέω, πως το κάνεις, γιατί το κάνεις; Να, όταν με στενοχωρήσουν δεν έχω τίποτ’ άλλο να κάνω, κάνω αυτό για να το καταλάβουν να μη με στενοχωρούν, να μ’ αγαπούν και να μου φέρνουνε εκείνο που θέλω. Λέω, καλά τα λες αυτά, το καταλαβαίνεις; Το καταλαβαίνω. Το καταλαβαίνεις ότι το κάνεις μόνη σου; Τώρα, λέει, το κατάλαβα ότι το κάνω μόνη μου. Το προκαλώ, λέει, αλλά έπειτα χάνομαι. Απ’ εκεί και πέρα χάνομαι, με πιάνει αυτό, πάει, δεν ξεύρω τι κάνω, μου λέει, είμαι κατειλημμένη πια από το κακό.

Τ’ ακούσατε αυτό; Τ’ ακούσατε; Είναι σπουδαίο. Δηλαδή, πως ανοίγεις την θύρα. Να, μια φορά, να σας πω ένα παράδειγμα. Έλεγα στον κύριο... να κάνει κάτι. Μου λέει, δεν μπορώ. Του λέω, ρε παιδί μου κάνε μου τη χάρη και εγώ, γέρος παπάς είμαι, θέλω να μου κάνεις αυτό το πράγμα. Όχι, δεν μπορώ. Ήμασταν κάτω στο υπόγειο. Λοιπόν, μου λέει, δεν το λέει η επιστήμη αυτό. Του λέω, ρε παιδί μου, τι την θες την επιστήμη; Να πας να κάνεις αυτό το πράγμα, είναι ανάγκη, δεν έχω άλλονε.

Εγώ δεν μπορώ.

Εκείνη την στιγμή, ρε παιδιά, έτσι μου ήρθε, πως να σου πω, κάτι κακό. Δηλαδή, ν’ αγανακτήσω εναντίον του. Λοιπόν, το κατάλαβα. Το μυστικό είναι, να το προλαβαίνεις. Άμα το αφήνεις και σε πιάσει, πάει σ’ έπιασε. Λοιπόν, εκεί που ήθελα, λοιπόν, να φωνάξω με αγανάκτηση και τέλος πάντων, ξέρω κι εγώ  τι να του κάνω, ενεπνεύσθηκα ωραία προσευχή, εκείνην τη στιγμή. Ξεύρετε πόσο ωφέλιμα είναι αυτά που σας λέγω αυτή την στιγμή, που έχω δει και ξεύρω πάρα πολλά, αλλά που να μου έρθουνε στην μνήμη, αυτά τα πράγματα.

Α να σας πω για τον... Λοιπόν, ήθελε να παιδεύει τους γονείς του πολύ. Το σπίτι του, τ’ αδέλφια του. Λοιπόν, να δείτε είχε ένα δαιμόνιον, φοβότανε να μπει μέσα στο τραμ, και τον πατέρα του, όταν πηγαίνανε κάτω, διαρκώς τον έβαζε και πλήρωνε και τον εγύριζε με ταξί, και άλλα πολλά. Εν πάση περιπτώσει, ενώ τώρα εγώ τον εκανόνισα να πάει να φύγει από τους γονείς του, για να ελευθερωθεί απ’ αυτά τα πράγματα. Ε, με την ευλάβεια όλη, που εδόθηκε εις την αγάπη του Θεού, τα πέταξε όλα. Καταλάβατε; Και το έχω δει σε πολλούς αυτό το πράγμα. Βρε παιδιά, αυτό βασανίζει σήμερα τον κόσμο, αυτά τα πράγματα τα πειρασμικά που πιάνουνε σαν, σαν διαβολικά πράγματα τους νέους και φεύγουνε από τα σπίτια τους και τα βάζουνε με τους γονείς τους, και παρατάνε τα γράμματα και αυτό. Έπειτα ένα άλλο πράγμα που ήθελα να σας πω είναι η εργασία, είναι το ενδιαφέρον για την ζωή. Η τέχνη, ο κήπος, τα λουλούδια, πολύ σπουδαία πράγματα. Η μελέτη στην Αγία Γραφή, τα ενδιαφέροντα στη Θρησκεία, στην αγάπη του Θεού. Τι να τους κάνεις τους ψυχιάτρους και τους ψυχαναλυτάς και τα ψυχοφάρμακα και τα ναρκωτικά. Λοιπόν, υπάγετε εν ειρήνη.

Παρουσιαστής:

Από τα ωραία παραδείγματα που μας ανέφερε ο Γέροντας Πορφύριος ας συγκρατήσουμε το μεγάλο μυστικό της μετατροπής των θλίψεων σε χαρά. Είναι η ταπείνωση που ελκύει την χάρη του Θεού


ΓΕΡΩΝ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ “Δεκατέσσερα χρόνια κοντά του” * του Γεωργίου Παπαζάχου (Επ. Καθηγητής Καρδιολογίας)

“Γράφω αυτη την επιστολή από μιά εσωτερική πίεση να μιλήσω για τον Γέροντα Πορφύριο, που κοιμήθηκε πρίν από 40 μέρες. Έζησα τόσα γεγονότα 14 χρόνια κοντά του, σάν ένας από τούς γιατρούς του, που δεν πρέπει να το κρύψω από τούς αδελφούς μου. Θά διηγηθώ μερικά περιστατικά, που παρουσιάζουν το Γέροντα σάν άρρωστο και σάν γιατρό. Συγχωρέστε μου τα προσωπικά στοιχεία, που αν αφαιρεθούν αλλοιώνουν τα γεγονότα. Ασφαλώς, άλλοι έζησαν άλλες συγκινήσεις κοντά του. Καί δεν πρέπει να χαθούν, γιατί αποτελούν σημάδια της αγίας βιοτής του, αποδείξεις της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος στή ζωή μας και υποθήκες για ολόκληρη τή γενιά μας.

Ο Γέροντας και η αρρώστια του

Ήταν πραγματικά άρρωστος. Μέ πλήθος αρρώστιες επάνω του. Τά περισσότερα συστήματα έπασχαν. Προσωπικά διεπίστωσα: έμφραγμα μυοκαρδίου (προσθιοδιαφραγματικό με πλαγία ισχαιμία), χρονία νεφρική ανεπάρκεια, έλκος δωδεκαδακτύλου (με επανειλημμένες γαστρορραγίες), χειρουργηθείς καταρράκτης (με αποβολή του φακού και τύφλωση), έρπης ζωστήρ στο πρόσωπο, σταφυλοκοκκική δερματίτιδα στο χέρι, βουβωνοκήλη (με συχνή περίσφιγξη), χρονία βρογχίτιδα, αδένωμα της υποφύσεως στο κρανίο.

Καί η υπομονή του ιώβειος. Όταν είχε τον έρπητα σε έξαρση και όλο το δεξιό του πρόσωπο (τριχωτό κεφαλής, παρειά, αυτί, σαγόνι) ήταν μιά ανοιχτή πληγή, τον ερώτησα πόσο έντονο πόνο αισθάνεται’ μού απάντησε: “Σάν να ακουμπάω το δεξί μου μάγουλο σε τηγάνι με ζεματιστό λάδι”. Καί ήταν απόλυτα ήρεμος. Δέν άφηνε ούτε υποψίες ότι υποφέρει, ούτε ένα βογγητό.

Πολλές φορές, ενώ βρισκόμουν στο κελλί του και κουβεντιάζαμε, συνέβαινε περίσφιγξη της βουβωνοκήλης του, πάντα επώδυνη. Δέν ζητούσε βοήθεια. Αγωνιζόταν να την ανατάξη μόνος του κάτω από τις κουβέρτες του.. Κανείς δέ μιλούσε, ενώ από τα χείλη του ακουγόταν ψιθυριστά, με μιά ανεπανάληπτη γαλήνη, το “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησέ μας”.

Μερικοί τον παρεξήγησαν κάποτε που φίλησαν το χέρι του καλυμμένο με μιά γάζα, νομίζοντας ότι σιχαίνεται. Ήταν η εποχή που εμείς το καλύψαμε, γιατί είχε την σταφυλοκοκκική δερματίτιδα και ήταν ολόκληρο εξελκωμένο.

Αλλ’ η κουβέντα μας ένα βράδυ, μετά την καρδιολογική εξέταση και το τυπικό ηλεκτροκαρδιογράφημα, με συνεκλόνισε. Ούτε φαντάσθηκα ποτέ ότι θα μπορούσε ένας άνθρωπος να αντιμετωπίση έτσι την αρρώστια του. Μού είπε: “Θά σού εξομολογηθώ κάτι, αλλά να μείνη μυστικό. Έχω καρκίνο στην υπόφυση. Ήδη αισθάνομαι τή γλώσσα μου μεγαλωμένη και δεν γυρίζει καλά μέσα στή στοματική κοιλότητα”. Ύστερα μού ανέλυσε ιατρικά και σωστά τή λειτουργία των ενδοκρινών αδένων και κατέληξε: “Πρέπει να ξέρης ότι, όταν ήμουν καλογεράκος -ίσως 16 χρονών- στο Άγιο Όρος αισθανόμουνα τόσο ευτυχισμένος, ιδίως μετά τή Θεία Κοινωνία, ώστε έβγαινα στο δάσος και με δάκρυα φώναζα: Δόξα Σοι, Κύριε! Ήρθες ολόκληρος μέσα μου’ σε μένα τον αμαρτωλό’ Εσύ ο Χριστός μου, που σταυρώθηκες και πόνεσες για μένα και σήκωσες τις αμαρτίες μου. Κι εγώ τί κάνω για σένα; Ποιόν πόνο υποφέρω για σένα; Κύριε, στείλε μου έναν καρκίνο! Χριστέ μου, χάρισέ μου έναν καρκίνο, να υποφέρω και γώ μαζί Σου! Αυτή την προσευχή την έκανα συνέχεια και μετά το εξομολογήθηκα στόυς Γεροντάδες μου. Εκείνοι μού σύστησαν να μήν την επαναλάβω, γιατί εκπειράζω τον Θεό. Ξέρει εκείνος τί θα κάνη. Δέν την ξανάκανα αυτή την προσευχή. Αλλά τώρα, Γιωργάκη μου, μού τον έστειλε τον καρκίνο! Καταλαβαίνεις την ευεργεσία; Έστω και αργά, θα υποφέρω λίγο μαζί Του”. Έμεινα ενεός. Πρώτη φορά στην ιατρική σταδιοδρομία μου άκουγα τή φράση: “Δόξα τώ Θεώ, έχω καρκίνο!”. Είχα ξεχάσει ότι μπροστά μου δεν βρισκόταν άνθρωπος κοινός’ ήταν ο Γέροντας Πορφύριος.

Ωστόσο ποτέ δεν αρνήθηκε την ιατρική βοήθεια των πολλών γιατρών-πνευματικών του παιδιών. Μάλιστα μιά μέρα τον ερώτησα: “Γιατί πολλοί πνευματικοί άνθρωποι, κυρίως μοναχοί, αρνούνται την ιατρική βοήθεια, πιστεύοντας ότι θα τούς βοηθήση κατ’ ευθείαν η Παναγία;”. Μού απάντησε: “Είναι εγωϊσμός -πονηρή ενέργεια- να νομίζης ότι ο Θεός θα κάνη, κατ’ εξαίρεση από τούς πολλούς, θαυματουργική επέμβαση για σένα. Ο Θεός κάνει θαύματα και τώρα, αλλά εσύ δεν πρέπει να το προσδοκάς για σένα. Είναι εγωϊστική εξαίρεση. Άλλωστε και μέσω των γιατρών ο ίδιος ο Θεός ενεργεί. “Ιατρούς και φάρμακα Κύριος έδωκεν”, λέει η Αγία Γραφή”.

Δεχόταν δέ μόνο την κλασσική ιατρική, πολλά κεφάλαια της οποίας γνώριζε άριστα. Μέ την εμπειρία του από τη μακρά θητεία στην Πολυκλινική Αθηνών και με το θεϊκό “χάρισμά” του έβλεπε βαθύτερα την αρρώστια και πολλές φορές μάς στρίμωχνε με σαφώς επιστημονικές ερωτήσεις.

Ο Γέροντας θεραπεύει

Ειδικότητά του η “τηλε-διαγνωστική”! Έβλεπε με καταπληκτική ακρίβεια αλλαγές στον εαυτό του και σε άλλους’ συχνά και στούς γιατρούς του.

Ο ίδιος μού διηγήθηκε ότι διέγνωσε υπογοναδισμό σε έναν νέο μόνο κοιτάζοντάς τον, κάταγμα σπονδύλου σε μιά μοναχή που βρισκόταν σε άλλη πόλη. Είναι ίσως χιλιάδες αυτοί που δέχθηκαν τή διαγνωστική του ενέργεια και επιβεβαιώθηκε η νόσος αργότερα και επιστημονικά.

Εδώ θα αναφέρω μιά αυτοδιάγνωσή του. Διεπίστωσε μεταβολές στο ηλεκτροκαρδιογράφημά του, χωρίς καρδιογράφο. Ένα βράδυ μού τηλεφώνησε ανήσυχος: “Έλα, έστω και αργά, και θα δής αλλοιώσεις στο καρδιογράφημα. Πονάω σήμερα, πολλές φορές, και ο πόνος είναι στηθαγχικός”. Διαπίστωσα πράγματι ισχαιμικές μεταβολές (στις απαγωγές v3-v6) και τον ρώτησα σε ποιό stress βρέθηκε σήμερα. Άρχισε να κλαίη και με διακοπές να μού περιγράφη λεπτομερώς σκηνές από τις οδομαχίες στή Ρουμανία. Ήταν η ημέρα της εξεγέρσεως του λαού κατά του Τσαουσέσκου και με το “χάρισμά” του έβλεπε τούς πυροβολισμούς και τούς θανάτους στις πλατείες, όπως τις δημοσίευσαν οι εφημερίδες τις επόμενες ημέρες. Συνέχισε να κλαίη και τον παρεκάλεσα να ζητήση από τον Θεό να του αφαιρέση για λίγο αυτή την “όραση”. Η καρδιά του βρισκόταν σε κίνδυνο από την ένταση. Θά μπορούσε να κάνη επέκταση του εμφράγματός του. Στήν ίδια ένταση βρισκόμουν κι εγώ, βλέποντας την ευαισθησία της “άλλης” καρδιάς ενός αγίου. Έκρυψα τα μάτια μου με το καρδιογράφημα και σκεφτόμουν: Τί σημασία έχουν, Γέροντα, για σένα τα νιτρώδη αντιστηθαγχικά φάρμακα που ετοιμάζομαι να σού δώσω; Εσύ δεν είσαι εκ του κόσμου τούτου. Η καρδιά σου χτυπά στον Ωρωπό και ζή στην Ρουμανία. Στό ηλεκτροκαρδιογράφημα η καρδιά φαίνεται με ισχαιμική “κατάσπαση” του Sε διαστήματος, αλλά στην πραγματικότητα βρίσκεται σε μεγάλη “ανάσπαση” προς τον ουρανό. Έφυγα αργά με τον τρόμο ότι είδα λίγο από το φώς ενός αγίου.

Εγώ πήγαινα στο κελλί του σάν διαγνώστης γιατρός, αλλά πολλές οι φορές που εκείνος έκανε διαγνώσεις για μένα. Θά αναφέρω δύο: Είχα χειρουργηθή από τον καθηγητή κ. Βασ. Γολεμάτη (δύο βουβωνοκήλες ταυτόχρονα) και ενώ ήμουν στή φάση της αναρρώσεως, πήγαμε με τή γυναίκα μου στον Ωρωπό. Δέν ξέρω αν είχε μάθει από φίλους ότι ήμουν χειρουργημένος, αλλά μόλις μπήκαμε με κοίταξε επίμονα για πολλή ώρα στην κοιλιά και μού είπε: “Βλέπω ότι δεξιά έγινε καλή εγχείρηση, αλλά αριστερά αριστοτεχνική’ γιατί περιποιήθηκε τόσο εκεί;”. Η γυναίκα μου μού έκανε νόημα: “Τί λέει ο Γέροντας;”. Δέν είχα πεί ούτε σε εκείνη ούτε σε άλλον ότι ο χειρουργός είχε εφαρμόσει την μέθοδο Soudaice αριστερά, επειδή ήταν μεγάλη. Ο Γέροντας το “είδε”.

Τόν Δεκέμβριο του 1990 ήμουν στο κρεβάτι με την πολλοστή γαστρορραγία μου. Σέ κάποια στιγμή έντονου προβληματισμού μου αν πρέπη να χειρουργηθώ ή όχι, χτύπησε το τηλέφωνο. Μεταφέρω αυτούσια τα λόγια του Γέροντα: “Αυτές τις μέρες σε επισκέπτομαι συχνά και με το “χάρισμα”, που μού έδωσε ο Θεός ενεργώ θεραπευτικά. Ποτέ δεν είχα μπεί στο σπίτι σου τόσες πολλές φορές σε λίγες μέρες.....Κάτι μού λέει να μήν το χειρουργήσης τώρα, αλλά να αλλάξης τρόπο ζωής, να χαλαρώσης. Άφησε το χειρουργείο να το σκεφθούμε αργότερα. Τί κάνω εγώ τώρα το γιατρό στο γιατρό; (γελάει). Νά ξεκουράζεσαι περισσότερο, γιατί σε αγαπάει ο κόσμος. Μού έφαγες τή δόξα (γελάει)”. Φαντάζεσθε πώς ένοιωσα κάτω από αυτή την προστατευτική του παρουσία!

Αγαπούσε τόσο πολύ όλους τούς ανθρώπους που τον πλησίαζαν και, φυσικά, και τούς γιατρούς του, ώστε να ενεργοποιή για μάς το θεραπευτικό χάρισμά του. Όσοι τον πλησίαζαν ανεπιτήδευτα έχουν παρόμοιες εμπειρίες. Πολλές φορές έπαιρνα μαζί μου φιλικά ή συγγενικά πρόσωπα, που εξεπλήσσονταν, όταν άρχιζε να μιλάη για το πρόβλημά τους, χωρίς εγώ να τον ενημερώσω εκ των προτέρων. Κάποια κυρία, φεύγοντας, ήθελε να δώσω όρκο ότι δεν του μίλησα για κείνη πρίν πάμε στον Ωρωπό.

Τό χάρισμά του τον έκανε περισσότερο ευαίσθητο απέναντι στον ανθρώπινο πόνο. Ένα σούρουπο διέκοψαν την καρδιολογική εξέταση οι μοναχές, γιατί έξω είχαν συγκεντρωθεί πολλοί άνθρωποι και περίμεναν να πάρουν την ευχή του πρίν νυχτώση. Βγήκα έξω από το κελλί και οι επισκέπτες φίλησαν απλώς το χέρι του. Ήταν κουρασμένος και δέ μίλησε σε κανέναν. Η τελευταία κυρία βγήκε κλαίγοντας. Όταν ξαναμπήκα βρήκα τον Γέροντα να κλαίη. “Αυτά παθαίνω πάντα, μού είπε. Είδα τώρα αυτή τή μητέρα να τή δέρνη αύριο ο ναρκομανής γιός της, για να του δώση χρήματα. Καί η καημένη ασφαλώς θα σκανδαλίστηκε που έχει τέτοιο πρόβλημα και έφυγε χωρίς βοήθεια... Τί μπορείς εσύ να κάνης , φτωχέ Πορφύριε... Κύριε Ιησού...”. Καί επανέλαβε πολλές φορές ψιθυριστά τή λέξη “Ιησού”.

Ήταν τόσο απλός και γλυκός άνθρωπος, ώστε να μή κωλύεσαι να του απευθύνης οποιαδήποτε ανόητη ερώτηση. Έτσι μιά μέρα τον προκάλεσα αδιάκριτα: “Πώς ξέρεις, Γέροντα, ότι αυτό το προορατικό σου χάρισμα είναι από τον Θεό και όχι από τον Διάβολο;”. Γέλασε καλοκάγαθα και μού είπε: “Τό δοκίμασα. Είναι εκ Θεού, γιατί δεν λανθάνει. Νά σού δώσω παράδειγμα; Η νεωκόρος στην Πολυκλινική πόναγε στο δεξιό άνω γομφίο και κράταγε το δεξιό μάγουλό της. Τής είπα ότι είναι χαλασμένος ο αριστερός γομφίος. Εκείνη επέμενε, αλλά όταν γύρισε από τον οδοντίατρο μού είπε ενθουσιασμένη ότι είχα δίκαιο. Στήν ακτινογραφία η βλάβη ήταν αριστερά, αλλά αισθανόταν τον πόνο δεξιά, επειδή ήταν στο ίδιο νευροτόμιο. Άν, λοιπόν, ήταν από τον πονηρό, αυτή η προόραση θα βασιζόταν στο αίσθημα του ασθενούς και θά’ βγαινε λανθασμένη. Τού Θεού η ενέργεια δεν σφάλλει”.

Ο Γέροντας σάν γιατρός μου δεν “έβλεπε” μόνο τις σωματικές μου ασθένειες. Φρόντιζε και για τις πολλές πνευματικές ατέλειές μου. Προσπάθειά του να βρώ την ταπείνωση. Ένα απόγευμα μού τηλεφώνησε στο ιατρείο, ακριβώς μετά την υπερβολική εκδήλωση αγάπης ενός ζεύγους ασθενών μου που περιποιήθηκα. Μεταφέρω τα λόγια του: “Γιωργάκη, είμαι ο Γέροντας. Εμείς οι δυό θα πάμε μαζί στην κόλαση. Θά ακούσουμε: Άφρον, άφρον, ταύτη τή νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σού...Τά αγαθά σου εν τή ζωή σου απήλαυσες, ά δέ ητοίμασας τίνι έσται;”. Τόν διέκοψα: “Τί απολαύσαμε, Γέροντα, σ’ αυτή τή ζωή; Τό σαράβαλο αυτοκίνητο, το άδειο βιβλιάριο ή τον ανύπαρκτο ύπνο μας;”. Απάντησε απότομα: “Τί είναι αυτά που λές; Δέ σού λέει ο κόσμος: Τί καλός γιατρός που είσαι; Μάς αγαπάς, μάς φροντίζεις, δέ μάς γδέρνεις. Καί σύ τα αποδέχεσαι, τα χάφτεις. Έ! Τόν έχασες το μισθό σου. Τό ίδιο παθαίνω και εγώ. Μού λένε πώς έχω “χαρίσματα”, πώς μπορώ να τούς ακουμπήσω και να κάνω θαύματα, πώς είμαι άγιος. Καί τα χάφτω, ο ανόητος και αδύναμος. Έ! Γι’ αυτό σού είπα ότι μαζί θα πάμε στην κόλαση!”. “Άν είναι να πάμε μαζί”, του απάντησα, “πάμε και στην κόλαση!”. Κι εκείνος έκλεισε το τηλέφωνο, λέγοντας: “Εγώ σού μιλάω σοβαρά και σύ πάντα αστειεύεσαι. Καλή μετάνοια και στούς δυό μας”.

Άλλη μέρα ήμουν βαρύθυμος, σκεπτόμενος ότι έφυγαν τα περισσότερα χρόνια μου άκαρπα μέσα από άχρηστες καθημερινές λεπτομέρειες. Τηλεφώνησε ο Γέροντας και με αναπτέρωσε με δυό-τρείς φράσεις του: “Άκουσες ποτέ, γιατρέ, το “ου μή γεύσονται θανάτου”; Μπορούμε, αν θέλουμε, να αποφύγουμε την πεθαμενίλα. Αρκεί να αγαπήσουμε τον Χριστό. Καί σύ “εξ όλης της καρδίας σου”, κύριε καρδιολόγε” (γελάει).

Ο Γέροντας δεν ήταν μόνο γιατρός. Ήταν και κτηνίατρος. Αγαπούσε τα ζώα. Εξημέρωσε επιθετικούς παπαγάλους και τούς έμαθε την Ευχή. Εξεπλάγην όταν άκουσα μέσα στο κελλί τον παπαγάλο να επαναλαμβάνη την ευχή. “Είναι πιό πνευματικός από μένα”, είπε. “Εγώ αποκάμνω και κοιμούμαι, αλλ’ αυτός αγρυπνεί”. Τελευταία προσπαθούσε να εξημερώση έναν αετό. Κάποιο Σαββατοκύριακο, στή βόρειο Εύβοια που ησύχαζε, συνέβη το εξής, που μού διηγήθηκε ο ίδιος: “Μιά τσομπάνισσα παρακάλεσε να διαβάσω μιά ευχή στο κοπάδι της, γιατί αρρώσταιναν τα γίδια της. Συμφώνησα και έφεραν όλο το κοπάδι κοντά στο εκκλησάκι που έμενα. Στάθηκα μπροστά στο κοπάδι, σήκωσα τα χέρια μου ψηλά και είπα διάφορες προσευχές από ψαλμικούς στίχους που αναφέρονται στην κτίση. Επικρατούσε απόλυτη σιωπή στα ζώα. Κανένα δεν κουνιόταν. Ύστερα κατέβασα τα χέρια μου και ο τράγος κινήθηκε μόνος του. Ήρθε κοντά, μού φίλησε το χέρι και υποχώρησε ήρεμα... Τά λέω σωστά Πηνελόπη;” φώναξε στην ανηψιά του, που στεκόταν πιό πέρα. “Ναί, Γέροντα. Ακριβώς έτσι έγιναν. Εγώ ήμουν εκεί”.

Κάθε φορά που πήγαινα στον π. Πορφύριο με συνείχε φόβος μήπως αυτή είναι η τελευταία φορά που τον εξετάζω. Έτσι φρόντιζα να κάνω ψηλάφηση καρδιακής ώσεως και καρωτίδων για αρκετή ώρα, με την βεβαιότητα ότι ψηλαφώ το σώμα ενός αυριανού αγίου της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας. Όταν έπαιρνα το χέρι μου από το προκάρδιο επανελάμβανε το “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησε τον κόσμο σου”. Πόσα να οφείλη άραγε αυτός ο κόσμος, η γενιά μας, σ’ αυτές τις προσευχές του Γέροντα Πορφυρίου! Καί πόσα του οφείλω εγώ προσωπικά!

Φεύγοντας, έσκυβα να πάρω την ευχή του και άλλοτε μού έδινε χαστούκι (ήταν η άκρα εκδήλωση της χαράς του) ή άλλοτε έσφιγγε το κεφάλι μου στα δυό του χέρια, λέγοντας την ευχή (ήταν το δικό του ηλεκτροεγκεφαλογράφημα).

Τώρα εξηγώ γιατί ο Θεός φύτεψε μέσα μου την επιθυμία να σπουδάσω ιατρική σε μεγάλη ηλικία και να γίνω καρδιολόγος. Ήθελε να γνωρίσω και να ψηλαφήσω από κοντά τον απλό, προσηνή και χαρισματικό άγιο Γέροντα Πορφύριο Μπαϊρακτάρη.

Κάποια μέρα μού είπε: “Όταν θα φύγω θα είμαι πιό κοντά σας. Μετά θάνατον καταργούνται οι αποστάσεις”. Ελπίζω τώρα να μπαίνη ευκολότερα στα σπίτια μας και στις καρδιές μας.

* (αναδημοσίευση από το περιοδικό “Σύναξη”)


Η πνευματική Διαθήκη του Γέροντα Πορφυρίου

 

"Αγαπητά πνευματικά μου παιδιά,

Τώρα που ακόμη έχω τας φρένας μου σώας, θέλω να σας πω μερικές συμβουλές. Από μικρό παιδί όλο στις αμαρτίες ήμουνα. Και όταν με έστελνε η μητέρα μου να φυλάξω τα ζώα στο βουνό, γιατί ο πατέρας μου, επειδή ήμασταν πτωχοί, είχε πάει στη διώρυγα του Παναμά, για εμάς τα παιδιά του, εκεί που έβοσκα τα ζώα, συλλαβιστά διάβαζα το βίο του Αγίου Ιωάννου του Καλυβίτου και πάρα πολύ αγάπησα τον Άγιο Ιωάννη και έκανα πάρα πολλές προσευχές, σαν μικρό παιδί που ήμουνα 12-15 χρόνων, δεν θυμάμαι ακριβώς καλά. Και θέλοντας να τον μιμηθώ, με πολύ αγώνα, έφυγα από τους γονείς μου κρυφά και ήλθα στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους και υποτάχθηκα σε δύο Γέροντες αυταδέλφους, Παντελεήμονα και Ιωαννίκιο. Μου έτυχε να είναι πολύ ευσεβείς και ενάρετοι και τους αγάπησα πάρα πολύ και γι' αυτό, με την ευχή τους, τους έκανα άκρα υπακοή. Αυτό με βοήθησε πάρα πολύ, αισθάνθηκα και μεγάλη αγάπη και προς το Θεό και πέρασα πάρα πολύ καλά. Αλλά, κατά παραχώρηση Θεού, για τις αμαρτίες μου, αρρώστησα πολύ και οι Γέροντές μου μου είπαν να πάω στους γονείς μου στο χωριό μου εις τον Άγιο Ιωάννην Ευβοίας.

Και ενώ από μικρό παιδί είχα κάνει πολλές αμαρτίες, όταν ξαναπήγα στον κόσμο, συνέχισα τις αμαρτίες, οι οποίες μέχρι σήμερα έγιναν πάρα πολλές. Ο κόσμος όμως με πήραν από καλό και όλοι φωνάζουνε ότι είμαι άγιος. Εγώ όμως αισθάνομαι ότι είμαι ο πιο αμαρτωλός άνθρωπος του κόσμου. Όσα ενθυμόμουνα βεβαίως τα εξομολογήθηκα και γνωρίζω ότι γι' αυτά που εξομολογήθηκα με συγχώρησε ο Θεός, αλλά όμως τώρα έχω ένα συναίσθημα ότι και τα πνευματικά μου αμαρτήματα είναι πάρα πολλά και παρακαλώ όσοι με έχετε γνωρίσει να κάνετε προσευχή για μένα, διότι και εγώ, όταν ζούσα, πολύ ταπεινά έκανα προσευχή για σας. Αλλά όμως, τώρα που θα πάω για τον ουρανό, έχω το συναίσθημα ότι ο Θεός θα μου πη: Τι θέλεις εσύ εδώ; Εγώ ένα έχω να του πω: Δεν είμαι άξιος, Κύριε, για εδώ, αλλά ό,τι θέλει η αγάπη σου ας κάμη για μένα. Από εκεί και πέρα, δεν ξέρω τι θα γίνη. Επιθυμώ όμως να ενεργήση η αγάπη του Θεού.

Και πάντα εύχομαι τα πνευματικά μου παιδιά να αγαπήσουν το Θεό, που είναι το παν, για να μας αξιώση να μπούμε στην επίγειο άκτιστη Εκκλησία του. Γιατί από εδώ πρέπει να αρχίσουμε. Εγώ πάντα είχα την προσπάθεια να προσεύχωμαι και να διαβάζω τους ύμνους της Εκκλησίας, την Αγία Γραφή και τους βίους των Αγίων μας και εύχομαι και εσείς να κάνετε το ίδιο. Εγώ προσπάθησα με τη χάρι του Θεού να πλησιάσω τον Θεό και εύχομαι και σεις να κάνετε το ίδιο.

Παρακαλώ όλους σας να με συγχωρέσετε για ό,τι σας στενοχώρησα

Ιερομόναχος Πορφύριος

Εν Καυσοκαλυβίοις τη 4/17 Ιουνίου 1991"


Ο Γέρων Πορφύριος, Από το βιβλίο «ΟΙ ΓΚΟΥΡΟΥ Ο ΝΕΟΣ ΚΑΙ Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΪΣΙΟΣ»

Από το βιβλίο «ΟΙ ΓΚΟΥΡΟΥ Ο ΝΕΟΣ ΚΑΙ Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΪΣΙΟΣ»

του Διονυσίου Φαρασιώτου

Ο Γέροντας Πορφύριος

Υπάρχει μία μεγάλη άγνοια γύρω από τους ζωντανούς θησαυ­ρούς της ορθόδοξης παράδοσής μας. Υπάρχει και μία προκατάληψη και ένας σνομπισμός, που οφείλεται σε μια συστηματική και ύπουλη προπαγάνδα που θέλει να παρουσιάζει τους ορθόδοξους χριστιανούς «στολισμένους» με όλα τα κακά του κόσμου. Ανόητους, φανατικούς, μικρόμυαλους, αμόρφωτους, κομπλεξικούς, φοβιτσιάρηδες, μικρόψυχους και από την άλλη μεριά, σε οξεία αντίφαση να τους παρουσιάζει ως υποκριτές, ύπουλους, κομπιναδόρους, καταχραστές, πονηρούς, λαοπλά­νους, ψεύτες, κατασκευαστές «θαυμάτων» και στυγνούς απομυζητές του αφελούς λαού. Αυτή η εικόνα έχει περάσει στον κόσμο που δεν έχει κα­μιά άμεση επαφή με τη ζωντανή ορθόδοξη Εκκλησία, που δεν έχει γνωρίσει τους ζωντανούς θησαυρούς της ορθοδοξίας, τους γεροντάδες, τους ασκητές, τους μοναχούς, ώστε να μπορεί να κρίνει αντικειμενικά. Οι περισσότεροι δέχονται αυτή την άσχημη εικόνα που προωθείται απ' όλες ανεξαιρέτως τις εφημερίδες και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, χωρίς να γνωρίζουν κάποια πρόσωπα της Εκκλησίας, χωρίς να είναι σε θέση να συγκρίνουν και έτσι μένουν με αυτή τη λάθος εντύπωση.

Κάτι τέτοιο είχα πάθει κι εγώ. Όταν για πρώτη φορά ήρθα σε επαφή με τον ορθόδοξο τρόπο ζωής, κατά την πρώτη μου επίσκεψη στο Άγιον Όρος, έπαθα... έκπληξη. Η εικόνα που είχα στο μυαλό μου, η άποψη που «καθόταν» μέσα στο κεφάλι μου, και η ζωή που έβλεπα και ζούσα μέσα στα μοναστήρια βρισκόντουσαν σε μεγάλη αντίθεση, μαύρο-άσπρο. Μου πήρε καιρό να φτάσω να αναρωτηθώ· «Καλά, από πού και έως πού είχα εγώ άποψη για πράγματα που δε γνώριζα, που δεν είχα ασχοληθεί μαζί τους;».

Δε γνώριζα ανθρώπους της εκκλησίας, μια και όλοι οι γνωστοί μου δεν είχαν σχέση. Δεν είχα μελετήσει, δε γνώριζα τις απόψεις της ορθόδοξης Εκκλησίας. Παρ' όλα αυτά την είχα καταδικάσει οριστικά με πείσμα και χωρίς επιφυλάξεις. Ήμουν πολύ άδικος. Ήμουν πολύ ανόητος. Είχα πιαστεί θύμα της παραπληροφόρησης και της ύπουλης προπαγάνδας, που τόσα χρόνια, λίγο-λίγο, κομμάτι-κομμάτι, διαμόρ­φωσαν μέσα στο μυαλό μου αύτη την άσχημη και ψεύτικη εικόνα.

Χρειάστηκε μια ζωντανή επαφή τριών ημερών με τη ζωή του Αγίου Όρους, για ν' αρχίσει η μακρόχρονη διαδικασία ανατροπής αυτής της εικόνας που έπλασαν οι εφημερίδες, το ραδιόφωνο και η τηλεόραση. Χρειάστηκε η εξαίσια και χαρμόσυνη εμπειρία της γνωριμίας με τους γεροντάδες της ορθοδοξίας, για να μπορέσω να κομματιάσω το δίχτυ του ψέματος που κάλυπτε το μυαλό μου και δε μ' άφηνε να δω την πραγματικότητα.

Μου είχαν επιβάλει ψεύτικες εικόνες, χωρίς εγώ να έχω συνείδηση αυτής της επιβολής. Αυτές οι ψεύτικες εικόνες με οδηγούσαν σε μία συ­μπεριφορά, σ' έναν τρόπο ζωής που δεν μπορούσε να είναι τίποτα άλλο παρά καταστροφικός, γεμάτος αγωνία και πόνο.

Δεν ισχυρίζομαι ότι όλοι οι Χριστιανοί είναι... Άγιοι. Θέλουν όμως να γίνουν!! Δεν ισχυρίζομαι ότι οι Χριστιανοί δεν έχουν... ελατ­τώματα ή κακίες. Προσπαθούν όμως να τα αποβάλουν!! Πράγματα που δεν τα κάνουν οι «άλλοι», οι εχθροί της εκκλησίας. Δεν ισχυρίζο­μαι ότι δε γίνονται σκάνδαλα στο χώρο της εκκλησίας, αλλά και πού δε γίνονται; Δε γίνονται στα πολιτικά κόμματα; δε γίνονται στις εται­ρείες; δε γίνονται στις ποδοσφαιρικές ομάδες; στους συλλόγους; Παντού όπου υπάρχουν άνθρωποι γίνονται και θα γίνονται τέτοια πράγματα. Αυτό όμως που ισχυρίζομαι είναι ότι οι εφημερίδες, η Τ.V., μιλούν μόνο για τα άσχημα της εκκλησίας που πολλές φορές τα εξογκώνουν και άλλες τόσες τα κατασκευάζουν από το τίποτα. Γιατί αυτή η άδικη συμπεριφορά; Γιατί επιμένουν συνειδητά σ' αυτή την μερική, άρα ψεύ­τικη εικόνα;

Υπάρχουν γεροντάδες που έχουν γίνει γνωστοί στα πέρατα του κό­σμου, στόμα με στόμα, χωρίς ποτέ κάποια εφημερίδα ν' ασχοληθεί μα­ζί τους ή να τους αναφέρει το ραδιόφωνο ή η τηλεόραση. Υπάρχουν γεροντάδες που για χάρη τους έρχονται άνθρωποι από την Αμερική, από την Αυστραλία, από τη Γερμανία, από όλα τα μέρη του κόσμου να τους δουν, να συζητήσουν, να βοηθηθούν. Υπάρχουν άνθρωποι χιλιά­δες, που διηγούνται τα θαύματα και τις ευεργεσίες, που οι ίδιοι προσωπικά απόλαυσαν απ' αυτούς, και με παρρησία διηγούνται τα περιστατι­κά με λεπτομέρειες, καταθέτοντας με ευγνωμοσύνη την προσωπική τους μαρτυρία.

Αυτό που ισχυρίζομαι είναι ότι τέτοιοι γεροντάδες, τέτοιοι Άγιοι δεν υπάρχουν πουθενά αλλού. Αυτό που ισχυρίζομαι είναι ότι η συνω­μοσία της σιωπής των ισχυρών αυτής της γης, γύρω από την ορθοδο­ξία και τους Αγίους της διαλύεται σαν καπνός από τη δύναμη του Θεού. Πάντοτε έτσι γινόταν. Πάντοτε η εκκλησία επολεμείτο είτε φανε­ρά είτε ύπουλα. Πάντοτε η εκκλησία θριάμβευε στο τέλος. Έτσι συμ­βαίνει εδώ και 2.000 χρόνια. Έτσι θα συμβαίνει και στο μέλλον.

Γιατί έτσι προέγραψε τη θριαμβευτική πορεία της μέσα στους αιώνες, ο γλυκύτατος Θεάνθρωπος, ο Ιησούς Χριστός, ο μόνος αληθινός Θεός. «επί ταύτη τη πέτρα, οικοδομήσω μου την εκκλησίαν, και πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής» (Ματ. ιστ'18).

Άνθρωποι με ελαττώματα υπάρχουν στην κοινωνία, υπάρχουν και στην εκκλησία. Άνθρωποι καλοί υπάρχουν στην εκκλησία, αλλά υπάρ­χουν και στα πολιτικά κόμματα, και στις θρησκευτικές οργανώσεις, και στις ψεύτικες θρησκείες και φιλοσοφίες. Έχει όλος ο κόσμος καλούς ανθρώπους, και ευτυχώς που έχει, γιατί γίνονται παρηγοριά και βοήθεια για το περιβάλλον τους.

Όμως Αγίους δεν έχει πουθενά αλλού, παρά μόνο στην ορθοδοξία.

Ένας τέτοιος γέροντας ήταν και ο πατήρ Πορφύριος. Τον γνώρισα, όταν ήταν ήδη πολύ γνωστός στον κόσμο και το όνομά του περιφερόταν από στόμα σε στόμα με πολύ σεβασμό. Ζούσε τα τελευταία χρόνια έξω από τη Μαλακάσα, μία ώρα περίπου από την Αθήνα. Έχτισε ένα μοναστήρι στο μέρος που ζούσε. Καθημερινά πήγαινε κόσμος να τον δει, με IX, με λεωφορεία, με τη συγκοινωνία. Μάλιστα το ΚΤΕΛ έκανε ειδική στάση, «του γέροντα», από τους πολλούς που καθημερινά ζητούσαν να κατέβουν εκεί.

Έχω γνωρίσει πολλούς ανθρώπους και άκουσα από το στόμα τους τις θαυματουργικές ευεργεσίες που γνώρισαν με την ευχή του γέροντα. Κάποιος που είχε όγκο στο κεφάλι, δύο μέρες πριν πετάξει στην Αγγλία για την προγραμματισμένη εγχείρηση, πέρασε να πάρει την ευχή του γέροντα. Ο γέροντας τον σταύρωσε και του είπε να κάνει μία παράκληση στην Παναγία να του πάρει τον όγκο. Δύο μέρες αργότερα οι Άγγλοι γιατροί και ο γνωστός μου έπαθαν μεγάλη έκπληξη, όταν σε επανειλημμένες εξετάσεις δεν μπορούσαν να εντοπίσουν τον όγκο· είχε εξαφανισθεί τελείως!!

Γύρισε χωρίς να γίνει η εγχείρηση και ζει φυσιολογικά τη ζωή του. Αυτό έγινε αφορμή να ξεκόψει τελείως από την Ινδουιστική φιλοσοφία-μαγεία και να γίνει ένας αληθινός και συνειδητός Χριστιανός.

Κάποιος άλλος είχε καρκίνο στο στήθος που εξαφανίστηκε, όταν του ευχήθηκε ο παππούλης και τον σταύρωσε στο στήθος. Ο άνθρωπος αυτός παραιτήθηκε από τη δουλειά του και αφιέρωσε το υπόλοιπο της ζωής του στην υπηρεσία του Χριστού, μια και ήταν ανύπαντρος χωρίς υποχρεώσεις.

Μια προσωπική μου φίλη έσπασε τον λαιμό της σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Οι ακτινογραφίες έδειχναν θρυμματισμένα τα κόκκαλα του λαιμού και οι γιατροί είπαν ότι δε θα γίνει ποτέ καλά. Μετά από μερι­κούς μήνες, όταν ησύχασαν από τα τρεχάματα στα νοσοκομεία, είπαν να κάνουν μία επίσκεψη να πάρουν την ευχή του γέροντα. Ο γέροντας τη σταύρωσε και της είπε να βγάλει το κολλάρο που στήριζε το κεφάλι της!!! Πράγματι η κοπέλα έκανε καινούργιες ακτινογραφίες που τα έδει­χναν όλα εντάξει, προς μεγάλη έκπληξη των γιατρών, που κοίταζαν σαν χαζοί μια τις παλιές και μια τις καινούργιες ακτινογραφίες. Από εκείνη τη στιγμή έβγαλε και το κολλάρο.

Πέντε χρόνια έχουν περάσει από τότε και η κοπέλα είναι απολύτως εντάξει και δοξάζει το Θεό και τους Αγίους του.

Σε κάποιον άλλο φίλο μου έδωσε ακριβείς οδηγίες, για να πάει να ψάξει σε μια τοποθεσία έξω από το χωριό απ' όπου καταγόταν. Ο γέροντας δεν είχε πατήσει ποτέ το πόδι του στην περιοχή!! αλλά μιλούσε σαν να την έβλεπε μπροστά του. Του περιέγραφε τα βράχια, τα δένδρα, μέχρι να καταλάβει ακριβώς πού βρισκόταν το παλιό μο­ναστηράκι, χωμένο μέσα στη γη πια, ξεχασμένο απ' όλους στο χωριό.

Πράγματι πήγε ο φίλος μου και όλα βγήκαν, όπως τα είπε ο γέρο­ντας.

Είχε πολλά χαρίσματα από το Θεό ο γέροντας Πορφύριος και σί­γουρα, τώρα μετά το θάνατό του, πολλοί από αυτούς που ευεργετήθη­καν έγραψαν ή θα γράψουν τις ευεργεσίες που έλαβαν, προς δόξαν Θεού και των Αγίων του.

Με σεβασμό στη μνήμη του γέροντα καταθέτω και εγώ εδώ την προσωπική μου μαρτυρία, γιατί πονώ και αγανακτώ, όταν συκοφα­ντείται και διαστρεβλώνεται η ορθοδοξία, οι Άγιοι, και μέσα απ' αυτούς τελικά η αλήθεια και ο Θεός. Νοιώθω την ανάγκη να τα πω για τους καλοπροαίρετους ανθρώπους και προς χάριν της αλήθειας, που ζητούν μερικοί να τη θάψουν, γιατί δεν τους... βολεύει, γιατί ελέγχει την ζωή τους και τις πράξεις τους.

Μόλις είχα γυρίσει από την Ινδία. Είχα πάει στο Άγιον Όρος όπου καθόμουν για κάμποσους μήνες, φιλοξενούμενος στην καλύβα ενός ησυχαστού. Εκεί έμαθα ότι ο πατήρ Πορφύριος, που τόσα είχα ακούσει γι' αυτόν, είχε έρθει για να μείνει κάποιο διάστημα στο Άγιον Όρος, στη σκήτη των Καυσοκαλυβίων. Αυτή η σκήτη είναι από τις πιο απομονωμένες του Όρους. Βρίσκεται σε μια απότομη πλαγιά του Άθω. Απότομα, μεγάλα βράχια και λιγοστά δέντρα που ξεφυτρώνουν αραιά και πού μέσα από το γρανίτη. Τα δένδρα είναι μεγάλα και εντυπωσιακά. Κάπου τριά­ντα σπιτάκια, σε αρκετή απόσταση το ένα από το άλλο, τριγυρισμένα από τα μικρά κηπάκια, αντιμετωπίζουν συχνά όλα μαζί τον κίνδυνο από τις κατολισθήσεις. Κάθε τόσο ακούς κάποια πέτρα να κυλά. Καμιά φορά προξενούν και σοβαρές ζημιές στα κτίσματα. Ένα απότομο, τραχύ μονο­πάτι καταλήγει στην απότομη ακτή, όπου δύσκολα πιάνει το καράβι και μόνο, όταν έχει πολλή γαλήνη η θάλασσα.

Η ζωή εκεί πέρα είναι σκληρή. Οι άνθρωποι ζουν περιορισμένα. Δεν μπορεί κανείς να έχει πολλά πράγματα. Οι απαραίτητες μεταφο­ρές γίνονται με την πλάτη ή με κανένα μουλάρι, όταν πρόκειται για πολλά πράγματα. Είναι πολύ δύσκολο να ανέβεις το μονοπάτι, γι' αυτό και οι μοναχοί εκεί πέρα είναι σκληραγωγημένοι και ολιγαρκείς.

Χρειαζόμουν ένα ταξίδι δύο ημερών μέσα στο όρος, για να βρεθώ εκεί. Τα πόδια μου δηλαδή θα έβγαζαν φουσκάλες. Ήταν τόση η επι­θυμία μου να δω το γέροντα Πορφύριο, που μόλις το έμαθα την ίδια στιγμή αποφάσισα να πάω να τον δω. Καταλάβαινα ότι θα ήταν κάτι σαν το δικό μου γέροντα, και ήθελα να δω την αγιότητα και σ' ένα άλλο πρόσωπο, να δω πώς θα ήταν: Με ποιο τρόπο ένα διαφορετικό πρόσωπο, ένας άλλος χαρακτήρας κουβαλά τον ίδιο Θεό μέσα του.

Ήμουν καλοσυνηθισμένος εκείνη την εποχή. Επειδή βρισκόμουν σε ανάγκη, (είχα ακόμη πνευματικές ενοχλήσεις από τους γκουρού και διά­φορα δαιμονικά σημεία μου συνέβαιναν), οι γεροντάδες πολύ συχνά μου κάνανε διάφορα πνευματικά δώρα, για να με γιατρέψουν, για να με στη­ρίξουν, για να με κάνουν να καταλάβω, να ζήσω τη διαφορά των δύο πνευματικών καταστάσεων. Να καταλάβω τί σημαίνει, ποια είναι η Χά­ρη του Θεού, το αυθεντικό πνευματικό γεγονός και να το ξεχωρίσω από τη δαιμονική ενέργεια. Να μην εξαπατώμαι πια από την απατηλή δαι­μονική ενέργεια, που μέχρι τότε την εκλάμβανα ως εκδήλωση ενεργειών ανωτέρων ανθρώπων (γκούρου) ή ακόμα και ως θεϊκή.

Διψούσα γι' αυτά τα πνευματικά δώρα και τα αναζητούσα παντού. Ήλπιζα υποσυνείδητα ότι και ο π. Πορφύριος κάτι θα μου δώριζε.

Ξεκίνησα λοιπόν το ταξίδι. Σ' όλο το δρόμο άκουγα από διάφορους, μοναχούς και λαϊκούς, ότι ο πατήρ Πορφύριος είναι άρρωστος και δε δέχεται να δει κανέναν. Πήγαν αρκετοί να τον δουν, αλλά δε τους δέ­χθηκε. Συνέχισα το ταξίδι μου, προσευχόμενος όσο μπορούσα, και κά­ποτε έφθασα στο κελλί που βρισκόταν ο γέροντας. Φώναξα και βγήκε ένας μελαχροινός μοναχός, γύρω στα τριάντα.

-  Δεν μπορεί να σε δεχτεί ο παππούλης, μου λέει. Είναι πολύ άρρωστος.

Σχεδόν αμέσως βγήκε και ένας άλλος μοναχός, μεγαλύτερης ηλι­κίας, και λυπημένος μου είπε τα ίδια.

-  Μόνο να πάρω την ευχή του, είπα.

Ενώ οι μοναχοί ευγενικά, αλλά σταθερά μου έκοβαν κάθε ελπίδα, ακούστηκε από μέσα ο π. Πορφύριος να φωνάζει να τον βοηθήσουν να βγει έξω. Πράγματι, σε λίγο φάνηκαν να κουβαλούν ένα γεροντάκι, που δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια του και φαινόταν να πονά πολύ σε κάθε κίνηση που έκανε.

Με το που είδα το γεροντάκι, λαχτάρησε η καρδιά μου, και με πλημμύρισε μια χαρά, πολύ μεγάλη και πολύ ειρηνική. Αδιαφόρησα για την καρέκλα που μου προσέφεραν και πήγα και κάθισα στο χώμα δίπλα στα πόδια του. Ένοιωθα πολλή χαρά να βρίσκομαι δίπλα του, αλλά ταυτόχρονα και πολύ ανάξιος γι' αυτό, και έτσι αναπαυόμουν να κάθομαι σαν σκυλάκι κοντά στα πόδια του.

Οι μοναχοί δεν ήθελαν να με βλέπουν έτσι ταπεινωμένο και επέμε­ναν να με τιμήσουν, βάζοντάς με να κάτσω απέναντι στο γέροντα σε μια ίδια καρέκλα, θα ένοιωθα πολύ άσχημα, αν είχα το θράσος να κά­τσω μπροστά στο γέροντα, αλλά αυτοί επέμεναν. Ο Γέροντας που με καταλάβαινε απολύτως, μ' έσωσε από τη δύσκολη θέση.

- Αφήστε τον εδώ που είναι καλά, είπε, και σταμάτησαν τα διάφο­ρα κοινωνικά.

Ήμουν τόσο χαρούμενος, τόσο ειρηνικός, τόσο ασφαλής, σαν να βρι­σκόμουν στην αγκαλιά του Θεού, και όντως ήμουν με τις ευχές και τη Χάρη του παππούλη.

Ένοιωθα ότι ο γέροντας μ' αγαπούσε πολύ και με αγκάλιαζε όχι σωματικά, αλλά πνευματικά. Ένοιωθα μια τεράστια πνευματική δύναμη που υπήρχε σ' αυτό το ετοιμόρροπο σώμα. Ένοιωθα μια ανεξάντλητη και άπειρη ζωή να πηγάζει από αυτό το ετοιμοθάνατο σώμα και να έρχεται προς εμένα και να αναζωογονεί την ετοιμοθάνατη ψυχή μου.

Αυτός έσφυζε από πραγματική ζωή και εγώ ήμουν σχεδόν πεθαμένος από πνευματική ασιτία. Με πότιζε και με τάιζε πνευματικά, και εγώ λάμβανα με ευγνωμοσύνη και χαρά. Αυτό που γινόταν μεταξύ μας το καταλαβαίναμε πολύ καλά και οι δυο μας και τα λόγια ήταν περιττά. 

Συνέβαινε το οξύμωρο. Ο ετοιμοθάνατος σχεδόν γέρος να χαρίζει ζωή, βιολογική αλλά και πνευματική, στον 25χρονο νέο. Ο θάνατος του γέροντα έμοιαζε με απαλλαγή από το στραπατσαρισμένο σώμα και αρχή μιας πραγματικής, αληθινής, μεγάλης και αιώνιας ζωής, ενώ εγώ που είχα τόσες βιολογικές δυνάμεις, ήμουν τόσο απελπιστικά πνευματικά ετοιμοθάνατος και ποτιζόμουν και ανέθαλλα από τα δικά του νάματα.

Θυμάμαι ότι συζητήσαμε λίγο για την Ινδία. Μου είπε να προσέ­χω να μη με ξανακοροϊδέψει ο Διάβολος. Ήταν πολύ επικίνδυνα αυτά που πέρασα. Δεν χρειαζόντουσαν λόγια. Τον καταλάβαινα απ' αυτά που ζούσα στην παρουσία του. Λίγες προτάσεις ανταλλάξαμε, μα είχαν τόσο βάθος! Τον θυμάμαι με το μάλλινο σκουφάκι στο μεγάλο κεφάλι του, με το πρόσωπο να έχει μια έκφραση πόνου σωματικού, με το αδύναμο σώμα του να παραπαίει, τον θυμάμαι να κυριαρχεί, να βασιλεύει με ηρεμία, μεγαλοπρέπεια και απλότητα.

Η παρουσία του αποκάλυπτε το πραγματικό βάθος αυτού του κό­σμου και την πνευματική του διάσταση, αποδεικνύοντας την προσωρινό­τητα και τη φθαρτότητα της ύλης. Ήταν ένας πνευματικός βασιλιάς.

Εδώ δεν υπήρχαν ιδεολογικές συζητήσεις ή ορθολογιστικές αναλύ­σεις, εδώ δεν προσπαθούσαμε να ανακαλύψουμε ή να μαντέψουμε ή να συμπεράνουμε. Εδώ ζούσα το γεγονός της παρουσίας του πνευματικού κόσμου, εδώ ζούσα και συμμετείχα στην πνευματική διάσταση του κό­σμου. Δε μιλούσα για την χάρη του Αγίου Πνεύματος, δεν άκουγα για τη Χάρη του Χριστού. Τη ζούσα και χαιρόμουν.

-   Θα προσεύχομαι για σένα και έλα να με ξαναδείς, μου είπε ο γέ­ροντας.

Πήρα την ευχή του χαρούμενος και λυπημένος μαζί, χαιρέτησα και έφυγα.

Άρχισα να ανηφορίζω το μονοπάτι και η χαρά μου μεγάλωνε. Όχι μόνον η ψυχή μου, αλλά και το σώμα μου είχε αναζωογονηθεί και είχα αποκτήσει τόση δύναμη που ανέβαινα σχεδόν τρέχοντας στο πολύ απότομο και δύσκολο μονοπάτι. Δεν ήμουν μόνος. Ήταν και ο γέροντας μαζί μου. Δεν τον αισθανόμουν δίπλα μου. Ήταν μέσα μου, ή μάλλον εγώ ήμουν μέσα του. Όλες τις επόμενες μέρες είχα «παρέα» μου το γέροντα και η «παρουσία» του γλύκαινε, ομόρφαινε, βάθαινε και ειρήνευε όλες τις στιγμές μου.

Όταν τον ξαναείδα μετά από μερικές μέρες, με ρώτησε.

-  Ήμουν μαζί σου όλες αυτές τις μέρες, το καταλάβαινες;

Γεμάτος θαυμασμό απάντησα-

-  Πώς δεν το καταλάβαινα, γέροντα; εννοώντας. πώς ήταν δυνατόν να μην το καταλαβαίνω; Ένα τόσο έντονο βίωμα! Ήταν πιο εύκολο να μην παρατηρήσω τον ήλιο παρά αυτό!!!... Κι όλα γινόντουσαν μ' έναν τόσο φυσικό τρόπο και όλα ήταν τόσο πολύ πάνω από το φυσικό επίπεδο...

Το γέροντα τον ξαναείδα μετά από ένα χρόνο, όταν υπηρετούσα φα­ντάρος πια στην Αθήνα. Πήγαινα στη Μαλακάσα και τον έβλεπα συ­χνά. Πολλές φορές ένοιωθα τη χάρη του, πριν ακόμα φτάσω στο μονα­στήρι του. Η ευχή του με σκέπαζε και με γλύκαινε. Άλλοτε ένοιωθα αυτή την υπέρλογη ειρήνη, όταν με σταύρωνε. Μ' ένα θαυμαστό, παράδοξο τρόπο όλες οι ανάγκες μου, ακόμα και οι υλικές λύνονταν με έναν πολύ εύκολο... τρόπο.

Για παράδειγμα, υπήρχε συγκοινωνία για να πάω στο μοναστήρι, όχι όμως και να γυρίσω. Κάθε φορά ήταν ένα πρόβλημα και κινδύνευα να φάω φυλακή στο στρατόπεδο. Πάντοτε βρισκόταν κάποιο αυτοκίνητο που θα μ' έπαιρνε από το δρόμο για την Αθήνα και πολλές φορές με πήγαιναν μέχρι το στρατόπεδο. Εγώ εμπιστευόμουν τον εαυτό μου στην ευχή του γέροντα και αυτός με φρόντιζε. Ήταν άρρωστος, ξαπλω­μένος και σχεδόν ακίνητος στο κρεβάτι του.

Μιλάω για έναν επαρχιακό δρόμο, άδειο από αυτοκίνητα, ιδίως όταν βράδιαζε την ώρα που έπρεπε να γυρίσω. Γινόντουσαν πολλά με το γέροντα που δεν είναι εύκολα περιγράψιμα.

Αυτά και πολλά άλλα που γίνονταν σχεδόν καθημερινά, που τα έχω ξεχάσει τώρα, τα έλεγα στον πνευματικό μου, στο Άγιον Όρος. Με άκουγε χωρίς να σχολιάζει. Μου λέει κάποια φορά:

- Αφού αγαπάς τόσο πολύ τον π. Πορφύριο, γιατί δεν του λες να σου κάνει καλά το πόδι σου;

Είχα πρόβλημα στο δεξί μου γόνατο. Παλιότερα είχα ασχοληθεί συ­στηματικά με το καράτε. Από μία κλωτσιά που είχα αρπάξει είχα απο­κτήσει πρόβλημα. Είχε χαλαρώσει γενικά το δέσιμο του γονάτου, είχε πρηστεί και μάζευε υγρό, ενώ ένοιωθα κάτω από την επιγονατίδα σαν να είχε μπει μια μικρή πέτρα που με τσιμπούσε και δυσκόλευε την κίνηση στο γόνατο. Με τις ασκήσεις και τις πορείες στο στρατό η κατάσταση είχε επιδεινωθεί. Πήγαινα στο στρατιωτικό νοσοκομείο για εξετάσεις και ετοιμαζό­μουν για εγχείρηση. Μια που βρισκόμουν εκείνο το διάστημα στην Αθήνα, όπου είχε καλό νοσοκομείο, και θα έπαιρνα ένα μήνα αναρρωτική άδεια, είχα αποφασίσει να την κάνω την εγχείρηση. Συμφωνούσαν και οι γιατροί. Κάποια φορά λοιπόν που βρισκόμουν στον παππούλη, θυμήθηκα τα λόγια του πνευματικού μου.

-   Γέροντα, μου είπε ο πνευματικός να μου κάνετε καλά το γόνατο.

-   Ε... καλά... αφού το λέει ο πνευματικός.

Σήκωσε το αδύναμο χέρι του, καθώς ήταν ξαπλωμένος πάνω στο κρεβάτι, έκανε το σημείο της ευλογίας και σταύρωσε το γόνατό μου. Αισθάνθηκα μια γλυκειά, ιλαρή δύναμη να χαϊδεύει και να πλημμυρί­ζει το γόνατο μέχρι το μεδούλι των οστών. Μια απορία και μια αναι­δής περιέργεια σφηνώθηκε στον νου μου. «Καλά, τί θα γίνουν τα μόρια του υγρού:... θα εξαφανισθούν; Πώς θα δράσει η ενέργεια του Θεού;» Αυτό το «επιστημονικό» ενδιαφέρον με έκανε να παρακολουθώ συνέχεια το γόνατό μου... Περπατούσα και το μυαλό μου ήταν στο γόνατο. Εκεί... Συζητούσα και το μυαλό μου ήταν στο γόνατο. Ήθελα να «πιάσω», να «ζήσω» τη στιγμή που θα ενεργούσε ο Θεός. Πέρασαν τρεις μέρες και το γόνατο δε γινόταν καλά... Άρχισα να έχω λογισμούς... Λες να μη γίνει τίποτα;... Άρχισα ν' αμφιβάλλω... Κάθε τόσο παρακο­λουθούσα το γόνατο. Τίποτα... Πονούσα... Το ενοχλητικό «πετραδάκι» ήταν εκεί. Κάποια στιγμή αγανάχτησα με τον εαυτό μου και τις αμφι­βολίες του και τον έβαλα μπροστά. «Άντε να χαθείς, χαμένε, που θέ­λεις και θαύματα. Είναι τα μούτρα σου για τέτοια πράγματα» και το ξέχασα το θέμα. Δεν ξανασχολήθηκα με το πόδι μου.

Θυμάμαι, το πρωί που ξύπνησα μέσα στο στρατιωτικό θάλαμο. Τε­ντώθηκα πάνω στο κρεβάτι. «Ρε συ», λέω στον εαυτό μου, «το πόδι έχει να σε ενοχλήσει πολύ καιρό». Κούνησα το πόδι μου και δεν κατάλαβα καμία ενόχληση. Σηκώθηκα και άρχισα να πηδώ επί τόπου. «Κανονι­κά» το πόδι μου θα με ενοχλούσε μετά από δύο-τρία πηδηματάκια. Τίποτα, καμία ενόχληση. Βγήκα έξω στην αυλή του στρατοπέδου και έτρεξα ένα «εκατοστάρι»... Τίποτα καμία ενόχληση... Μια χαρά με πλημμύρισε και δάκρυα ευγνωμοσύνης ανέβηκαν στα μάτια μου... Ώ­στε ο Θεός με θεράπευσε, τότε που έπαψα να πιστεύω ότι θα γίνω κα­λά... έτσι για να καταλάβω ότι ήταν «Θεού το δώρο» και όχι γέννημα της δικής μου πίστης, όπως θα έλεγαν οι Γιόγκι!... Άρχισα να προσέ­χω το πόδι μου τις επόμενες μέρες. Καμία ενόχληση. Πέρασαν πολλές μέρες. Καμία ενόχληση. Είχα γίνει καλά!!! Χωρίς εγχείρηση, χωρίς θόρυβο... στα κρυφά. Ιεροκρυφίως... όπως ενεργεί η Θεία Χάρις.

Δεν είχα αντιληφθεί τίποτα το περίεργο, καμία αλλαγή... όμως ήταν γεγονός. Ήμουν καλά.

Έχουν περάσει χρόνια από τότε και το πόδι μου ποτέ δε με ενό­χλησε. Η προγραμματισμένη εγχείρηση δεν έγινε ποτέ. Θα κουβαλάω πάνω στο σώμα μου μέχρι το θάνατό μου τη ζωντανή μαρτυρία ότι ο πατήρ Πορφύριος ήταν ένας Χαρισματούχος γέροντας, θα χαϊδεύω το γόνατό μου σε στιγμές ολιγοπιστίας και θα θυμάμαι την παντοδυναμία και τη γλυκύτατη ευσπλαγχνία του Θεού και των Αγίων του.

Έτσι η σωματική αυτή ευεργεσία θα μου γίνει πνευματικό στήριγ­μα και σεβάσμιο ενθύμιο από ένα σύγχρονο Άγιο της ορθόδοξης εκκλησίας μας. Πιστεύω ότι ο π. Πορφύριος θα με θυμάται και μένα καθώς θα πρεσβεύει στον Κύριο για τα πνευματικά του τέκνα. Ποτέ δεν υπήρξε πνευματικός μου ή γέροντάς μου, αν και με στήριξε κάποια πε­ρίοδο, αν και μου πρότεινε κάποτε να μείνω κοντά του. (Είχα όμως το γέροντά μου στο Άγιον Όρος και ήθελα να πάω κοντά του). Όμως τον αγάπησα και τον αισθάνομαι σαν πολύ αγαπητό μου πρόσωπο.

Είναι και ο δικός μου πατέρας, που δε θα με «παρίδη», όταν του ζη­τήσω βοήθεια και ας μην έχω το «δικαίωμα» όπως τ' άλλα πνευματι­κά του παιδιά. 


Αποσπάσματα (1)

 

«ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ

ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ

Ανθολόγιο Συμβουλών»

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΙΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ

ΜΗΛΕΣΙ ΑΤΤΙΚΗΣ

«Ο Χριστός είναι το παν»

(Απομαγνητοφωνημένα λόγια του Γέροντα. Αναδίδουν το μυστικό άρωμα της ένθεης πνευματικής του ζωής). 

 

Λοιπόν, ζωή χωρίς Χριστό δεν είναι ζωή. Πάει, τελείωσε. Αν δε βλέπεις το Χριστό σε όλα σου τα έργα και τις σκέψεις, είσαι χωρίς Χριστό. 

Πως το κατάλαβες; 

Θυμάμαι κι ένα τραγούδι. 

«Συν Χριστώ πανταχού, 

φόβος ουδαμού». 

Το ‘ χετε ακούσει; Ε; Το λένε τα παιδιά, δε το θυμάμαι. 

Λοιπόν, έτσι πράγματι πρέπει να βλέπωμε το Χριστό. Είναι φίλος μας, είναι αδελφός μας, είναι ό,τι καλό και ωραίο. Είναι το παν. Αλλά είναι φίλος και το φωνάζει: «Σας έχω φίλους, βρε, δεν το καταλαβαίνετε; Είμαστε αδέλφια. Βρε εγώ δεν είμαι… δεν βαστάω την κόλαση στο χέρι, δεν σας φοβερίζω, σας αγαπάω. Σας θέλω να χαίρεσθε μαζί μου τη ζωή». Κατάλαβες;

Έτσι είναι ο Χριστός. Δεν έχει κατήφεια, ούτε μελαγχολία, ούτε ενδοστρέφεια, που ο άνθρωπος σκέπτεται ή βασανίζεται από διαφόρους λογισμούς και διάφορες πιέσεις, που κατά καιρούς στη ζωή του τον τραυμάτισαν.

Ο Χριστός είναι νέα ζωή. Πως το λέω; Ο Χριστός είναι το παν. Είναι η χαρά, είναι η ζωή, είναι το φως, το φως το αληθινόν, που κάνει τον άνθρωπο να χαίρεται, να πετάει, να βλέπει όλα, να βλέπει όλους, να πονάει για όλους, να θέλει όλους μαζί του, όλους κοντά στο Χριστό.

Όταν εμείς βρίσκουμε κάποιονε θησαυρό ή  ό, τι άλλο, δεν θέλομε να το λέμε πουθενά. Ο Χριστιανός όμως, όταν βρει το Χριστό, όταν γνωρίσει το Χριστό, όταν ο Χριστός εγκύψει μέσα στην ψυχούλα του και τον αισθανθεί, θέλει να φωνάζει και να το λέει παντού, θέλει να λέει για το Χριστό, τι είναι ο Χριστός. Αγαπήσατε τον Χριστόν και μηδέν προτιμήστε της αγάπης Αυτού. Ο Χριστός είναι το παν, είναι η πηγή της ζωής, είναι το άκρον των εφετών, είναι το παν. Όλα στο Χριστό υπάρχουν τα ωραία.

Και μακράν του Χριστού η θλίψις, η μελαγχολία, τα νεύρα, η στενοχώρια, οι αναμνήσεις των τραυμάτων της ζωής, των πιέσεων, των αγωνιωδών, έτσι, ωρών. Όλα, ζούμε εκείνα εκεί της ζωής μας. Και πάμε εδώ και πάμε εκεί, και τίποτα, και πουθενά δεν στεκόμαστε. Όπου βρούμε το Χριστό, ας είναι μια σπηλιά, καθόμαστε εκεί και φοβούμαστε να φύγουμε, να μη χάσουμε το Χριστό. Διαβάστε να ιδήτε. Ασκηταί, που εγνώρισαν το Χριστό, δεν ήθελαν να φύγουν από τη σπηλιά, ούτε έβγαιναν έξω να κάνουνε πιο πέρα ∙ θέλαν να είναι εκεί που αισθανόντουσαν το Χριστό μαζί τους.

Ο Χριστός είναι το παν.

Ο Χριστός είναι η πηγή της ζωής, της χαράς. Το παν. Πως τα βλέπεις, ρε Νίκο;

-   Αυτά, που είπατε, Γέροντα, είναι χρυσά λόγια, είναι η πραγματικότητα. Όπως το λέτε εσείς, έτσι είναι.

Ε, ναι- εξακολούθησε ο Γέροντας- αλλά έτσι καλούμεθα να ζήσωμε. Όταν λέμε είμαστε Χριστιανοί, όταν λέμε είμαστε του Χριστού. Κατάλαβες; Ό,τι να είναι. Και στις ώρες της αδυναμίας μας, μόλις ιδούμε το Χριστό, αμέσως αλλάζομε γνώμη και θέλουμε να ‘μαστε με το Χριστό. Αλλά ο Χριστός είναι φίλος μας, είναι ο αδελφός μας, το φωνάζει: «Υμείς φίλοι μου εστε». «Δεν θέλω να με  βλέπετε διαφορετικά, δεν θέλω να με βλέπετε έτσι, ότι εγώ είμαι ο Θεός, ότι είμαι ο Λόγος του Θεού, ότι είμαι μία υπόστασις της Αγίας Τριάδος. Θέλω να με βλέπετε δικό σας, φίλο σας, να με αγκαλιάζετε, να με αισθάνεστε στην ψυχή σας, το φίλο σας. ΕΜΕΝΑ, που είμαι η πηγή της ζωής, όπως είναι η αλήθεια».

Κι όμως αυτά είναι η αλήθεια. Τώρα, είπαμε, υπάρχει ο σατανάς, υπάρχει η κόλασις, υπάρχει ο θάνατος. Όλα αυτά υπάρχουν, όντως υπάρχουν. Είναι το άλλο μέρος, το κακό, είναι το σκοτάδι, είναι όλα του σκοταδιού.

Ο άνθρωπος του Χριστού πρέπει ν’ αγαπήσει το Χριστό, κι όταν αγαπήσει το Χριστό, απαλλάττεται απ’ το διάβολο, από την κόλαση και από το θάνατο. Θα μου πεις, εσύ έφθασες να είσαι έτσι; Δεν έχω φθάσει, αυτό ζητάω, αυτό θέλω. Και στη σιωπή μου και παντού προσπαθώ να ζήσω σε αυτά. Δεν τα ζω. Όμως, ε… προσπαθώ. Δηλαδή, πώς να σου το πω, πώς να σας τα πω; Δεν έχω πάει σ’ ένα  μέρος, έτσι… ή πήγα μια φορά, το είδα, τώρα δεν είμαι εκεί, αλλά το θυμάμαι, το λαχταράω, το θέλω. Να, τώρα, αυτή τη στιγμή, αύριο, μεθαύριο, κάθε στιγμή μου ’ρχεται και το θέλω, θέλω να πάω εκεί, το ζητάω. Δεν είμαι, όμως, εκεί. Δεν μπορώ να σας τα εξηγήσω αυτά. Τα καταλαβαίνετε     ; 

- Ναι, Γέροντα. [ Ι 50 π.]  

Η αγάπη προς το Θεό 

Μια άλλη μέρα ερωτώ το Γέροντα πως πρέπει να είναι η αγάπη μας προς το Θεό και μου λέει: 

«Η αγάπη μας προς το Θεό, παιδί μου, πρέπει να είναι πάρα πολύ μεγάλη και χωρίς να υπάρχει καμιά διάσπαση σε άλλα πράγματα. 

Σου φέρνω σαν παράδειγμα το εξής: O άνθρωπος μοιάζει να έχει εντός του μια μπαταρία με ορισμένη ενέργεια. Όταν αυτή την ενέργεια την ξοδεύει σε άλλα διάφορα πράγματα εκτός της αγάπης προς τον θεό, η ενέργεια που απομένει μέσα του γι’ Αυτόν είναι ελαχίστη και ίσως πολλές φορές μηδαμινή. Όταν όμως διαθέτουμε όλη μας την ενέργεια προς τον Θεό, τότε η αγάπη μας είναι μεγάλη προς Αυτόν. 

Σου λέω και τούτο το άλλο. 

Ήταν μια φορά μια κοπέλα που είχε ερωτευθεί πάρα πολύ ένα νέο, που τον έλεγαν Νίκο. Αυτή  που λες, σηκωνόταν κάθε νύκτα και κρυφά από τους δικούς της, πηδούσε το παράθυρό της και πήγαινε ξυπόλητη μέσα απ’ τα χωράφια που υπήρχαν αγκάθια για να συναντήσει τον αγαπημένο της ματώνοντας τα πόδια της. Όταν επίσης γύριζε στο σπίτι της και καθόταν μέσα, πάντοτε ο Νίκος της ήταν εδώ, και μου έδειχνε το μέτωπό του.  Ό,τι δουλειές και να έκανε, ο Νίκος της εδώ, και μου ξανάδειχνε το μέτωπό του. Έτσι πρέπει και συ, παιδί μου, να δίνεις όλη σου τη δύναμη στο Θεό και ο νους σου να είναι πάντα σ’ Αυτόν, γιατί έτσι του αρέσει». 

[ Τζ 108]  

 

Παράδεισος είναι η αγάπη του Χριστού 

Και ποιος είναι ο Παράδεισος; «Ο Χριστός», έλεγε ο Γέροντας. «Όταν αγαπάς τον Χριστό, τότε παρ’ όλη την αίσθηση της αμαρτωλότητος και των αδυναμιών σου έχεις τη βεβαιότητα ότι ξεπέρασες το θάνατο, γιατί βρίσκεσαι στην κοινωνία της αγάπης του Χριστού. Και να μας αξιώσει ο Θεός να δούμε το Πρόσωπο του Κυρίου και απ’ εδώ στη γη και απ’ εκεί, όπου θα πάμε». [ Ι 246]

Μη ζητάς να σ’ αγαπούν

«Μακριά από τη Ζήλια. Τον κατατρώγει τον άνθρωπο. Από φθόνο, μια Μοναχή προς άλλη, την φαντάστηκε να ασχημονεί με τον πνευματικό, και το έλεγε σαν πραγματικότητα.

Όλα γίνονται στο φθονερό άνθρωπο. Εγώ τα έζησα. Οι άνθρωποι με είχαν για καλό και ερχόντουσαν πολλοί για να εξομολογηθούν. Και μου τα έλεγαν με ειλικρίνεια.

Μακριά από αυτά τα γυναικίστικα παράπονα. Το Χριστό, μωρέ, το Χριστό να αγαπήσουμε με πάθος, με θείο έρωτα.

Ευτυχισμένος ο μοναχός που έμαθε να αγαπάει όλους μυστικά. Δεν ζητά από τους άλλους αγάπη, ούτε τον νοιάζει να τον αγαπούν.

Εσύ αγάπα όλους, και προσεύχου μυστικά μέσα σου. Ξέχυνε την αγάπη σου προς όλους. Και θα έλθει ώρα που θα αγαπάς αβίαστα. Και θα νιώθεις, ότι όλοι σ’ αγαπούν. Ένα κοσμικό τραγούδι λέει:

«Μη μου ζητάς να σ’ αγαπώ.

Η αγάπη δεν ζητιέται.

Μέσα στα φύλλα της καρδιάς

μονάχη της γεννιέται».

Πάρ’ το πνευματικά. Εσύ σκόρπα φυσικά, από την καρδιά σου, την αγάπη του Χριστού.

Μερικοί μοναχοί, ιδίως γυναίκες, λένε:

- Μ’ αγαπάς;

- Γιατί δεν μ’ αγαπάς;

Πω πω! Πόσο μακριά είναι από την αγάπη του Χριστού!

Φτώχεια, πνευματική φτώχεια.

Μη σε νοιάζει αν σ’ αγαπούν. Εσύ μόνο ξεχείλιζε από αγάπη Χριστού προς όλους. Και τότε μυστικά έρχεται μια μεταβολή, μια αλλαγή σ’ όλο το σύνολο. Αυτό που σου λέω είναι η καλύτερη ιεραποστολή. Εφάρμοσέ το και τηλεφώνησέ μου τα αποτελέσματα». [Α 80-2]

Δεν κερδίζεις με το άγριο

Ένας φίλος δέχθηκε, όπως μου εκμυστηρεύθηκε, τη σκληρή συμπεριφορά εκ μέρους ανθρώπων αυστηρών αρχών, με αποτέλεσμα να εξουθενωθεί και να παρεξηγηθεί τελείως, ως προς τον χαρακτήρα του. Ο Γέροντας τον ανέπαυσε, διότι έβαλε τα πράγματα στη θέση τους, πραγματοποιώντας πετυχημένη ψυχική ακτινογραφία του. Του είπε: «Είσαι καλός, ευαίσθητος, ήσυχος∙ είσαι πρόβατο του θεού. Αλλά, όταν σε πάρουν με το άγριο, μαζεύεσαι, αντιδράς εσωτερικά, και τότε είναι που σε παρεξηγούν πολύ και δεν σε καταλαβαίνουν. Όταν όμως σε πάρουν με το καλό, φανερώνεις από μέσα σου τέτοια καλά πράγματα, που κάνεις τους άλλους να ξαφνιάζονται. Οι άνθρωποι που σε παρεξήγησαν και σε πλήγωσαν δεν γνωρίζουν ούτε εκείνο τον παλιό μύθο, για τον άνεμο και τον ήλιο, που μάλωναν, ποιος είναι ο δυνατότερος κι έβαλαν στοίχημα, ότι όποιος βγάλει την κάπα του βοσκού, που εκείνη την ώρα ανηφόριζε το βουνό, θα είναι ο πιο δυνατός. Φύσηξε, ξαναφύσηξε ο άνεμος, αλλά ο βοσκός κρύωσε και τυλίχθηκε πιο σφιχτά στην κάπα του. Βγήκε τότε ο ήλιος απ’ τα σύννεφα, σκόρπισε γύρω καλοσύνη και θερμότητα, ζεστάθηκε ο βοσκός κι έβγαλε την κάπα του .Τότε ο ήλιος φώναξε στον άνεμο: «Είδες, ποιος απ’ τους δυο μας είναι ο δυνατότερος;» Και συμπέρανε ο π. Πορφύριος: «Δεν κερδίζεις τον άνθρωπο με το άγριο, αλλά μόνο με την καλοσύνη». [ Γ. 257π]

Δεχόταν όλους

Το Γέροντα επισκέπτονταν και άνθρωποι διαφόρων θρησκευτικών και ιδεολογικών τάσεων: Ετερόδοξοι: παπικοί και προτεστάντες. Ετερόθρησκοι: ισλαμιστές, βουδιστές, Ορθολογιστές, σκεπτικιστές, νιτσεϊκοί, μαρξιστές, φροϋδιστές, μηδενιστές, αναρχικοί, μασόνοι, χιλιαστές και πολλοί άλλοι. Όλους τους άγγιζε ψυχικά και σ’ όλους προσέφερε τον αποδεκτό οικοδομητικό του λόγο. Έβρισκε κάποιο δικό του τρόπο, για να προβληματίσει και να αφυπνίσει τον καθένα. Ιδιαίτερα τους ετερόδοξους αιρετικούς και πλανεμένους κι ακόμη πιο πολύ, τους ομόδοξους εκείνους, που ζώντας σ΄ ένα κλίμα ορθοδοξολογίας, παρέκκλιναν από το δρόμο της ορθοπραξίας σε μονοπάτια ακραίων τάσεων. Κοντά στο Γέροντα ο επισκέπτης ένιωθε τη θερμότητα μιας κατανυκτικής αγαλλίασης, που πήγαζε καθαρή από την ισορροπημένη πνευματικότητά του, τη θεμελιωμένη στην εν Χριστώ  ταπεινή αγάπη του και υπεύθυνη ελευθερία του. [ Γ 402π.]

Φιλανθρωπία

Φίλος ασκητικών τάσεων επιθυμούσε να κρατήσει για τις ατομικές του ανάγκες ένα μικρό χρηματικό ποσό και τα υπόλοιπα χρήματα, που έβγαζε από την εργασία του, να τα μοιράζει σε ελεημοσύνες, όμως δίσταζε να μένει με τόσα λίγα χρήματα. Είπε το λογισμό του στο Γέροντα κι εκείνος του απάντησε : «Ευλογημένε, κάθεσαι και ασχολείσαι με τέτοιες λεπτομέρειες! Κράτα για τον εαυτό σου όσα χρήματα θέλεις, και δώσε όλη την προσπάθειά σου στο πώς να αγαπήσεις περισσότερο τον Χριστό κι όλα αυτά τα ζητήματα θα λυθούν μόνα τους». [ Γ 349]

Άδικα τον απέλυσες ∙ δεν ήταν κλέφτης

Ο Γέρων Πορφύριος είπε σε κάποιον επισκέπτη του ότι έβλεπε  πως κάτι κακό είχε κάνει στη ζωή του. Εκείνος του απάντησε ότι δεν ένοιωθε να τον ενοχλεί η συνείδησή του σε οτιδήποτε κι ότι τριάντα τόσα χρόνια που βρισκόταν στην Αθήνα, όπου είχε ένα εμπορικό κατάστημα, υπήρξε ένας τίμιος έμπορος. Δεν θυμόταν ο άνθρωπος να είχε κάνει οποιοδήποτε κακό.

«Στο χωριό σου», τον ρωτά ο Γέρων Πορφύριος, «δεν έκανες κανένα κακό;» «Όχι», απάντησε εκείνος. «Είμαστε πλούσια οικογένεια. Ο πατέρας μου πέθανε και μου άφησε όλη την περιουσία του. Και για να καταλάβετε ότι είμαι καλός άνθρωπος, θα σας πω ένα παράδειγμα. Μια φορά μας έκλεψε ο επιστάτης μας ένα μεγάλο για την εποχή εκείνη ποσό. Κι εγώ δεν τον κατάγγειλα στη αστυνομία. Αλλά, βέβαια, τον απέλυσα, διότι δεν μπορούσα ν’ αφήσω έναν κλέφτη στα κτήματά μας».

Τον ρωτά τότε ο Γέρων Πορφύριος: «Τον είδες εσύ  ο ίδιος να κλέβει το ποσό αυτό;» «Όχι», απάντησε εκείνος, «αλλά ήμουν σίγουρος ότι αυτός το είχε κλέψει, διότι μόνο εκείνος ήξερε που είχαμε τα χρήματα». Του λέει τότε ο Γέρων Πορφύριος: «Όχι, δεν ήταν αυτός που τα έκλεψε. Κι εσύ, απολύοντάς τον, αμαύρωσες το δικό του όνομα και ολόκληρης της οικογενείας του. Κι εκείνη η πράξη σου σ’ εμποδίζει τώρα να δεχθείς το σώμα και το αίμα του Χριστού μας».

Ο πραγματικός ένοχος ήταν άλλος. Τότε, πήγε στο χωριό του και ενώπιον των συγχωριανών του, αποκατέστησε τον επιστάτη τους, τον οποίο είχε τόσο πολύ αδικήσει, εν αγνοία του βέβαια. Κι αμέσως μετά, πήγε και κοινώνησε. [ Ι 180]

Σε οίκο ανοχής

Θα σας αφηγηθώ μια ιστορία, που δείχνει πόσο μεγαλείο είχε η ψυχή του πατρός Πορφυρίου.

Πριν από πάρα πολλά χρόνια, παραμονή των Θεοφανείων, πήγε, κατά το έθιμο, ν’ αγιάσει τα σπίτια. Όπως έμπαινε στα σπίτια ένα ένα, μπήκε και σ’ ένα σπίτι, το οποίο, χωρίς να το γνωρίζει ο ίδιος, ήταν οίκος ανοχής. Την ώρα που άρχισε να ψάλλει «Σώσον, Κύριε, τον λαόν Σου…» και ν’ αγιάζει, του λέει η ιδιοκτήτρια : «Μη, μη, δεν κάνει αυτές να φιλήσουν το σταυρό». Κι ο Γέρων Πορφύριος της αποκρίθηκε: «Δεν ξέρω αν αυτές ή εσύ δεν κάνει να φιλήσουν το Σταυρό». Ασπάσθηκαν το σταυρό οι γυναίκες εκείνες και ο Γέρων Πορφύριος τις είπε μερικά λόγια εκεί. Τους μίλησε για την αγάπη προς το Θεό, που ήταν τα αγαπημένο του θέμα.

Βλέποντας την εξαγιασμένη μορφή του Γέροντος Πορφυρίου, οι γυναίκες εκείνες υπέστησαν μια εσωτερική αλλοίωση ∙ ιδιαίτερα, όταν τις είπε: «Ν’ αγαπήσετε το Χριστό, που σας αγαπά, και θα δείτε τότε πόσο ευτυχισμένες θα είστε. Αν ξέρατε πόσο σας αγαπά ο Χριστός! Προσπαθήστε κι εσείς να τον αγαπήσετε».

Γνώριζε ο Γέρων Πορφύριος ότι, αν εκείνες οι γυναίκες γνώριζαν το Χριστό και τον αγαπούσαν, διότι η γνώση οδηγεί στην αγάπη, θα εγκατέλειπαν εκείνο το άθλιο επάγγελμα που έκαναν. [ Ι 100 ]

----------------------

Σημ. Το παραπάνω κείμενο έχει δημοσιοποιηθεί με την άδεια των αδερφών του Ιερού ησυχαστηρίου Μεταμόρφωσις του Σωτήρος στο Μήλεσι της Αττικής.

Η επιλογή των κειμένων, έγινε σε συνεργασία με τον κύριο Κωνσταντίνο Καρακόλη, ο οποίος και έχει την επιμέλεια του βιβλίου και τον οποίο ευχαριστούμε θερμά για το ενδιαφέρον του.


Αποσπάσματα (2)

 

 

Άλλο το κόμπλεξ, άλλο η ταπείνωση, άλλο η μελαγχολία 

 

Μου έλεγε ο Γέροντας μια μέρα: «Ο χριστιανός πρέπει να αποφεύγει την αρρωστημένη θρησκευτικότητα: τόσο το αίσθημα ανωτερότητος για την αρετή του, όσο και το αίσθημα κατωτερότητος για την αμαρτωλότητά του. Άλλο πράγμα είναι το κόμπλεξ και άλλο η ταπείνωση ∙ άλλο η μελαγχολία και άλλο η μετάνοια. Με επισκέφθηκε κάποτε ένας κοσμικός ψυχίατρος και μου κατηγόρησε τον Χριστιανισμό, διότι, όπως είπε, δημιουργεί ενοχές και μελαγχολία. Του απάντησα: Παραδέχομαι ,ότι μερικοί χριστιανοί ,από σφάλματα δικά τους ή άλλων, παγιδεύονται στην αρρώστια των ενοχών, αλλά κι εσύ πρέπει να παραδεχθείς, ότι οι κοσμικοί παγιδεύονται  σε μια χειρότερη αρρώστια, την υπερηφάνεια. Και οι μεν θρησκευτικές ενοχές ,κοντά στον Χριστό, φεύγουν με την μετάνοια και την εξομολόγηση, η υπερηφάνεια όμως των κοσμικών, που ζουν μακριά από τον Χριστό, δεν φεύγει. 

Με τις τοποθετήσεις αυτές του Γέροντα, ξεκαθάριζαν μέσα μου μερικές απορίες που είχα, αναφορικά με ψυχολογικά προβλήματα της χριστιανικής ζωής. Αντιλαμβανόμουν ,ότι ο Γέροντας ήθελε να αποφεύγουμε την υπερηφάνεια, την μεταμφιεσμένη σε αυτοδικαίωση «χριστιανικού» φαρισαϊσμού ή σε αυτοκαταδίκη «χριστιανικής» περιδεούς συνειδήσεως. Έβλεπα, ότι η θρασύτητα των αισθανομένων ως «καθαρών» και η δειλία των αισθανομένων ως «ενόχων» δε διαφέρουν ουσιαστικά, ότι είναι δύο όψεις του αυτού νομίσματος ,της υπερηφάνειας. Διότι ο αληθινά πιστός χριστιανός  ελευθερώνεται από την ενοχή με την εξομολόγηση και την άφεση και χαίρει στην ελευθερία αυτή που του χάρισε ο Χριστός ∙ γνωρίζοντας δε ότι αυτό είναι δώρο Θεού ευγνωμονεί και δεν περιφρονεί. Είναι καθαρός δια του αίματος  του Χριστού και όχι από δικό του κατόρθωμα. Έτσι, χαίρει και ευχαριστεί και δεν υπερηφανεύεται και επί πλέον βλέπει και όλους τους άλλους δυνάμει καλούς δια του αίματος του Χριστού. 

Ο Γέροντας μας δείχνει το δρόμο, που παράκαμπτε το κακό ( αμαρτία  ) και το χειρότερο ( υπερηφάνεια αρετής ) και οδηγούσε στο καλύτερο, στην ταπείνωση. Γι’ αυτό προσπαθούσε να προστατεύσει τη γνησιότητα της ταπείνωσης από τους κινδύνους νόθευσής της. Μου έλεγε: «Να είμαστε ταπεινοί, αλλά να μην ταπεινολογούμε. Η ταπεινολογία είναι παγίδα του διαβόλου, που φέρνει την απελπισία και την αδράνεια, ενώ η αληθινή ταπείνωση φέρνει την  ελπίδα και την εργασία των εντολών του Χριστού». 

Ο Γέροντας ,με τη διδασκαλία του και περισσότερο με τα βιώματά του, εποίμανε τα πρόβατά του και τα οδηγούσε σε λειμώνες αγάπης και ταπείνωσης. Ζούσε ο ίδιος την ταπείνωση, πιστεύοντας ότι, εκείνος είναι το τίποτε, γιατί ο Θεός είναι , όπως έλεγε, το παν, κι ότι, ό,τι εμείς βλέπαμε πως είχε, δεν ήταν δικό του, αλλά δώρο του Θεού. [ Γ 305-7] 

 

 

Τα φάρμακα , ο Χριστός, οι γιατροί 

 

Τα φάρμακα δεν τα απέρριπτε, αλλά και δεν απέδιδε σ’ αυτά απόλυτη αξία ως προς τον θεραπευτικό τους ρόλο. Με ρώτησε μια μέρα: «Τι είναι φάρμακο;» Του απάντησα: Χημικό παρασκεύασμα ,που το παίρνουμε, για να θεραπευθούμε από τις αρρώστιες. Δεν ικανοποιήθηκε από την απάντησή μου και επανήλθε: «Πες μου τι σημαίνει φάρμακο. Δεν σου λέει τίποτα η ίδια η λέξη;». Βρέθηκα σε αμηχανία και σιωπούσα ,κοιτάζοντάς τον . Και ο Γέροντας συνέχισε: «Φάρμακο ,μωρέ, σημαίνει φαρμάκι. Μη νομίζεις ότι τα φάρμακα κάνουν μόνο καλό στον οργανισμό του ανθρώπου. Κάνουν και κακό. Γιατί παίρνουμε τα φάρμακα; Επειδή αρρωσταίνουμε. Και γιατί αρρωσταίνουμε; Επειδή στενοχωριόμαστε. Και γιατί στενοχωριόμαστε; Επειδή αμαρτάνουμε. Αν όμως αφήσουμε τον Χριστό να κατοικήσει σ’ ολόκληρη την ψυχή μας, τότε φεύγει η αμαρτία ,φεύγει η στενοχώρια, φεύγει η αρρώστια και πετάμε και τα φάρμακα». 

Η ανάλυση αυτή του Γέροντα μου φάνηκε απολαυστική στην απλότητά της. Ο Γέροντας, σαν πνευματικό γεωτρύπανο, προχωρούσε από την επιφάνεια στο έσχατο βάθος, για την διαδοχική αιτιολόγηση σοβαροτάτων γεγονότων: της λήψης φαρμάκων, της αρρώστιας, της στενοχώριας, της αμαρτίας, της απουσίας του Χριστού από την ψυχή μας. Με την ανάλυση αυτή καταλάβαινα καλύτερα και την διαπίστωση του  Αποστόλου Παύλου, για όσους άφησαν τον Χριστό να κατοικήσει σ’ ολόκληρη την ψυχή τους: «Εν παντί θλιβόμενοι, αλλ’ ου στενοχωρούμενοι». 

Σε μια άλλη συνάντησή μας, μου είπε: «Όταν αρρωσταίνουμε , για να μην κάνουμε λάθη, πρέπει  ακολουθούμε και τις οδηγίες της ιατρικής και της λογικής. Πάνω απ’ όλα όμως ν’ ακολουθούμε το θέλημα του Θεού και να έχουμε εμπιστοσύνη στην αγάπη Του». Ο Γέροντας ήξερε πάντα να εναρμονίζει και να εξισορροπεί τον υψηλό πνευματικό προορισμό του ανθρώπου με τις υλικές ανάγκες του. [ Γ 182π.]  

 

 

Η ασθένεια γίνεται πραγματική ευεργεσία 

 

Ο Γέροντας Πορφύριος θεωρούσε τις ασθένειες πολύ μεγάλη ευλογία του Θεού. Όλοι γνωρίζουμε ότι ήταν μία ασθενική φύση. Ο Θεός επέτρεψε, ώστε ο μακαριστός Γέροντας να δοκιμαστεί από πολλές ασθένειες. Υπεράνω όλων υπέφερε από φοβερούς πονοκεφάλους, που δημιουργούσαν αφόρητη κατάσταση με λιποθυμικά συμπτώματα, ώστε να μην μπορεί να συνεχίσει την επικοινωνία του με τους ανθρώπους. Πολλές φορές όμως εξακολουθούσε με τη Χάρη του Θεού να καθοδηγεί σε επείγουσες περιπτώσεις, παραμερίζοντας  με αυτό τον τρόπο τον εαυτό του και ενδιαφερόμενος για την προκοπή και τη σωτηρία των άλλων. Ο Γέροντας Πορφύριος έβλεπε μέσα από τον πόνο και τις ασθένειες την παρουσία  του Θεού στον άνθρωπο. Όταν οι άνθρωπος υποφέρει ,αισθάνεται έντονα την αδυναμία του. Δεν μπορεί να στηριχθεί στον εαυτό του, γιατί βλέπει πως οι δυνάμεις του καταρρέουν. Θέλει όμως και να ξεπεράσει αυτές τις δυσκολίες. Γι’ αυτό και εμπιστεύεται στην αγάπη και τη φιλανθρωπία του Θεού. Η δια της αδιαλείπτου προσευχής επικοινωνία με το Θεό και η ανάθεση της ζωής του ανθρώπου στην πρόνοια του Θεού διοχετεύουν στην ύπαρξή του την πραγματική δύναμη, που εκπηγάζει από το Θεό και οδηγεί στη σωτηρία. Δηλ. στην μετά του Θεού ένωση και στη μετοχή στη ζωή της Τριαδικής Αγίας Θεότητος. 

Όταν ρωτούσαμε το Γέροντα για την υγεία του, μας έλεγε μερικά πράγματα. Έβρισκε την ευκαιρία μέσα από την προσωπική δοκιμασία του να μας προσφέρει τη μεγάλη αλήθεια: «Ο θεός μας υπεραγαπά και θέλει να γίνουμε δικοί Του μέχρι πλήρους παραδόσεώς σ’ Αυτόν του εαυτού μας». «Πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα». Αυτό γίνεται πιο εύκολα ,όταν η αρρώστια δε μας αφήνει να εμπιστευόμαστε  στις δικές μας δυνάμεις. Και τότε η ασθένεια γίνεται πραγματική ευεργεσία. Γι’ αυτό και έλεγε ο Γέροντας: «Να μην παρακαλάτε το Θεό να σας κάνει καλά. Εκείνος ξέρει τι είναι το καλό σας. Και θα ενεργήσει με την άπειρη αγάπη Του, που έχει για τον άνθρωπο». [ Ι 244] 

 

 

Χρειάζονται «λίγα» λόγια και πολλή προσευχή 

 

Στους γονείς ενός νέου, που έκανε απόπειρα αυτοκτονίας, για αγνώστους σ’ αυτούς λόγους, ο Γέροντας είπε, όταν τον επισκέφθηκαν αναστατωμένοι: «Το παιδί σας είναι ευαίσθητο ∙ από μικρό έλιωνε από τη ζήλια κι άρχισε σιγά σιγά να αποξενώνεται από σας. Έφθασε μέχρι την απόπειρα αυτοκτονίας μετά από ερωτική απογοήτευση. Θέλει προσοχή ∙ ίσως του ξαναέρθει η στενοχώρια. Για να θεραπευθεί το παιδί από το τραύμα του, χρειάζονται λίγα λόγια και πολλή προσευχή. Όχι συμβουλές, κατακρίσεις και τέτοια. Λίγα προσεγμένα λόγια, που να του τονώσουν την ελπίδα κι αμέσως μετά προσευχή. Πολιορκήστε τον με τις προσευχές σας». Τα γεγονότα δικαίωσαν τα λόγια του Γέροντα.  

[ Γ 299-300] 

 

Να διαβάζεις Καινή Διαθήκη και βίους Αγίων

- Αλήθεια, τι βιβλία διαβάζεις;

- Δεν έχω καμία ιδιαίτερη προτίμηση. Τα διαβάζω όλα.

- Βίους Αγίων διαβάζεις;

- Έχω διαβάσει πάρα πολλούς. Και μου αρέσουν πολύ!

- Να διαβάζεις όλους τους βίους των Αγίων. Εγώ τους έχω διαβάσει όλους και πολλούς τους έχω διαβάσει δύο και τρεις φορές. Και σαν μου τύχει κανείς, ευχαρίστως τους ξαναδιαβάζω. Από μικρό παιδί διάβαζα τους βίους των Αγίων και με βοήθησαν πάρα πολύ να γνωρίσω το Θεό και να έλθω πιο κοντά Του. Το ίδιο να κάνεις κι εσύ. Θα έχεις μεγάλο ψυχικό όφελος, γιατί σιγά- σιγά θα αρχίσεις να τους μιμείσαι. Το ίδιο να λες να κάνουν και οι άλλοι.

- Την Καινή Διαθήκη τη διαβάζεις;

- Την Καινή Διαθήκη δεν την έχω απλώς διαβάσει , αλλά την έχω μελετήσει και μάλιστα με πολλή προσοχή! Και συνεχώς κάνω επανάληψη.

- Σωστά πράττεις! Να τη  διαβάζεις πολύ. Είναι πηγή ανεξάντλητη! Και όσο τη διαβάζεις ,τόσο περισσότερο υπεισέρχεσαι στη σοφία του Θεού! Να προσπαθείς κάθε βράδυ να διαβάζεις έστω μία σελίδα.

- Το ίδιο μου έχει υποδείξει να κάνω και ο πατήρ τάδε.

- Σε καθοδήγησε ορθά. Τις πράξεις των Αποστόλων τις διαβάζεις;

- Τις διαβάζω και μου αρέσουν πολύ. Εκεί που δεν τα πάω καθόλου καλά, είναι η Αποκάλυψη του Ιωάννου.

- Γιατί; Η Αποκάλυψις είναι όλο σοφία! Είναι το παν.

- Γιατί, όλο για «σφραγίδες» και «σαλπίσματα» ομιλεί και εγώ δεν τα πολυκαταλαβαίνω! Είναι πολύ δυσνόητα!

- Άμα τη διαβάσεις πολλές φορές και με πίστη στο Θεό, θα δεις πως η Θεία Χάρη θα σου τα φανερώνει όλα και θα σου φανούν, μετά, όλα πολύ εύκολα! Θα το διαπιστώσεις και μόνος σου πολύ γρήγορα. Η σοφία του Θεού δεν έρχεται μόνη της. Πρέπει εμείς να τη ζητήσουμε.

Διάβαζε λοιπόν. Διάβαζε όσο μπορείς την Αγία Γραφή και τους βίους των Αγίων. Αυτό σου συνιστώ. [Κ 180π.]

Ο σατανάς θέλει φασαρία μέσα στο σπίτι

- Για τις σχέσεις του ανδρογύνου ;Πώς να συμπεριφέρεσαι; Τι σου έλεγε;

- Μου έλεγε πολλά . Έλεγε, δηλαδή, ότι πρέπει να συνεννοούμαστε ,να προσευχόμαστε μαζί. Αυτό μου τόνισε πολλές φορές. Η προσευχή πρέπει να είναι κοινή. Όταν τα παιδιά μου ήταν φοιτητές, του έλεγα ότι προσεύχομαι για να περάσουν τις εξετάσεις. Μάλιστα, μια φορά, ο γιός μου, αν και ήταν καλός φοιτητής, σε κάποιες εξετάσεις δυσκολευόταν ∙ τότε μου είπε ο Γέροντας: «δε θα περάσει τις εξετάσεις». Πράγματι δεν τις πέρασε.

Και όταν ξαναπήγα, μου είπε: «Δε θα περάσει γιατί του φωνάζεις και να, ο σατανάς θέλει να κάνει φασαρία μέσα στο σπίτι και είσαι συ το όργανό του. Να μη  μιλάς».

«Να σου πω και κάτι άλλο» μου ‘λεγε. «Όταν γίνεται η προσευχή από κοινού, τότε να δεις πως γίνεται το θαύμα». Και του λέω: «Μα να πω στον άντρα μου, έλα να γονατίσουμε να κάνουμε προσευχή να περάσουν τα προβλήματα;». – «Σου είπα εγώ έτσι; Εγώ σου είπα να κάνετε προσευχή. Απ’ εκεί και πέρα βρέστε τα μόνοι σας».

- Το να μη φωνάζετε στα παιδιά σας το τοποθετούσε ειδικά στην περίοδο των εξετάσεων;

- Πάντα. Και για τη νηστεία και για την προσευχή και για έξω που βγαίνανε.

- Καμιά παρατήρηση.

- Όχι, όχι.

- Πες μου, κυρία Ξένια, για το θέμα του σατανά, που σας είπε ότι γίνεστε όργανό του κάποτε. Τον ερώτησες τίποτε;

- Έλεγε ότι ο σατανάς δεν μπορεί να βλέπει τις οικογένειες να ‘ναι γαλήνιες και να περνούν καλά και σε συνεννόηση μεταξύ τους. Βρίσκει έναν απ’ όλους, έναν που να μπορεί να τον παρασύρει.

- Έναν ευάλωτο, ας πούμε.

- Ναι. Και σ’ αυτή την περίπτωση «εσύ είσαι», μου είπε. Και για το παιδί του έλεγα: «Αφού τον βλέπω ότι τα παρατάει και φεύγει». Μου απάντησε: «Είδες τι κάνει ο σατανάς; βάζει εσένα να κάνεις καβγά και να ευχαριστηθεί αυτός».

Ύστερα, όταν επρόκειτο να τελειώσει ο γιός μου τις σπουδές του και να πάρει το πτυχίο του, μου είπε: «Τώρα θα περάσει, τώρα θα περάσει ∙ είδες τώρα που δεν μιλάς; Τώρα θα περάσει». [Γερ. 99π]

Πρώτη φορά είδαμε παπά και να μη  μας μιλήσει για το Θεό!

Κι έλεγαν οι άνθρωποι, ειδικά οι νέοι: «Πρώτη φορά είδαμε παπά και να μη μας μιλήσει καθόλου για το Θεό». Όταν κάποια νέα του το είπε με αφέλεια, εκείνος της απάντησε ως εξής: «Σε παρακαλώ, Γεωργία παιδί μου, μη με παρεξηγείς, που δεν σου μίλησα για τον Χριστό. Εγώ δεν το έκανα αυτό από ασέβεια αλλά από ευσέβεια∙ γιατί εγώ δεν μιλώ σε κανένα θρησκευτικά, αν δεν μου το ζητήσει». Κατά συνέπεια η νέα ζητεί να ακούσει, κι αφού το ήθελε μόνη της, δείχνει κι όλο το ενδιαφέρον. Κι ο Γέροντας έβαζε στους αρχάριους αυτούς ένα πολύ ελαφρό πνευματικό πρόγραμμα, που σίγουρα θα το εκτελούσαν μετά χαράς. [ Πορ. 41]

Αυτή η κοπέλα με το «σούπερ μίνι» έχει υπέροχη ψυχή

Προ ετών, όταν ο Γέροντας υπηρετούσε ακόμη στην Πολυκλινική Αθηνών, μια μέρα, καθώς περπατούσε στην περιοχή της Ομόνοιας μαζί με δύο δικές του κοπέλες, πνευματικά του παιδιά, είδε από απέναντι να έρχεται μια νεαρή με προκλητική εμφάνιση. Φορούσε το γνωστό «σούπερ μίνι», που ήταν η μόδα της εποχής εκείνης. Μόλις την αντίκρισαν , λέει ο Γέροντας:

- «Τι λέτε; Τι σκέπτεσθε; Την κατακρίνετε αυτή την κοπέλα;»

- «Όχι, Γέροντα», απάντησαν αυτές, γνωρίζοντας τις θέσεις του.

- «Καλά κάνετε και δεν την κατακρίνετε», είπε ο Γέροντας. «Να μην κρίνετε τους ανθρώπους από την εξωτερική εμφάνιση. Αυτή η κοπέλα που βλέπετε έχει θαυμάσια ψυχή! Έχει δυναμισμό ψυχής. Αυτό που κάνει τώρα, δηλαδή που προκαλεί, οφείλεται στη δύναμη της ψυχής της. Φαντασθείτε τι θα γίνει αν αυτή η κοπέλα γνωρίσει το Χριστό, εάν μάθει όσα  εσείς ξέρετε. Τότε ασφαλώς θα φθάσει πολύ ψηλά!»

Αυτός ήταν ο τρόπος της συμβουλευτικής και της παιδαγωγικής του πατρός Πορφυρίου. Καθοδηγούσε τους αδελφούς βιωματικά και εποπτικά. [ Κρ 133]

Όχι ράθυμοι και ερασιτέχνες χριστιανοί

Ο Γέροντας μου μιλούσε, όχι για κάποια αποσπασματική καλή μας προσπάθεια, αλλά για ένα αποφασιστικό, οριστικό πέρασμα από την παλιά ζωή της αμαρτίας στην καινούρια ζωή της αγιότητας, κατά την οποία εμείς ζούμε εν Χριστώ και ο Χριστός εν ημίν και γι’ αυτό το πέρασμα χρειαζόταν να δώσουμε όλες μας τις δυνάμεις. Μια φορά, με ρώτησε: «Δε μου λες, για να σπουδάσει κανείς δικηγόρος ,πόσα χρόνια χρειάζονται;» Του απάντησα. Με ξαναρώτησε: «Για να γίνει κανείς μηχανικός, χημικός, γιατρός, πόσα χρόνια χρειάζονται;» Του απάντησα αναλόγως, απορώντας για τη φύση των ερωτήσεών του. Κι ο Γέροντας κατέληξε: «Εμείς, για να σπουδάσουμε, για να μάθουμε το θέλημα του Θεού και να το εφαρμόσουμε;» Κατάλαβα τι εννοούσε και ντράπηκα να του απαντήσω. Τι να του πω; Ότι οι πιο πολλοί από μας τους πιστούς είμαστε ράθυμοι, χλιαροί, «ερασιτέχνες χριστιανοί»; Το ήξερε. Και μου το είπε: «Δε γίνεται κανείς χριστιανός με την τεμπελιά∙ χρειάζεται δουλειά, πολλή δουλειά». Ο ίδιος ήταν υπόδειγμα, χωρίς να αυτοπροβάλλεται. Είχε αφιερώσει με ζήλο, όλα τα χρόνια της μακράς ζωής του, στο να σπουδάζει και να ζει το Χριστό. Ήταν εργατικός, σωματικά και πνευματικά, και ήθελε να μεταδώσει την φιλεργία και στους άλλους. Πίστευε ότι η αργία οδηγεί στην ακηδία κι αυτή σε πολλές αρρώστιες, ψυχικές και σωματικές. Συνιστούσε την εργασιοθεραπεία. Ιδιαίτερα σ’ όσους είχαν αποδιοργανωθεί και απελπισθεί. Για το Γέροντα, ποτέ δεν ήταν αργά για ένα νέο ξεκίνημα. Θεωρούσε μάλιστα τη διάψευση των κοσμικών ελπίδων και τη συντριβή του εγωισμού σαν την καλύτερη προϋπόθεση γι’ αυτό το ξεκίνημα. [ Γ 399π.]

------------------
Σημ. Το παραπάνω κείμενο έχει δημοσιοποιηθεί με την άδεια των αδερφών του Ιερού ησυχαστηρίου Μεταμόρφωσις του Σωτήρος στο Μήλεσι της Αττικής.

Η επιλογή των κειμένων, έγινε σε συνεργασία με τον κύριο Κωνσταντίνο Καρακόλη, ο οποίος και έχει την επιμέλεια του βιβλίου και τον οποίο ευχαριστούμε θερμά για το ενδιαφέρον του. 


Αποσπάσματα (3)

 

Με το νέο ή με το παλαιό ημερολόγιο, Γέροντα;

Όταν τον ρωτούσε κανείς ποιο είναι το σωστό ημερολόγιο, το παλαιό ή το νέο ,συνήθιζε να απαντάει ότι αυτό είναι επιστημονικό θέμα, να πάτε στους επιστήμονες να σας πουν. Κι έλεγε ότι ο ίδιος ποτέ δεν θα έφευγε από την Εκκλησία, οτιδήποτε κι αν συνέβαινε, και συμβούλευε μερικούς κληρικούς, που είχανε διαφορές με την επίσημη Εκκλησία, να κάνουν το παν να γεφυρώσουν την διαφορά και να επιστρέψουν στην Εκκλησία. Έλεγε μάλιστα: προτιμώ να πλανώμαι μέσα στην Εκκλησία, παρά να φύγω από την Εκκλησία. Κι έλεγε ότι δεν θα ήθελε να σωθεί μόνος του, δίχως την Εκκλησία κι ότι δεν θα εγκατέλειπε το πλοίο της Εκκλησίας, γιατί έπαθε ρωγμή ή γιατί κινδύνευε. [Πορ.44]

…διότι έχω αποθάνει!

Ένας  πολύ μορφωμένος άνθρωπος εδώ στην Αθήνα, πνευματικό τέκνο του Γέροντος Πορφυρίου, που για χρόνια, όποιο πρόβλημα κι αν είχε, πήγαινε στο Γέροντα ή του τηλεφωνούσε για να τον συμβουλευτεί, τις ημέρες που εκοιμήθη ο Γέρων Πορφύριος, έλειπε στο εξωτερικό κι έτσι δεν πληροφορήθηκε την κοίμησή του.

Όταν λοιπόν επέστρεψε στην Αθήνα, αντιμετώπισε ένα οικογενειακό πρόβλημα και θέλησε να συμβουλευτεί, όπως πάντα, το  Γέροντα. Σήκωσε το τηλέφωνο, σχημάτισε τον αριθμό του τηλεφώνου, που ήταν στο δωμάτιο του Γέροντος, και ακούει να του απαντά ο ίδιος ο Γέρων Πορφύριος.

Αφού τον χαιρέτησε και ζήτησε την ευχή του, του μίλησε για το πρόβλημά του και του ζήτησε τη συμβουλή του. Ο Γέρων Πορφύριος του είπε τι έπρεπε να κάνει και τι ν’ αποφύγει. Το πνευματικό αυτό τέκνο του τον ευχαρίστησε και του είπε: «Θα έρθω, Γέροντα, να σας δω μόλις μπορέσω». Του λέει τότε ο Γέρων Πορφύριος:

«Να μη  ξαναπάρεις στο τηλέφωνο, διότι έχω αποθάνει». [ Ι 137π.]

Όταν βλέπεις κάτι και αντιδράς μέσα σου, και σφίγγεσαι να μη μιλήσεις, ήδη δεν είσαι εντάξει με αυτό το σφίξιμο

Ήμουν στενοχωρημένος και με συμβούλευσε:

«Δε σου είπα και άλλη φορά, όταν ανοίξεις τελείως την καρδιά σου στον Κύριο, χωρίς σφίξιμο, μπαίνει ο Κύριος μέσα , και την καθιστά ανίκανη να αμαρτήσει; Κατάλαβες; Ανίκανους στο κακό.

Ο Κύριος μέσα στην καρδιά μας αγαπάει, φέρνει πραότητα, καλοσύνη.

Και να θέλουμε να θυμώσουμε, να κάνουμε στον άλλο κακό, δεν μπορούμε.

Τότε ισχύει «Ζω δε ουκέτι εγώ».

Το ζεις και το φωνάζεις μέσα σου.

Ο Παύλος πια τρελάθηκε από τη χαρά του και το διαλαλούσε.

Μα αλλάζει ο Χριστός; Όπως ήταν τότε, είναι και τώρα…

Γιατί μωρέ, αφού τα λέμε και τα αποφασίζουμε, ύστερα τι παθαίνουμε και γυρίζουμε στα ίδια και πρέπει να ξαναλέμε τα ίδια;

Παρ’ το εγωιστικά και μην αφήνεις τον εαυτό σου να δίνει ικανοποίηση στο διάβολο.

Δώσου εξ ολοκλήρου στον Χριστό, με ένθερμο έρωτα, με λαχτάρα.

Όταν βλέπεις κάτι  και αντιδράς μέσα σου, και σφίγγεσαι να μη μιλήσεις, ήδη δεν είσαι εν τάξει με αυτό το σφίξιμο». [ Α 51π.]

Όταν σε πιάνει κατάθλιψη

- Σ’ εσάς την ίδια, κυρία Χ., τι έλεγε ο Γέροντας τις ώρες της μοναξιάς και του πόνου σας, που ο άνδρας σας πέθανε τόσο πρόωρα και τόσο νέος;

- Με βοήθησε πάρα πολύ ο Γέροντας τις στιγμές εκείνες, που είναι φυσικό να σε πιάνει η κατάθλιψη κι αρχίζουν να σε βασανίζουν τα ερωτηματικά: «Γιατί, Θεέ μου, γιατί τόσο νωρίς;» Ένιωθα τότε μια ακηδία κι ένα βούλιαγμα στο κάθισμα και δεν μπορούσα να σηκωθώ.

Με συμβούλευσε τότε: «Μόλις αισθάνεσαι αυτό το πράγμα, να πετάγεσαι όρθια, και να πηγαίνεις μια βόλτα στο βουνό». Κι όταν τον ρώτησα πώς να έβγαινα έξω άμα ήταν βράδυ, μου απάντησε: «Άμα δεν μπορείς να βγεις, να φέρνεις στο νου σου όλο ωραίες εικόνες, όπως, ας πούμε, εκείνο το πάρκο, που είχατε επισκεφθεί με τον άνδρα σου και τα παιδιά σου, ή εκείνο το ωραίο ηλιοβασίλεμα, που απολαύσατε στη θάλασσα. Θα διώχνεις τους άσχημους λογισμούς και θα λες: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησε τον άνδρα μου, ελέησε κι εμάς».

Μου εμφύσησε ,ακριβώς, αυτή την πεποίθηση ότι υπάρχει επικοινωνία μεταξύ της ζώσας και της θριαμβεύουσας Εκκλησίας.

[ Ι 171π.]

Να μην καταδικάζουμε το κακό ,αλλά να το διορθώνουμε

Ο Γέροντας αποδεικνυόταν ανατόμος και θεραπευτής τόσο της ανθρώπινης ψυχής, όσο και των ανθρώπινων ψυχικών σχέσεων. Μου έλεγε σχετικά: «Ο σκοπός μας δεν είναι να καταδικάζουμε  το κακό ,αλλά να το διορθώνουμε. Με την καταδίκη ο άνθρωπος μπορεί να χαθεί∙ με την κατανόηση και τη βοήθεια θα σωθεί. Τον αμαρτωλό πρέπει να τον αντικρίζουμε με αγάπη και σεβασμό στην ελευθερία του. Όταν ένα οικογενειακό μας πρόσωπο ρίχνει ένα βάζο από το τραπέζι, και το σπάει, συνήθως οργιζόμαστε. Αν εκείνη τη στιγμή, την κρίσιμη, με μια κίνηση ψυχικής ανύψωσής μας, δείξουμε κατανόηση και δικαιολογήσουμε τη ζημία, κερδίσαμε και την ψυχή μας και την ψυχή του αδελφού μας. Κι αυτή είναι όλη η πνευματική ζωή μας: μια κίνηση ανύψωσής μας, μέσα στις δοκιμασίες των θλίψεων, από την αγανάκτηση του εγωισμού στην κατανόηση της αγάπης». [ Γ 37π.]

Προετοιμασία

«Όταν πηγαίνεις να κοινωνήσεις τα άχραντα μυστήρια, πρόσεχε πολύ, έλεγε σε έναν αδελφό. Πρέπει να πηγαίνεις με πολλή προετοιμασία. Να έχεις σύνεση, εγκράτεια, νηστεία και πολλή αγάπη Χριστού. Να μην καθυστερείς περισσότερο από 15 μέρες».

Αυτό το τελευταίο αφορούσε τη δική του περίπτωση, και φυσικά στον καθένα έλεγε αυτό που του ταίριαζε.

[ Τζ 146]

Να μη γίνεις μοναχός από ανάγκη

Επισκέφθηκε το Γέροντα ένας νέος, που ήταν φορέας έιτζ. Ήταν απελπισμένος και ρώτησε το Γέροντα, αν μπορεί να καταφύγει σε Μοναστήρι, για να γίνει μοναχός. Εκείνος τον παρηγόρησε και του συνέστησε να καλλιεργήσει την πίστη του στο Χριστό ως τη μόνη ελπίδα και καταφυγή για κάθε περίπτωση. Για το Μοναστήρι του είπε, ότι η προσέλευση σ’ αυτό δεν πρέπει να γίνεται από ανάγκη και απελπισία, αλλά από ελπίδα και αγάπη στο Χριστό. [ Γ 197]

Όταν ξημερώσει ,το σκοτάδι φεύγει

Ο Γέροντας εξαγιαζόταν αγαπώντας. Μια μέρα μου είπε: «Όταν αγαπούμε το Χριστό, τα αμαρτωλά μας πάθη υποχωρούν μόνα τους, χάνουν τη δύναμή τους, μπροστά στη δύναμη της αγάπης. Όταν ξημερώσει και φωτίσει το δωμάτιό μας ο ήλιος, το σκοτάδι φεύγει, δεν μπορεί να μείνει». [ Γ 427]

Δείχνεις ιδιαίτερη αδυναμία στο ένα από τα δύο σου παιδιά

Ο Γέροντας μεταξύ άλλων είχε πει:

- Ο σκοπός των χαρισμάτων του Θεού είναι, για να βοηθεί ο Θεός τον άνθρωπο μ’ αυτά.

Κι εξηγούσε:

- Και σ’ εμένα καμιά φορά εκδηλώνεται η Χάρη Του. Όμως μόνο τότε, όταν πρόκειται να βοηθήσει κάποια ψυχή. Να, πριν λίγο καιρό με πήρε ένας από την Αμερική ,για να με ρωτήσει για κάποιο σοβαρό θέμα, που τον απασχολούσε.

Εμένα όμως με πληροφόρησε η Χάρη για ένα άλλο σοβαρό θέμα, που του συνέβαινε, αλλά που αυτός δεν το είχε επισημάνει. Του είπα, λοιπόν:

«Πρόσεξε, γιατί  δείχνεις πολύ μεγάλη και ιδιαίτερη αδυναμία στο ένα από τα δύο παιδιά σου και ασχολείσαι συνέχεια μ’ αυτό λόγω αδυναμίας. Όμως με την στάση αυτή έχεις προκαλέσει σοβαρά τραύματα στην ψυχή του άλλου μικρού παιδιού σου, του κοριτσιού∙ και ζηλεύει. Του έχουν δημιουργηθεί μεγάλα ψυχολογικά προβλήματα κι αν δεν το προσέξεις τώρα αυτό που σου λέω, θα του κάνεις μεγάλη ζημιά και υπεύθυνος θα είσαι εσύ. Πρόσεξε, λοιπόν, τι κάνεις!» [ Χρ 356.358]

Έχουν κάνει όλες τις αμαρτίες κι εγώ  τ’ αγαπώ!

Μου έλεγε κάποια μέρα: «Έρχονται σε μένα καμιά φορά και αγόρια και κορίτσια. Τα καημένα τα παιδιά και τι δεν έχουν κάνει, όλες τις αμαρτίες τις σαρκικές τις έχουν κάνει, μα εγώ τ’ αγαπώ».

Ο Γέροντας δε δικαιολογούσε τις πράξεις των παιδιών∙ τις χαρακτήριζε ως σαρκικές αμαρτίες ,αλλά συγχρόνως τα αγαπούσε σαν πολύτιμες ψυχές «υπέρ ων Χριστός απέθανε». Με την αγάπη του, τους προσείλκυε σαν μαγνήτης και τους θεράπευε σταδιακά από τη σαρκολατρεία τους. Η πατερική αυτή στάση του Γέροντα, παρεξηγήθηκε από μερικούς πουριτανούς συντηρητικούς, που επένθησαν, και μερικούς ανεύθυνους προοδευτικούς, που πανηγύρισαν, για την ίδια αιτία: για το ότι τάχα ο Γέροντας «ανέχεται» τις σαρκικές αμαρτίες. Δεν καταλάβαιναν, ότι η αμαρτία δεν καταπολεμείται, ούτε με τη μισαλλόδοξη καταδίκη του αμαρτωλού , ούτε με την ένοχη νομιμοποίηση της πτώσης. Ο Γέροντας πολεμούσε αποτελεσματικά την αμαρτία, αγαπώντας τον αμαρτωλό και βοηθώντας τον στην συνειδητοποίηση της ευθύνης για τις πτώσεις του, και της δυνατότητας εν Χριστώ της απαλλαγής του και απ’ αυτές και από την ενοχή, δια της μετανοίας και της συγχωρήσεως και της εν Χριστώ ζωής. Ήθελε να οδηγεί στην καινούργια ζωή, και όχι να ταλαιπωρεί τις ψυχές με την παλιά. [ Γ 354π.]

Η μελαγχολία, η ταπείνωση και ο εξομολόγος

Κάποια βραδιά  είχαμε συγκεντρωθεί μια ομάδα μαζί με έναν Αγιορείτη. Νύχτωσε. Ο καιρός ήταν ανταριασμένος και απειλητικός. Όμως, κοντά στο Γέροντα   και για όσους ακόμη δεν ήταν μαθημένοι στη σκοτεινή νύχτα της φύσης, δεν ταραζότανε η γαλήνη. Ο Γέροντας μιλούσε για τη διαφορά της ταπεινοφροσύνης από το πλέγμα της κατωτερότητας. Ο ταπεινός, έλεγε, δεν είναι μια προσωπικότητα διαλυμένη. Έχει συνείδηση της κατάστασής του, αλλά δεν έχει χάσει το κέντρο της προσωπικότητάς του. Ξέρει την αμαρτωλότητά του, την μικρότητά του και δέχεται τις παρατηρήσεις του πνευματικού του ,των αδελφών του. Λυπάται, αλλά δεν απελπίζεται. Θλίβεται, αλλά δεν εξουθενώνεται και δεν οργίζεται. Ο  κυριευμένος από το πλέγμα της κατωτερότητας, εξωτερικά και στην αρχή, μοιάζει με τον ταπεινό. Αν όμως, λίγο τον θίξεις ή και τον συμβουλεύσεις, τότε το αρρωστημένο εγώ εξανίσταται, ταράζεται, χάνει κι αυτή τη λίγη ειρήνη που έχει. Το ίδιο, έλεγε, συμβαίνει και με τον παθολογικά μελαγχολικό σε σχέση με το μετανοούντα αμαρτωλό. «Ο μελαγχολικός περιστρέφεται κι ασχολείται με τον εαυτό του και μόνο. Ο αμαρτωλός ,που μετανοεί κι εξομολογείται, βγαίνει από τον εαυτό του. Αυτό το μεγάλο έχει η πίστη μας: τον εξομολόγο, τον πνευματικό. Έτσι  και το πεις στο Γέροντα, κι έλαβες τη συγχώρηση, μη γυρνάς πίσω». Αυτό το τόνιζε πολύ . Να μην ξαναγυρνά κανείς στα προηγούμενα, αλλά να προχωρά. Πόσους αιχμαλωτισμένους στη μαύρη χώρα της απελπισίας δεν είχε σώσει την έσχατη ώρα τραβώντας τους με τη δύναμη της παρρησίας του στο Θεό! [ Ι 237] 

Μη λες όλη την ώρα : «Θεέ μου είμαι αμαρτωλός»!

Τον Οκτώβριο του 1990 βρέθηκα, λόγω διαφόρων προβλημάτων, σε μια όχι καλή πνευματική κατάσταση και δοκίμασα αφόρητους πειρασμούς.

Μη έχοντας ούτε τη δύναμη να προσευχηθώ- ήταν ένα πολύ  παράδοξο πράγμα- περιορίστηκα για κάμποσες ημέρες, αντί άλλης προσευχής, να λέω: «Θεέ μου, είμαι αμαρτωλός, δεν έχω τρόπο να μιλήσω μαζί σου». Και θυμόμουν το Γέροντα, ο οποίος πολλές φορές μου είχε πει: «Ξέρεις, Νίκο, πόσο μεγάλη δωρεά είναι το ότι μας έδωσε ο Θεός το δικαίωμα να του μιλούμε κάθε ώρα και κάθε στιγμή και σε οποιαδήποτε θέση και αν βρισκόμαστε, κι εκείνος να μας ακούει; Αυτή είναι η μεγαλύτερη τιμή που έχουμε. Γι’ αυτό πρέπει να αγαπήσουμε το Θεό».

Ευρισκόμενος ,λοιπόν, σ’ εκείνη την πνευματική κατάπτωση που σας είπα, πήγα με τρεις φίλους μου να συναντήσω το Γέροντα Πορφύριο. Μπήκαν πρώτα οι άλλοι και τελευταίος μπήκα εγώ.

Μόλις μπήκα μέσα, μου λέει: «Κάθισε , αμαρτωλέ». Μόλις μου το είπε αυτό, κατάλαβα ότι όλο αυτό τον καιρό παρακολουθούσε την κατάσταση στην οποία είχα περιέλθει .

Κι όπως ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του ασθενής, με τις πολυπληθείς ασθένειες που είχε, βρήκε τη δύναμη, σηκώθηκε και σαν θυμωμένος μου είπε: «Πες, Νίκο, τίποτε άλλο, παρά όλη την ώρα λες: είμαι αμαρτωλός, είμαι αμαρτωλός». Και συνέχισε το ίδιο σαν θυμωμένος: «Πες τίποτε άλλο στο θεό. Κάνε προσευχή. Δεν κατάλαβες ότι αυτό ήταν πειρασμός και δεν μπόρεσες ν’ αντισταθείς;»

Βγάνοντας έξω, ο ένας από τους τρεις φίλους , μαζί με τους οποίους είχα πάει εκείνη την ημέρα στο Γέροντα και στον οποίο αφηγήθηκα τι μου είχε πει ο Γέροντας Πορφύριος, μου είπε ότι εκείνου του είχε διορθώσει και μια λέξη στην προσευχή που έκαμνε. Του είπε: «Γιάννη, αυτή τη λέξη να μη τη λες έτσι, αλλά να τη λες έτσι». [ Ι 160]

Δώσ’ της και κανένα φιλί

Σε έναν αδελφό είπε τα εξής:

« Όταν σε μαλώνει η γυναίκα σου καμιά φορά που ασχολείσαι πολύ με τα εκκλησιαστικά, μην της μιλάς. Πήγαινε μια βόλτα και, όταν της περάσει και είναι εκεί στην κουζίνα να μαγειρεύει, χάιδεψέ της λίγο το κεφάλι της ή δώσ’ της και κανένα φιλί στο μάγουλό της. Της αρέσει και θα τα ξεχάσει όλα, ό,τι προηγουμένως της έκανες». [ Τζ 163]

Συζυγική εγκράτεια που θα πλήγωνε την αγάπη!

Ένα ζεύγος ευσεβές και πολύ αγαπημένο και μονοιασμένο, που ήδη είχε έξι  παιδιά, μάλιστα σε μικρή χρονική απόσταση μεταξύ τους, η σύζυγος- μητέρα πρότεινε στο σύζυγο να μείνουν στα έξι παιδιά ασκώντας εγκράτεια. «Μας φθάνουν», είπε, «έξι παιδιά και στο εξής να ζούμε εγκρατευόμενοι». Ο σύζυγος με ηρεμία και ψυχραιμία άκουσε τη σεμνή σύζυγό του, αλλ’ επιφυλάχθηκε να μη συμφωνήσει αμέσως. Πίστευε πως, για ένα τέτοιο θέμα, σοβαρό και λεπτό, τον πρώτο λόγο είχε ο Πνευματικός τους, που ευτυχώς ήταν ο Γέρων Πορφύριος. «Πριν από κάθε απόφαση για το θέμα αυτό», είπε ο σύζυγος στη σύντροφό του, «θα πρέπει να συμβουλευθούμε το Γέροντα».

Επισκέφθηκαν λοιπόν το Γέροντα και το θέμα έθεσε πρώτη η σύζυγος λέγοντας επί λέξει:

- Όπως ξέρετε, Γέροντα, έχουμε έξι παιδιά και είπαμε να μείνουμε σ’ αυτά ασκώντας από εδώ και πέρα εγκράτεια.

Τότε ζήτησε το λόγο ο σύζυγος , που είναι και ευγενής και διακριτικός, για να εξηγήσει αρχικά μόνο τη λέξη «είπαμε».

- Με την ευλογία σας, Γέροντα, να κάμω μιαν εξήγηση.

Και στρεφόμενος στη σύζυγό του είπε:

- Με συγχωρείς ,αλλά είπες «είπαμε», ενώ έπρεπε να ειπείς «είπα». Δική σου γνώμη είναι, αφού εγώ δεν είπα ακόμη τη γνώμη μου και πρότεινα αυτή τη συνάντηση και συζήτηση με το Γέροντα.

Ο Γέροντας μειδίασε και είπε στο πολύτεκνο και αγαπημένο ζεύγος:

- Το πρόβλημα δεν είναι η εγκράτεια. Το πρόβλημα είναι ότι θα πληγώσετε την αγάπη σας. Ο διάβολος θα ρίξει τόση γκρίνια μεταξύ σας, που για το παραμικρό θα εκνευρίζεστε και θα μαλώνετε, πράγμα που θα επηρεάσει και τα παιδιά σας. Γι’ αυτό καλό είναι να το σκεφθείτε περισσότερο το θέμα  αυτό και να προσευχηθείτε και θα σας δείξει ο Θεός το θέλημά Του. [ Περιοδ. Πολύτεκνη Οικογένεια, αρ. φ. 57 (1993), σ. 22]

-----------------------------------

Σημ. Το παραπάνω κείμενο έχει δημοσιοποιηθεί με την άδεια των αδερφών του Ιερού ησυχαστηρίου Μεταμόρφωσις του Σωτήρος στο Μήλεσι της Αττικής.

Η επιλογή των κειμένων, έγινε σε συνεργασία με τον κύριο Κωνσταντίνο Καρακόλη, ο οποίος και έχει την επιμέλεια του βιβλίου και τον οποίο ευχαριστούμε θερμά για το ενδιαφέρον του. 


Συμβουλές στους γονείς για τα παιδιά

 

Το έτος 1997 η σύζυγός μου έμεινε έγκυος. Η χαρά μας ήταν μεγάλη! Και η πρώτη μας φροντίδα ήταν να ενημερώσουμε τον π. Πορφύριο, ο οποίος συμμεριζόταν τις χαρές μας και τις λύπες μας, από την πρώτη ημέρα της γνωριμίας μας, και μας στήριζε με τις προσευχές του, αλλά και με τις συμβουλές του, οι οποίες ήσαν γεμάτες από σοφία και θεία έμπνευση!

Για το λόγο αυτό, τον επισκεφθήκαμε και του ανακοινώσαμε το ευχάριστο γεγονός. Ευχαριστήθηκε πολύ! Η χαρά του ήταν έντονα ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του.

Τώρα ολοκληρώθηκε η ευτυχία σας! Ο καλός μας Θεός σας τα έδωσε όλα! Είσθε καλοί και τους καλούς ο Κύριος δεν τους στερεί τίποτε! Εξάλλου, σας το είχα πει. Θα κάνετε παιδί. Αλλά εσείς, μωρέ, ήσαστε άπιστοι Θωμάδες. Δεν πιστεύετε σ’ αυτά που σας λέω. Το ξέρω ότι με αγαπάτε, αλλά είστε ολιγόπιστοι. Λυγίζετε εύκολα ,που να σας πάρει η ευχή …Να έρχεσθε πιο συχνά να με βλέπετε, γιατί το έχετε ανάγκη. Όταν έρχεσθε, σας βλέπω σκυθρωπούς και απελπισμένους, και όταν φεύγετε, σας βλέπω στο δρόμο, που πηγαίνετε για το σπίτι σας, χαρούμενους, ευτυχισμένους και με τονωμένη την πίστη σας! Το αυτοκίνητό σας δεν κυλάει, αλλά πετάει!

Τώρα, συνέχισε ο Γέροντας, καθίστε να σας πω ορισμένα πράγματα, για να τα έχετε υπόψη σας, σαν υποψήφιοι γονείς που είσθε. Και αυτά που θα σας πω, θέλω να τα βάλετε καλά μέσα στο μυαλό σας, να τα συγκρατήσετε και να τα εφαρμόσετε κατά γράμμα, εάν δεν θέλετε να δείτε το παιδί σας δυστυχισμένο και τους εαυτούς σας το ίδιο.

Έρχονται εδώ εκατοντάδες γονείς και με κλάματα στα μάτια με παρακαλούν να βοηθήσω τα παιδιά τους γιατί άλλα έμπλεξαν με ναρκωτικά, άλλα με κακές παρέες ,άλλα τους βρίζουν, τους ζητούν χρήματα, για να τα χρησιμοποιήσουν στις χαρτοπαικτικές λέσχες και στα άλλα τυχερά παιχνίδια, και όταν δεν έχουν να τους δώσουν, τους απειλούν και ακόμη και τους χτυπούν! Έτσι, φθάνουν οι γονείς να καταρώνται και αυτά και την ώρα και τη στιγμή, που τα έφεραν στη ζωή! Έχω δει γονείς να κλαίνε με μαύρο δάκρυ για το κατάντημα των παιδιών τους και να λένε, χίλιες φορές να μην τα είχαμε! Γιατί τότε, θα είχαμε ένα καημό και μία στενοχώρια, που δε θα είχαμε παιδιά, ενώ τώρα, μου λένε, έχουμε χίλιους καημούς και άλλες τόσες στενοχώριες για τα προβλήματα τα φοβερά, που μας δημιουργούν καθημερινά και ντρεπόμεθα να κυκλοφορούμε στον κόσμο. Γι’ αυτό ζητάνε να τους βοηθήσω με τις προσευχές μου, για να σώσουν τα παιδιά τους. Όμως, όταν τους ρωτώ, εσείς τι κάνετε τώρα, για να βοηθήσετε αυτά τα δυστυχισμένα πλάσματα, μου απαντούν, σχεδόν στερεότυπα, ότι δεν μπόρεσαν να κάνουν τίποτε, γιατί  ξέφυγαν από τον έλεγχό τους, μόλις έγιναν έφηβοι!

Ε! Επόμενο ήταν, τους λέω. Αφού αφήσατε όλα τα παιδικά χρόνια ανεκμετάλλευτα και περιμένατε να έλθει η ήβη, για να ασχοληθείτε με τα παιδιά σας , ασφαλώς αυτά τα αποτελέσματα θα είχατε και θα πρέπει να περιμένετε και χειρότερα. Το παιδί είναι σαν το ζυμάρι. Όσο πιο μαλακό είναι το ζυμάρι, τόσο πιο εύκολα πλάθεται. Το ίδιο και το παιδί. Όσο πιο μικρό είναι , τόσο πιο χρηστά διαπλάθεται, διαμορφώνεται, διαπαιδαγωγείται και τελειούται.

Τώρα, που  θυμηθήκατε εσείς, ότι έχετε παιδιά, ή μάλλον σας το θύμισαν αυτά με τις αταξίες τους, τις απαιτήσεις τους, τις παρανομίες τους και γενικά με την ανήθικη συμπεριφορά τους, τώρα είναι αργά. Πέταξε το πουλάκι. Και εάν πετάξει ένα πουλί, που το είχαμε στο κλουβί, δύσκολα πιάνεται, για να μην πω, πως δεν ξαναπιάνεται!

Η διαπαιδαγώγηση του παιδιού είναι το Α και το Ω των υποχρεώσεων, που έχουν οι γονείς σ’ αυτή την ανθρώπινη ύπαρξη, που με τη θεϊκή σύμπραξη φέρνουν στη ζωή! Γονείς, που απέτυχαν να διαπαιδαγωγήσουν το παιδί τους σωστά, θεωρούνται αποτυχημένοι σε ΟΛΑ! Σε ΟΛΑ, με ακούτε; Γιατί, εάν υποθέσουμε ότι υπάρχουν γονείς , που αφιέρωσαν όλη την ζωή τους στο να επεκτείνουν τις βιομηχανικές τους εγκαταστάσεις και να πολλαπλασιάσουν τα χρήματά τους, με αποτέλεσμα να γίνουν μεγιστάνες του πλούτου, ενώ παράλληλα δεν έκαναν  τίποτα για την χρηστή διαπαιδαγώγηση των παιδιών τους, τότε, σας λέω, ότι όχι μόνο δεν προσέφεραν τίποτε στα παιδιά τους, αλλά αγωνίστηκαν και κόπιασαν για να δημιουργήσουν τεμπέληδες, ακαμάτες και εγκληματίες! Ναι ! Σας το βεβαιώνω εγώ. Εγκληματίες έφτιαξαν!...

----------------

Σημ. Το παραπάνω κείμενο έχει δημοσιοποιηθεί με την άδεια των αδερφών του Ιερού ησυχαστηρίου Μεταμόρφωσις του Σωτήρος στο Μήλεσι της Αττικής.

Η επιλογή των κειμένων, έγινε σε συνεργασία με τον κύριο Κωνσταντίνο Καρακόλη, ο οποίος και έχει την επιμέλεια του βιβλίου και τον οποίο ευχαριστούμε θερμά για το ενδιαφέρον του. 


Εισαγωγικά

 

 

Θα σας πω μερικά πράγματα για το βιβλίο που έχετε στα χέρια σας. Έτσι, με απλά και παστρικά λόγια. Θα ξεκινήσω από τη γνωριμία μου με τον π. Πορφύριο.

Τον π. Πορφύριο τον γνώρισα, κάπου κοντά στο Πάσχα, το 1980. Τον βρήκα να αναπαύεται στο ταπεινό του κρεβάτι, μέσα σ’ ένα κελί, χτισμένο με τσιμεντόλιθους, στο χώρο του σημερινού Ησυχαστηρίου, στο Μήλεσι Αττικής. Φαίνεται πως περνούσε κάποια μεγάλη δοκιμασία με τις αρρώστιες του και δεν μπορούσε εύκολα να μιλήσει. Γονάτισα κοντά του και έκανε κουράγιο να μου δώσει την ευχή του και να μου πει λίγες ευλογημένες κουβεντούλες. Δεν μπορώ βέβαια να σας εξομολογηθώ τι μου είπε. Όμως ήταν αποκαλυπτικός. Θαύμασα για το διορατικό και για το προορατικό του χάρισμα. Μου μίλησε όσο άντεχε, λόγω της αρρώστιας του, και όσο άντεχα εγώ να ακούσω, λόγω της πνευματικής μου ανωριμότητας. Αργότερα τον συνάντησα άλλες δύο φορές. Δεν είπαμε πολλά. Όμως έμαθα πολλά από την αγία του ταπείνωση και τη μεγάλη του αγάπη. Ξέρετε τι θα πει να βλέπετε έναν άνθρωπο του Θεού, φωτισμένο, γαλήνιο, με διάφορες ασθένειες, να δέχεται τους ανθρώπους μέρα και νύχτα, χωρίς παράπονο και με ανοιχτή την αγκαλιά της καρδιάς του;

Λοιπόν , σκέφτομαι ότι είναι καλύτερα να αναφέρω σ’ αυτό το σημείο ορισμένα στοιχεία της ζωής του.

Έτσι, για να μπορέσουμε να καταλάβουμε και να χαρούμε τη συντροφιά του.

Ο π. Πορφύριος, που λέτε, γεννήθηκε το 1906 από ευσεβείς και πολύ φτωχούς γονείς στο χωριό Άγιος Ιωάννης Καρυστίας Ευβοίας. Στο σχολείο πήγε μέχρι Β΄ Δημοτικού. Τα γράμματα, όπως μου είπε, τα έμαθα διαβάζοντας το Ευαγγέλιο και τα λειτουργικά βιβλία της Εκκλησίας. Ο πατέρας του είχε πάει να δουλέψει στη διώρυγα του Παναμά, για να συντηρήσει την οικογένειά του. Κι ο μικρός Ευάγγελος- αυτό ήταν το όνομα του Γέροντα- δούλευε στα χωράφια και έβοσκε τα λιγοστά πρόβατά τους στις πλαγιές του χωριού. Εκεί διάβαζε και το Βίο του Αγίου Ιωάννου του Καλυβίτη. Τόσο πολύ τον συνεπήρε η αγία μορφή του Οσίου, που άρχισε να σκέπτεται να τον μιμηθεί.

Μικρός καθώς ήταν, 13-14 ετών, βρήκε τον τρόπο και έφυγε για το Άγιον Όρος. Εκεί εγκαταστάθηκε στα Καυσοκαλύβια και έγινε υποτακτικός σε ένα κελί, σε δύο πολύ καλά και αυστηρά Γεροντάκια. Έζησε μαζί τους 5-6 χρόνια, έμαθε την καλογερική, την «άκρα» και «χαρούμενη» όπως έλεγε, υπακοή, την καθαρή αγάπη του θεού και δέχθηκε – άδολο και αγνό παιδί όπως ήταν- το διορατικό χάρισμα. Όμως αρρώστησε άσχημα, και ο Θεός έδειξε ότι ήθελε να τον «μεταθέσει» στον κόσμο, για να μπορέσει να φωτίσει τους ανθρώπους με τη χάρη που είχε, να τους εμπνεύσει, να τους παρηγορήσει, να τους καθοδηγήσει. Έτσι, γύρισε στην πατρίδα του την Εύβοια, όπου εγκαταβίωσε στο Μοναστήρι του Αγ. Χαραλάμπους στο Αυλωνάρι. Εκεί θεραπεύθηκε. Σε ηλικία 20 ετών συναντήθηκε με τον Αρχιεπίσκοπο του Σινά Πορφύριο, ο οποίος θαύμασε για τα ουράνια χαρίσματα του νέου Μοναχού και τον χειροτόνησε πρεσβύτερο, δίνοντάς του το όνομά του: Πορφύριος.

Φανταστείτε ότι περιέγραψε στον Αρχιεπίσκοπο την Ιερά Μονή του Σινά με λεπτομέρειες, χωρίς ποτέ να την έχει επισκεφθεί!

Όταν η Ι. Μονή του Αγίου Χαραλάμπους έγινε γυναικεία, εγκαταστάθηκε στην  Ι. Μ. Αγ. Νικολάου Βάθειας Ευβοίας. Το 1940 ήρθε στην Αθήνα, όπου διορίσθηκε εφημέριος στον Ιερό Ναό του Αγίου Γερασίμου, στην Πολυκλινική, κοντά στην Ομόνοια. Εκεί υπηρέτησε 33 χρόνια το Θεό και τους ανθρώπους, ζώντας στην ταπεινή αφάνεια και μεγαλουργώντας για τη δόξα του θεού. Αφού, να σκεφθείτε, βοήθησε χιλιάδες ανθρώπους να βρουν την ειρήνη του Θεού. Ακόμη και τους γιατρούς βοηθούσε με τις χαρισματικές του διαγνώσεις, και πολλούς ασθενείς θεράπευε με τη χάρη του Θεού. Και όλα αυτά τα έκαμνε, ο αγράμματος για τον κόσμο, π. Πορφύριος, που ήξερε όμως άριστα τα άγια γράμματα του Θεού. «Ο πανσόφους τους αλιείς αναδείξας».

Όταν πήρε τη σύνταξη του από τον Άγιο Γεράσιμο, έζησε μερικά χρόνια στον Άγιο Νικόλαο Καλισσίων Πεντέλης και τελικά κατέληξε στο Μήλεσι της Μαλακάσας, κάπου 39 χιλ. από την Αθήνα, στο δρόμο για τη Λαμία, και άλλα 5 χιλ. στο δρόμο προς Ωρωπό, όπου έζησε το ίδιο ταπεινά, παλεύοντας με τις αρρώστιες του, που του χαρίσθηκαν από την αγάπη του Θεού  ως «σκόλοψ τη σαρκί, ίνα μη υπεραίρηται». Ο τόπος εκείνος έγινε αληθινό προσκύνημα. Επεδίωκε ο Γέροντας την αφάνεια, και ο Θεός τον δόξαζε. «Ο κόσμος –θα γράψει αργότερα- με πήρε από καλό και όλοι φωνάζουνε ότι είμαι άγιος. Εγώ όμως αισθάνομαι ότι είμαι ο πιο αμαρτωλός άνθρωπος του κόσμου …και παρακαλώ όσοι με έχετε γνωρίσει να κάνετε προσευχή για μένα».

Ο Γέροντας πέθανε ταπεινά στο κελί του, στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους, στις 2 Δεκεμβρίου 1991. Είχε την εσωτερική πληροφορία ότι το τέλος ήταν «εγγύς» και ήθελε να πεθάνει ταπεινά, μακριά από τον κόσμο, μέσα στη γαλήνη του Θεού.

Κανείς δεν πληροφορήθηκε το θάνατό του, παρά μόνο οι κελιώτες των Καυσοκαλυβίων. Η κηδεία του έγινε ταπεινή, απέριττη, καλογερική, μέσα στο ειρηνικό και σεπτό περιβόλι της Παναγίας.

Ύστερα από 4-5 χρόνια θέλησα να προσκυνήσω στον τάφο του και τον βρήκα άδειο. Τα καλογέρια του κελιού του – μου είπαν – ξέθαψαν το άγιο λείψανό του μια νύχτα, χωράς σαν πάρει είδηση κανένας, και το έκρυψαν. Κανείς εκεί δεν ξέρει τώρα που βρίσκεται. Τέτοιες οδηγίες είχαν από το Γέροντα. Για να μη  γίνει (το λείψανό του) αντικείμενο προσκυνήσεως…

……Μετά την κοίμηση του Γέροντα άρχισαν να γράφονται άρθρα και να βγαίνουν και να κυκλοφορούν πολύ καλά βιβλία από διάφορα πνευματικά παιδιά του, όπου παρουσιάζουν τις δικές τους προσωπικές εμπειρίες, και τις εμπειρίες πολλών άλλων ανθρώπων, κληρικών και λαϊκών, που έχουν γνωρίσει το Γέροντα και ευεργετήθηκαν απ’ αυτόν. Στα βιβλία αυτά ,που γνώρισαν πολλές εκδόσεις και αγαπήθηκαν πολύ από τους καλοπροαίρετους αδελφούς, διαβάζουμε αφηγήσεις, συνεντεύξεις, συγκλονιστικές μνήμες και , πολύ συχνά, ερμηνευτικά σχόλια ή σχόλια ευγνωμοσύνης. Αυτά τα βιβλία πολύ με ωφέλησαν πνευματικά, με ενέπνευσαν και με κάνανε να αγαπήσω πολύ το Γέροντα και να θέλω να είμαι κοντά του.

Όμως τόσες ωραίες συμβουλές, και διδασκαλίες, και εμπειρίες, έβλεπα να είναι σκορπισμένες στα διάφορα βιβλία και σκέφθηκα ότι θα ήταν πολύ καλό να ενταχθούν σε θεματικές ενότητες, οι πιο αντιπροσωπευτικές απ’ αυτές, και να εκδοθούν σε ένα διαφορετικό βιβλίο, που να περιέχει, κατά κάποιο τρόπο, όλα τα άλλα βιβλία. Αυτή την εργασία σκέφθηκα πως θα μπορούσα να την κάνω, αν φυσικά είχα την ευλογία του Ησυχαστηρίου που ίδρυσε ο Γέροντας. Τώρα μπορώ να σας πω ότι έχω αυτή την ευλογία και σας παραδίδω ένα Θεματικό Ανθολόγιο, με δέσμες δηλ. θεμάτων, που μας καθοδηγούν στην καθημερινή μας βιοτή, είτε άμεσα είτε έμμεσα…

 

Σημ. Το παραπάνω κείμενο έχει δημοσιοποιηθεί με την άδεια των αδερφών του Ιερού ησυχαστηρίου Μεταμόρφωσις του Σωτήρος στο Μήλεσι της Αττικής.

Η επιλογή των κειμένων, έγινε σε συνεργασία με τον κύριο Κωνσταντίνο Καρακόλη, ο οποίος και έχει την επιμέλεια του βιβλίου και τον οποίο ευχαριστούμε θερμά για το ενδιαφέρον του.


Συνομιλία για την Κατάθλιψη

 

Εκδόσεις: Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος - Μήλεσι.

Έκδοση σε CD, κασσέτα και φυλλάδιο. Την κεντρική διάθεση έχει ο εκδ. οίκος «εκδόσεις Σταμούλη ΑΕ».

ΙΕΡΟΝ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΙΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ

Η ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ

Παρουσιαστής:

Όλοι αναζητούμε τη χαρά και την ειρήνη της καρδιάς μας, όμως, ζούμε καθημερινά, θλίψεις και κατάθλιψη. Ο Γέροντας Πορφύριος με αγάπη και σοφία, συζητά με πνευματικά του παιδιά τον τρόπο με τον οποίο μετατρέπεται η θλίψη σε χαρά. Μας αποκαλύπτει το μεγάλο μυστικό, και έχει πολύ ενδιαφέρον να τον ακούσουμε. Στην ηχογράφηση που ακολουθεί έχει αφαιρεθεί για λόγους πνευματικούς, η φωνή των συνομιλητών του.

Γέροντας Πορφύριος:

- Μία φορά είχε έλθει μία κυρία εδώ και μου έλεγε ότι πάσχει από κατάθλιψη, και μου ζητούσε να τη συμβουλέψω τι πρέπει να κάνει, για να γλιτώσει απ’ αυτό το πράγμα. Τώρα η αιτία που ήλθα εδώ, έλεγε, είναι ότι με μάλωσε ο άνδρας μου, γιατί είχα κάνει κάποιο λάθος, και εκεί αγανάκτησε και μου φέρθηκε πολύ άσχημα και μ’ έπιασε πολύ δυνατή κατάθλιψη. Δεν έφαγα το βράδυ, όλη τη νύχτα ήμουνα μελαγχολική, ζούσα σ’ ένα πέλαγος, μέσα σε μια μαυρίλα σε μία απελπισία, τέτοιοι λογισμοί ότι, τι τη θέλω τη ζωή; Τι τη θέλω ή καλύτερα είναι να μη ζω, όλο τέτοιες ιδέες που μου δυνάμωναν την κατάθλιψη μέχρι αυτοκτονίας. Κοιμήθηκα, αλλά και το πρωί όμως ήμουνα βαριά, ο σύζυγός μου προσπάθησε να μου μιλήσει, αλλά εγώ δε μιλούσα. Λοιπόν, σηκώθηκε, έφτιαξε μόνος του τον καφέ, είπε να μου φέρει καφέ, εγώ δεν ήθελα κι έφυγε.

Αυτή τυλιγμένη στο πάπλωμα, σου λέω, όπως μου τα έλεγε, νηστική, ζούσε, ας πούμε, την κατάθλιψη. Είναι ένα αίσθημα δυσάρεστο, το οποίο σε καταλαμβάνει, και σε καθηλώνει. Ούτε να σκεφθείς, ούτε... Σκέφτεσαι αυτό. Νομίζεις ότι εσύ σκέφτεσαι σοβαρά πράγματα. Ενώ εσύ είσαι αιχμάλωτος μιας ιδέας. Πάντοτε όταν έχω καιρό κάτι λέω, αλλά άμα είμαι κουρασμένος δεν μπορώ να μιλήσω.

Λοιπόν. Της λέω, ξέρω εγώ ένα πολύ μεγάλο φάρμακο, αλλά, πρέπει να μου δώσεις προσοχή για να σου το πω. Της έκανα την ερώτηση, αν μετά από αυτή την κατάθλιψη συνέβηκε κάποιο ευχάριστο γεγονός. Και μου είπε, ότι ναι, ενώ ήμουνα ξάπλα, κατά τις δέκα και μισή, ακούω το κουδούνι του σπιτιού, να χτυπάει επίμονα, βρου, βρου, βρου. Εγώ έτσι ήμουνα τυλιγμένη, όπως από το βράδυ, και, είδα που επέμενε και σηκώθηκα, έριξα από πάνω το παλτό μου και πήγα και άνοιξα και μπαίνει μέσα μία παλαιά μου φίλη που σπουδάζαμε στο Αρσάκειο, και με χαρά με αγκαλιάζει, με φιλεί, μου λέει, να σου πω ένα ευχάριστο γεγονός, σκιρτούσε από τη χαρά. Ήρθε <η τάδε> από το Κάιρο και είναι στο Ξενοδοχείο Πάγγειο στην Ομόνοια.

Φιληθήκαμε εκεί πέρα, μου ‘λεγε, έτσι τούτο, έτσι εκείνο... Μάλιστα θυμούμαι και λεπτομέρειες, σπουδάσαμε μαζί, και αυτή πήγε καθηγήτρια σε μια σχολή του Καΐρου, ελληνική. Λοιπόν, και ετοιμάστηκα, λέει, με χαρά, μου ‘λεγε όλο χαρούμενα πράγματα και επήγαμε, πήραμε ταξί και πήγαμε στην Ομόνοια, πήγαμε στο Πάγγειο, άλλες χαρές εκεί πέρα, μετά κουβεντιάσαμε εκεί, μετά βγήκαμε έξω για να ψωνίσει διάφορα πράγματα και να κάνει ορισμένες εργασίες που έπρεπε να κάνει. Λέω πως πέρασες; Μου φύγανε όλα, λέει. Όλα μου φύγανε. Λέω, αλήθεια; Από τη στιγμή που μπήκε η φίλη μου μέσα, έφυγαν όλα. Κι εσύ από πότε τα είχες αυτά; Τα είχα από την περασμένη ημέρα το μεσημέρι. Αιχμάλωτη, λέει, αιχμάλωτη. Στενοχωρήθηκα και ο άνδρας μου εψυχράνθηκε και έφυγε ψυχραμένος και εγώ υπόφερνα εκεί πέρα.

Της λέω, πως το βλέπεις αυτό;

Δεν του έχω δώσει σημασία, μου λέει. Τώρα που εσύ θέλεις να μου πεις πάνω σ’ αυτό το θέμα, βλέπω ότι έχει μεγάλη σημασία αυτό. Της λέω ξέρεις μουσικά; Ήξερα πιάνο, λέει, αλλά τα’ χω εγκαταλείψει όλα ένεκα της καταθλίψεως, ζω όλο με τα φάρμακα. Δεν θέλω, λέει, ούτε το σπίτι κοιτάζω καλά, ούτε μουσικά που ήξερα. Τα παράτησα, τα’ χω ξεχάσει, μου λέει. Λοιπόν, της είπα πολλά πράματα για τα μουσικά και περισσότερο της είπα, απ’ όλα είναι η αγάπη προς το Θεό, είναι το μεγαλύτερο πράγμα, που αιχμαλωτίζει την ψυχή διότι δεν είναι απλώς μία ενέργεια της ψυχής προς το Θεό, αλλά είναι το σπουδαίο ότι είναι η χάρις του Θεού που γεμίζει έπειτα την ψυχή και την κάνει άλλο. Δηλαδή αυτό το οποίο την είχε καταλάβει ήτανε μία ψυχική δύναμις και αντί να γίνει κάτι καλό, ο διάβολος τη δύναμη αυτή την ψυχική, την έκανε κατάθλιψη και βασάνιζε τον άνθρωπο. Λοιπόν, της είπα, σιγά-σιγά ν’ αρχίσει να παίζει πιάνο. Και περισσότερο από όλα της είπα να ασχοληθεί με την προσευχή και να δώσει σημασία στην έννοια ότι πρέπει να γνωρίσει και να αγαπήσει το Χριστό. Της είπα παραδείγματα, πως βλέπουμε πολλές φορές, μια μητέρα να λαχταράει το παιδάκι της, που το ‘χει στην αγκαλιά, να το φιλεί με μια λαχτάρα, είναι κάτι παραδείγματα που μας κάνουνε έτσι... Κάπως, έτσι κι εμείς ν’ αγαπήσαμε το Χριστό, με μία λαχτάρα. Κύριον αίτιον εις την κατάθλιψη και σε όλα αυτά που τα λένε πειρασμικά, σατανικά, όπως είναι η νωθρότης, η ακηδία, η τεμπελιά, που μαζί μ’ αυτά είναι τόσα άλλα ψυχολογικά, δηλαδή πειρασμικά πράγματα, είναι ότι έχεις μεγάλον εγωισμό μέσα σου.

Και της είπα, πως θα κατορθώσει, μέσα σ’ αυτή την κατάσταση, να τη μεταβάλει σε χαρά. Μέσα στη θρησκεία μας είναι αυτό το πράγμα πάρα πολύ, και οι Άγιοι μας το είχανε πάρα πολύ. Δηλαδή είχαν εύρει τρόπο να μεταβάλλουν την κατάθλιψη σε χαρά. Και αυτός ο τρόπος ήτανε έτσι, ξέρανε πως θα δοθούνε στο Θεό. Με την αγάπη προς το Θεό, με τη προσευχή και γι’ αυτό εφώναζαν με καύχημα οι Απόστολοι και έλεγον, «χαίρω εν τοις παθήμασί μου». Τόσο δυνατό που ήτανε το αίσθημα της καταθλίψεως για να τους συντρίψει, αυτό το αίσθημα το πολύ δυνατό που ήτανε, ας πούμε, μία ψυχικά δύναμη δική τους, το παίρνανε αυτοί, το δίνανε στο Θεό, το κάνανε προσευχή, το κάνανε χαρά και αγαλλίαση εν Κυρίω. Ένας μασώνος, ας πούμε, έβλεπα που ήτανε εδώ γείτονας, και μου είπε, αυτό το πράγμα είναι μία τρέλα, λέει, τι είναι, λέει, αυτοί οι άνθρωποι... οι Απόστολοι. Του το λέω, για τρέλα, λέω, και του το εξήγησα και ευχαριστήθηκε. Μακάρι, λέει, να μπορούσα κι εγώ να κάνω τη μεταποίηση αυτή, αλλά κατέχομαι πολύ, μου λέει, από κατάθλιψη. Κι έχω ξοδέψει πολλά κι έχω γυρίσει στην Ευρώπη και οι τσέπες μου είναι γεμάτες φάρμακα.

Λοιπόν αυτό είναι το μυστικό. Έχω πολλά να σας πω πάνω σ’ αυτά που έχω ιδεί στη ζωή μου, από ανθρώπους, που κατείχοντο από τέτοια συναισθήματα, δηλαδή σατανικά συναισθήματα, δηλαδή ο διάβολος, ο κακός εαυτός μας, κατορθώνει και παίρνει από τη μπαταρία της ψυχής μας, που έχει τη δύναμη για να κάνομε το καλό, την προσευχή, την αγάπη, τη χαρά, την ειρήνη, την ένωσή μας με το Θεό, αυτός κατορθώνει και μας παίρνει αυτή την ενέργεια και την κάνει θλίψη, κατάθλιψη, και ξέρω πως τα λένε οι λεγόμενοι ψυχίατροι. Εμείς δεν τα λέμε έτσι, τα λέμε σατανική ενέργεια. Λέμε ακηδία, λέμε λογισμοί, και λέμε ο διάβολος της ακηδίας, ο διάβολος της πορνείας, ο διάβολος, ο διάβολος, ο διάβολος. Διάφοροι διάβολοι, για κάθε σατανική ενέργεια που μας δημιουργούν.

Να σας πω. Είχα εδώ ένα παιδί, στο σπίτι του τάκανε άνω-κάτω, παίδευε τους γονείς του και υπόφερνε πάρα πολύ. Και είπαν οι γονείς του να το φέρουν εδώ. Το φέραν εδώ, ασχολήθηκε με τον κήπο, πάνου, κάτου, χαιρότανε να τρέχει ‘πό ‘δώ ‘πό ‘κει και συνήλθε, ούτε στενοχώρια, ούτε τίποτα. Πήρε βιβλία, διάβαζε για κηπουρικά, για τα φυτά, πήρε και βιβλία εκκλησιαστικά, εδιάβαζε και εκείνα και ήτανε πολύ ευχαριστημένος. Μια μέρα λοιπόν, μου λέει, μου μπήκε πολύ ο πειρασμός, μου λέει, Γέροντα, δε μπορώ να καθίσω πια εδώ πέρα, πολύ γνωρίστηκα μαζί σας και πήρα θάρρος και τώρα πολλοί λογισμοί με διαταράσσουν, θέλω να φύγω, δεν μπορώ. Του λέω, τώρα τέτοια ώρα; Λέει θα φύγω, μου λέει. Του λέω, καλά. Δε μπορώ μου λέει, μην επεμβαίνεις, δεν μπορώ, θα φύγω. Του λέω, καλά. Εγώ, λέω, θα ξεκουραστώ. Μπορείς όμως να μου διαβάσεις λίγο; Ν’ ακούσω ψαλτήρι, ν’ αποκοιμηθώ έτσι με την αφοσίωση με το ... Έχω ένα, μία συνήθεια όταν αφοσιώνομαι κάπου, αιχμαλωτίζομαι και το ζω, και το ευχαριστιέμαι.

Όταν όμως ακουμπήσω στο στασίδι λίγο πίσω μου, ωώπ με την αφοσίωση που έχω εις το να ακούω, αποκοιμιέμαι. Όπως ένας σωφέρ, όταν είναι ίσιος ο δρόμος, κοιτάζει το δρόμο έτσι, και όταν ακουμπάει πίσω αποκοιμιέται και πάει το αυτοκίνητο έξω. Κι έχω βρει αυτά τα μυστικά και θέλω όταν ακούω να είμαι έτσι, σε προσοχή και όταν τα ακούω να τα απολαμβάνω. Λοιπόν, έτσι και το ψαλτήρι, όταν είμαι ξάπλα και δίνω προσοχή στα ωραία λόγια αποκοιμιέμαι αμέσως.

Λοιπόν, του έδωσα να μου διαβάσει. Μου λέει, που να διαβάσω; Άνοιξε λέω κι ‘που βρεις, μόνο να μου τα διαβάζεις καθαρά, λέω, γιατί στεναχωριέμαι, άμα δεν μου τα λες καθαρά. Λοιπόν, άνοιξε το ψαλτήρι και άρχισε: «Κύριος φωτισμός μου και Σωτήρ μου, τίνα φοβηθήσομαι; Κύριος υπερασπιστής της ζωής μου, από τίνος δειλιάσω;» Και το λέει συνέχεια εκεί πέρα, μέχρι εκεί, που, σ’ ένα σημείο, εκεί, ω! Μου λέει. Γέροντα κοιμήθηκες; Δε φεύγω. Του λέω, τι έπαθες βρε; Πω, πω, λέει, μ’ αυτά που εδιάβασα, λέει, δεν ξέρω, αισθάνθηκα μια χαρά, που είναι τόσο ωραία και δεν θέλω να φύγω, λέει, τώρα. Πω, άρχισε να μου λέει, αυτοί οι παλιονευρολόγοι, οι παλιοψυχίατροι, πρέπει να πάω να τους πω ότι, πόσο λάθος κάνουνε, που δίνουνε ναρκωτικά στους ανθρώπους! Να! ορίστε, ορίστε, τι πήρα εγώ τώρα; Προσευχήθηκα, άκουσα το ψαλτήρι, όπως μου το είπες, και να, ο διάβολος έφυγε, μου λέει. Του λέω, τι θα γίνει; Δε φεύγω, μου λέει, τώρα, θέλω να καθίσω εδώ κοντά σου. Ε! λέω, διάβαζε και, όποτε κουραστείς, σταμάτα, ξεύρω κι εγώ! εγώ θ’ αποκοιμηθώ. Κάθισε λοιπόν· μετά, όταν ξύπνησα, δε φεύγω, μου λέει, τώρα.

Λοιπόν και εκείνη εκεί η κυρία, η πρώτη, που σας είπα, άρχισε να ξαναγυρίζει πάλι να μάθει μουσικά, επήγαινε και εξομολογιότανε σ’ ένανε παπά, αυτός ο παπάς ήτανε πολύ καλός και αγιώτατος. Έτρεχε όλην την ημέρα, να πάει να εξομολογήσει, να κάνει... Λοιπόν επήγαινε. Μετά πήγε και τον άντρα της, εξομολογήθηκε κι εκείνος και πήρε μεταβολή σε όλα και ερχότανε. Λοιπόν, αυτό είναι το μυστικό. Πως θα μπορέσει κανείς να γυρίσει; Εκεί που τον έχει καταλάβει κάτι κακό, να σκεφτεί κάτι άλλο. Είναι λίγο δύσκολο, αλλά όταν προετοιμαστεί... Προετοιμασία είναι η ταπείνωση, ε! αυτό είναι. Τέτοιοι άνθρωποι καταθλιπτικοί, νευρικοί, στενόχωροι δεν δέχονται, δεν δέχονται να τους θίξεις, να τους πεις, αυτό θα το κάνεις έτσι. Μα δεν μπορώ, το λέει η επιστήμη. Βρε, του λέω, κάντο καημένε και ας το λέει η επιστήμη. Πες: Εγώ θα κάνω υπακοή στο Γέροντα.

Δεν μπορώ να το κάνω. Κατάλαβες;

Αυτό είναι κάτι, ας πούμε, διαβολικό και κάτι που ο άνθρωπος, δεν ξεύρω, το έχει σαν ο άγριος μέσα στην έρημο. Θέλω να πω, δεν είναι εύκολο πράγμα όμως, λέμε να το γυρίσεις έτσι. Εκεί είναι η τέχνη, που δεν είναι να το γυρίσεις, είναι να έχεις και την δύναμη ν’ αποσπάσεις την χάρη του Θεού. Να σε κάνει να ενωθείς μαζί του. Και όταν ενωθείς με το Θεό και όταν δοθείς στο Θεό, δεν πρόκειται να κοιτάζεις, ούτε να θυμηθείς ότι ήρθε και σε τραβούσε από πίσω το αντίθετο πνεύμα, ε, πάει έφυγε εκείνο, καταλάβατε; Αυτό εδώ μπορείτε να το καταλάβετε; Δηλαδή το διώχνεις χωρίς να το καταλάβεις.

Από εκεί και πέρα τόσο αφοσιώνεσαι στο άλλο και το ζεις, ώστε δεν κοιτάζεις να δεις τι κάνει, είναι πίσω σου; Θα σε τραβήξει; Ιδίως κυρίως όλα αυτά τα συναισθήματα, τα σατανικά που τα λέμε τεμπελιά, νωθρότης, ακηδία, απελπισία, απογοήτευση, πως τα λένε, βρε, παιδί μου;

Τα λένε, ανασφάλεια, τα λένε πολλές ονομασίες και έχουνε βάλει αυτοί οι λεγόμενοι ψυχίατροι και τα έχουνε βγάλει έτσι για να μην λένε τον διάβολο, την λέξη του διαβόλου και πραγματικά η θρησκεία μας, το διάβολο έχει κάνει δόγμα. Άμα βγάλεις τον διάβολο, πάνε όλα της θρησκείας μας.

Κατάλαβες;

Λοιπόν, αυτή είναι η μεγάλη τέχνη, πως, ας πούμε, θα δοθείς στην αγάπη του Θεού. Περισσότερο απ’ όλα. Βέβαια μπορείς να κάνεις πολλά πράγματα, αλλά ανθρώπινα. Α! το πιο μεγάλο είναι να δοθείς εις την αγάπη του Θεού. Στη λατρεία του Θεού, στην προσευχή, αλλά ό,τι και αν κάνεις, εάν δεν κατορθώσεις ν’ αποκτήσεις ταπείνωση, τίποτα δεν κάνεις. Μόνο με τα ναρκωτικά θα προσπαθείς και να κοιμηθείς και να ηρεμήσεις και όλα. Τίποτα δεν γίνεται, μην βάνετε στο μυαλό σας ότι θα κάνετε κάτι με καλούς γιατρούς ή με καλά φάρμακα. Μπορεί προς στιγμήν, αν σου πούνε, είναι καλό, να εντυπωσιάσεις, να σου δώσει ένα φάρμακο κάτι να γίνει. Αλλά σε βουτάει πάλι ο πειρασμός.

Το μεγάλο μυστικό είναι η ταπείνωση.

Και πολύ το βλέπουνε, το βλέπουνε αυτοί οι καταθλιπτικοί και όλοι αυτοί, που έχουνε αντιδραστικά μέσα τους και βασανίζονται. Το βλέπουνε ότι, όταν το πεις κάτι για να κόψει το θέλημά του, εκεί πέρα σε βουτάει, αντιδρά, κατάλαβες; Είχε έρθει, ο... τόνε κάλεσα, γιατί είπε ότι δεν πηγαίνει στην εκκλησία, διότι στην εκκλησία παθαίνει κακό, όταν αισθάνεται κλεισμένο χώρο και δεν μπορεί. Του λέω, τώρα τι είναι αυτά, βρε;! Εγώ θέλω να πας στην εκκλησία, να σηκωθείς πρωί για να έρθεις να φυτέψουμε τα δέντρα. Κι εσύ μου λες αυτό;

Α μπα, λέει, δεν μπορώ. Του λέω, άκου να σου πω, να ξέρεις ότι σ’ έχω αφήσει ελεύθερο, δεν σου μιλάω, αλλά αισθάνομαι και τύψεις, διότι εσύ, αντί να συμμορφωθείς πιο πολύ εγωιστής γίνεσαι, γιατί όπου θέλεις πηγαίνεις, όπου σου καπνίσει, και κάνεις ό,τι θέλεις και έτσι ισχυροποιήθηκε το θέλημά σου και ζεις, μέσα στο κακό πνεύμα και βασανίζεσαι. Εγώ, λέω, θ’ αρχίσω να εφαρμόζω κανόνες. Δεν έχεις διαβάσει περί υπακοής; Λέει, έχω διαβάσει. Που διάβασες; Στην Κλίμακα. Ε, δεν θυμάσαι τι λέει; Ε, λέει, θυμάμαι. Αλλά τώρα, έτσι που μου τα λες μ’ εκβιάζεις και δεν μπορώ εγώ. Εγώ, λέω, σ’ εκβιάζω; Γιατί μου είπες ότι θα μου δίνεις τρία παξιμάδια την ημέρα να τρώγω και θα με διώξεις απ’ εδώ. Δεν είναι εκβιασμός; Όχι, είναι κανόνας αυτός, γέροντας είμαι, μπορώ να σου πω αυτό. Τι θέλεις εσύ, να σε πηγαίνουμε όπα όπα; μη μου άπτου, και να λέμε, πρόσεχε μην το στενοχωρήσουμε το παιδί; Να μην το τραυματίσουμε, να μην του πούμε τίποτα, και το πιάσουν τα νεύρα του, η μελαγχολία του; Τ’ αντιδραστικά του;

Δηλαδή, να κοιτάζουμε εσένανε και να σε φοβούμαστε μήπως σου πούμε καμιά λέξη και στενοχωρηθείς. Αυτό είναι μεγάλος εγωισμός, του λέω. Τι μου κουβεντιάζεις;

Μ’ εκβιάζεις, μου λέει. Πως σ’ εκβιάζω; Να, που μου λες αυτά. Δεν είμαι πνευματικός σου. Δεν έρχεσαι εδώ, δεν εξομολογείσαι, δεν σου διαβάζω ευχή και πηγαίνεις και μεταλαβαίνεις; Δεν έχω υποχρέωση να σου πω έτσι; Τι θα πει σ’ εκβιάζω; Πρέπει να μάθεις να υπακούεις, να ταπεινώνεσαι.

Τέλος πάντων, μου λέει, καλά. Να πας αύριο, να ξυπνήσεις, στον Παράκλητο να λειτουργηθείτε και να έρθετε να φυτέψουμε. Και έτσι το έκανε. Και του λέω, κοίταξε εδώ, αύριο στην εργασία θα πας, αλλά ξέρεις, λέω, πως θα δουλεύεις; Θα με θυμάσαι εμένανε και θα λες: Ο γέροντας μου είπε να δουλεύω σαν τρελός. Θα παίρνεις το φτυάρι προυπ, προυπ, να πετάς την πέτρα έξω, όταν δεις ξεύρω και εγώ... Μου λέει, τι δουλεύω σαν τρελός; Σαν τρελός, του λέω.

Άμα έχει ο άνθρωπος ενθουσιασμό, του λέω, κάνει κάτι που οι άλλοι τον βλέπουνε και γελούνε, ενώ αυτός ζει μια ζωή έτσι ενθουσιαστική. Αυτά είναι πολλά μωρέ, ξεύρεις πόσα ξεύρω πάνω σ’ αυτό το θέμα; Είναι σημαντικό θέμα. Άλλος μπορεί να μην δίνει σημασία, εγώ δίνω σημασία. Αυτό, να! Οι άνθρωποι που έχουνε αυτά τα αντιδραστικά, αυτή τη συνήθεια, είναι, τους ανθρώπους που γνωρίζουνε εννοούν να τους παιδεύουνε, με διάφορα καμώματα, δηλαδή, αχ, δεν μπορώ τούτο, εκείνο, ξεύρω κι εγώ και οι γύρω τους βλέπουνε αυτουνούς που υποφέρουν και καταθλίβονται και αυτοί υποφέρουν. Καταλάβατε; Αλλά αυτοί που πάσχουν όμως, όταν βλέπουν τους άλλους να υποφέρουν μαζί τους, ευχαριστιούνται και το κάνουνε πιο πολύ. Θα πεις, μωρέ, γίνεται αυτό; Ε! γίνεται, όμως χωρίς να το καταλαβαίνουμε, ο διάβολος το ενεργεί, δεν ξεύρω, ρε παιδιά, μπορείτε να καταλάβετε αυτά που σας λέω;

Γίνεται αυτό χωρίς να το καταλαβαίνουν, να βλέπεις τον άλλον να πέφτει κάτω, να παθαίνει τάχα επιληψία για να τους κάνει να εντυπωσιαστούν, να τον λυπηθούν, ή να καταλάβουν ότι γιατί να δώσουνε στον αδελφό του καλά παπούτσια. Όταν έκανε, αν του δίνανε και μικρή αφορμή, άρχιζε να πετάει τις καρέκλες, να σπάει τα τζάμια, πάει. Δηλαδή αυτά γίνονται μ’ έναν τρόπο μυστηριώδη.

 

Παρουσιαστής:

Ο Γέροντας Πορφύριος στην προηγούμενη ενότητα εννοεί ότι πολλές φορές ο άνθρωπος γίνεται ενεργούμενο κακών σκέψεων, είτε δικών του, είτε υποβολιμαίων από το πονηρό πνεύμα, χωρίς να το καταλαβαίνει και τότε παρασύρεται χωρίς αυτοέλεγχο και κάνει αυτό που κάνει, που αργότερα νομίζει ότι δεν το ήθελε, αλλά που στην πραγματικότητα το θέλησε και αυτός. Συνεργάζεται με τον κακό λογισμό, λέει μέσα του για μια στιγμή το ναι και ύστερα αφήνεται και δρα ανέλεγκτα και κάνει πράγματα που ίσως και να μην τα θυμάται μετά. Όμως στην αρχική στιγμή υπέκυψε με το θέλημά του και έτσι κατελήφθη από το πάθος του. Αυτό ο Γέροντας το ονομάζει μυστηριώδη τρόπο. Γιατί δεν είναι αμέσως από όλους αντιληπτό, είναι όμως αλήθεια ότι συμβαίνει. Γι’ αυτό χρειάζεται προσοχή στην πρώτη στιγμή που έρχεται ο κακός λογισμός, να τον περιφρονήσουμε και να στραφούμε αμέσως στον Χριστό, για να μη μας πιάσει και μας αιχμαλωτίσει την θέληση και μας κάνει ό,τι θέλει μετά χωρίς να ελέγχουμε την κατάσταση.

Γέροντας Πορφύριος:

Δηλαδή ο άνθρωπος, ακούστέ με να δείτε, θα σας φέρω ένα άλλο παράδειγμα.

Μια φορά ήτανε ένα αγόρι, είχε έρθει εδώ και μου ‘λεγε: «Γέροντα, έχουμε την αδελφή μου και υποφέρει πολύ».

Λοιπόν, του λέω τι;

«Αυτή, λέει, παθαίνει επιληψία και μας έχει ξετρελάνει όλους στο σπίτι. Λοιπόν, ακούστέ με, είναι ένα ωραίο παράδειγμα και αυτό. Δεν κάνει να λέω ονόματα, αλλά που να καταλάβετε τώρα. Του λέω, κοίτα δω, η αδελφή σου ξεύρεις δεν έχει επιληψία. Μου λέει, έχει και ταράζεται πολύ και δαγκάνει και τα χείλη της η καημένη. Του λέω, το κάνει έτσι. Όχι, μου λέει, δεν γίνεται, δεν το κάνει έτσι. Την πιάνει. Του λέω, να την φέρεις. Λέει, να την φέρω αύριο; Φέρτηνε του λέω. Λοιπόν, την άλλη μέρα πλακώνει η κοπελίτσα, μια ωραία κοπέλα με τα μαλλιά πίσω έτσι, σαν αλογοουρά. Ε! και λέει, μ’ έφερε ο αδελφός μου, να μου πεις συμβουλές, μου λέει, γιατί υποφέρω από επιληψία και στενοχωριούνται στο σπίτι όλοι. Της λέω, έλα εδώ κάτσε. Ξεύρεις τι είδα εγώ από μακριά μόλις μου έλεγε ο αδελφός σου ότι πάσχεις από <επιληψία>; Έβλεπα ότι το κάνεις μόνη σου αυτό το πράγμα. Όχι, μου λέει, δεν το κάνω. Δεν το κάνω, μου λέει. Της λέω, το κάνεις μόνη σου. Όχι δεν το κάνω, μου λέει. Να σκεφτείς, λέει, ότι, όταν συνέρθω πολλές φορές, έχω δαγκάσει τα χείλη μου και βγάζουν αίμα. Μωρέ, το ξέρω, της λέω. Αλλά άκουσε να σου πω, πως γίνεται. Της λέω, εσύ έχεις μεγάλον εγωισμόν μέσα σου, θέλεις να σ’ αγαπούνε όλοι. Και πολλές φορές, όταν δεις του γονείς σου να περιποιούνται κάποιον αδερφό σου, ε! το κάνεις μόνη σου. Ξεύρεις πως γίνεται αυτό το πράγμα, και κάνεις έτσι και το κάνεις. Δηλαδή, ανοίγεις, σε κυριεύει ο δαίμονας και από κει και πέρα τα χάνεις. Πέφτεις κάτω, αφρίζεις, χτυπιέσαι, δαγκάνεις τα χείλη σου, για θυμήσου το, της λέω, ρε κόρη; Ε! αυτό το κάνω, μου λέει. Λέω, πως το κάνεις, γιατί το κάνεις; Να, όταν με στενοχωρήσουν δεν έχω τίποτ’ άλλο να κάνω, κάνω αυτό για να το καταλάβουν να μη με στενοχωρούν, να μ’ αγαπούν και να μου φέρνουνε εκείνο που θέλω. Λέω, καλά τα λες αυτά, το καταλαβαίνεις; Το καταλαβαίνω. Το καταλαβαίνεις ότι το κάνεις μόνη σου; Τώρα, λέει, το κατάλαβα ότι το κάνω μόνη μου. Το προκαλώ, λέει, αλλά έπειτα χάνομαι. Απ’ εκεί και πέρα χάνομαι, με πιάνει αυτό, πάει, δεν ξεύρω τι κάνω, μου λέει, είμαι κατειλημμένη πια από το κακό.

Τ’ ακούσατε αυτό; Τ’ ακούσατε; Είναι σπουδαίο. Δηλαδή, πως ανοίγεις την θύρα. Να, μια φορά, να σας πω ένα παράδειγμα. Έλεγα στον κύριο... να κάνει κάτι. Μου λέει, δεν μπορώ. Του λέω, ρε παιδί μου κάνε μου τη χάρη και εγώ, γέρος παπάς είμαι, θέλω να μου κάνεις αυτό το πράγμα. Όχι, δεν μπορώ. Ήμασταν κάτω στο υπόγειο. Λοιπόν, μου λέει, δεν το λέει η επιστήμη αυτό. Του λέω, ρε παιδί μου, τι την θες την επιστήμη; Να πας να κάνεις αυτό το πράγμα, είναι ανάγκη, δεν έχω άλλονε.

Εγώ δεν μπορώ.

Εκείνη την στιγμή, ρε παιδιά, έτσι μου ήρθε, πως να σου πω, κάτι κακό. Δηλαδή, ν’ αγανακτήσω εναντίον του. Λοιπόν, το κατάλαβα. Το μυστικό είναι, να το προλαβαίνεις. Άμα το αφήνεις και σε πιάσει, πάει σ’ έπιασε. Λοιπόν, εκεί που ήθελα, λοιπόν, να φωνάξω με αγανάκτηση και τέλος πάντων, ξέρω κι εγώ  τι να του κάνω, ενεπνεύσθηκα ωραία προσευχή, εκείνην τη στιγμή. Ξεύρετε πόσο ωφέλιμα είναι αυτά που σας λέγω αυτή την στιγμή, που έχω δει και ξεύρω πάρα πολλά, αλλά που να μου έρθουνε στην μνήμη, αυτά τα πράγματα.

Α να σας πω για τον... Λοιπόν, ήθελε να παιδεύει τους γονείς του πολύ. Το σπίτι του, τ’ αδέλφια του. Λοιπόν, να δείτε είχε ένα δαιμόνιον, φοβότανε να μπει μέσα στο τραμ, και τον πατέρα του, όταν πηγαίνανε κάτω, διαρκώς τον έβαζε και πλήρωνε και τον εγύριζε με ταξί, και άλλα πολλά. Εν πάση περιπτώσει, ενώ τώρα εγώ τον εκανόνισα να πάει να φύγει από τους γονείς του, για να ελευθερωθεί απ’ αυτά τα πράγματα. Ε, με την ευλάβεια όλη, που εδόθηκε εις την αγάπη του Θεού, τα πέταξε όλα. Καταλάβατε; Και το έχω δει σε πολλούς αυτό το πράγμα. Βρε παιδιά, αυτό βασανίζει σήμερα τον κόσμο, αυτά τα πράγματα τα πειρασμικά που πιάνουνε σαν, σαν διαβολικά πράγματα τους νέους και φεύγουνε από τα σπίτια τους και τα βάζουνε με τους γονείς τους, και παρατάνε τα γράμματα και αυτό. Έπειτα ένα άλλο πράγμα που ήθελα να σας πω είναι η εργασία, είναι το ενδιαφέρον για την ζωή. Η τέχνη, ο κήπος, τα λουλούδια, πολύ σπουδαία πράγματα. Η μελέτη στην Αγία Γραφή, τα ενδιαφέροντα στη Θρησκεία, στην αγάπη του Θεού. Τι να τους κάνεις τους ψυχιάτρους και τους ψυχαναλυτάς και τα ψυχοφάρμακα και τα ναρκωτικά. Λοιπόν, υπάγετε εν ειρήνη.

Παρουσιαστής:

Από τα ωραία παραδείγματα που μας ανέφερε ο Γέροντας Πορφύριος ας συγκρατήσουμε το μεγάλο μυστικό της μετατροπής των θλίψεων σε χαρά. Είναι η ταπείνωση που ελκύει την χάρη του Θεού

 

Σημ. Το παραπάνω κείμενο έχει δημοσιοποιηθεί με την άδεια των αδερφών του Ιερού ησυχαστηρίου Μεταμόρφωσις του Σωτήρος στο Μήλεσι της Αττικής.

Η επιλογή των κειμένων, έγινε σε συνεργασία με τον κύριο Κωνσταντίνο Καρακόλη, ο οποίος και έχει την επιμέλεια του βιβλίου και τον οποίο ευχαριστούμε θερμά για το ενδιαφέρον του.

Επικοινωνία

Αγίου Χριστοφόρου 2 Κατερίνη
Τηλέφωνο επικοινωνίας
2351 022461
Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

Επισκέπτες

27965