Γέροντας Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος

Αρχιμ. Επιφάνιος Ι. Θεοδωρόπουλος (27.12.1930 – 10.11.1989)

 

Άρθρο του Καθηγητή Κων/νου Δωρ. Μουρατίδου δημοσιευμένο στην «ΚΟΙΝΩΝΙΑ»

Δελτίον της «Πανελληνίου Ενώσεως Θεολόγων» Έτος ΛΒ΄- Οκτώβριος- Δεκέμβριος 1989- τεύχος 4, σ. 373-398

Μια κορυφαία σύγχρονη εκκλησιαστική μορφή, που ενσάρκωσε το ιδεώδες του Ορθοδόξου κληρικού, ποιμένα και θεολόγου και λάμπρυνε με την ιδιότητα του μέλους την Ένωσή μας, ο μακαριστός Αρχ. π . Επιφάνιος Ι. Θεοδωρόπουλος εκδήμησε εις Κύριον την 10 Νοεμβρίου 1989.

Χιλιάδες πενθούντος λαού κατέκλυσαν τον Ι. Ν. της Κοιμήσεως Θεοτόκου Χρυσοσπηλαιωτίσσης και τον προ αυτού χώρο για να συμμετάσχουν στην νεκρώσιμη, ακολουθία και να κατευοδώσουν προς την Βασιλεία του Θεού τον πεφιλημένο και πολυσέβαστο πνευματικό τους Πατέρα και Γέροντα.

Το θλιβερό άγγελμα της εκδημίας του μακαριστού π. Επιφανίου είχε πανορθόδοξη απήχηση δεδομένου, ότι η φήμη του είχε υπερβεί ενώ ακόμα ζούσε, τα εθνικά μας σύνορα.

Το μέγεθος της απηχήσεως αύτης εκφράζεται με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο στο δημοσιευόμενο στην συνέχεια κείμενο του Σεβ. Μητροπολίτου Βανάτου (Σερβίας κ . Αμφιλοχίου Ράντοβιτς διακεκριμένου πνευματικού αναστήματος του αοιδίμου π. Ιουστίνου Πόποβιτς, κορυφαίου ορθοδόξου θεολόγου του 20ου αιώνος.

1.Κόσμημα συμπάσης της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Το κείμενο του Σεβ. κ. Αμφιλοχίου έχει ως εξής:

«Μάθαμε και έξω από την Ελλάδα δια την εν Κυρίω κοίμηση του π.Επιφανίου Θεοδωροπούλου, του ενάρετου αυτού άνδρα και κοσμήματος όχι μόνον της Εκκλησίας της Ελλάδος άλλα και συμπάσης της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Στον ίδιον χάρισε ο Κύριος την όντως ανάπαυση από πολλούς κόπους και πόνους του, εμείς όμως μείναμε χωρίς ένα απλανή της πίστεως διδάσκαλο, οδηγό πολλών ψυχών, άνδρα ένθεου ζήλου και μεγάλης φιλανθρωπίας. Οι Άνδρες τοιούτου είδους ανήκουν όχι εις ένα μόνον λαόν άλλ’ εις το «έθνος άγιον» του Κυρίου. Η ακτινοβολία των πάντοτε ξεπερνούσε τα στενά όρια του τόπου των πριν ή μετά τον θάνατον των. Τον πολυσέβαστό μας π. Επιφάνιον αξίωσε ο Κύριος της ακτινοβολίας αυτής και πριν ν’ αναχώρησει από τον αιώνα τούτον τον απατηλό. Τώρα που ο Κύριος τον καθάρισε διά των πολλών πόνων και αγώνων του και τον έκαμε συμμέτοχον του Σταυρού και του θανάτου, Του, άλλ’ όπως ακραδάντως πιστεύομε και της Αναστάσεως Του, η ακτινοβολία του θα είναι πιο ζωντανή και αισθητή.

Εκείνος ο οποίος ερχόταν τις τελευταίες δεκαετίες στην Ελλάδα από άλλες ορθόδοξες χώρες, δεν μπορούσε να μην πάρει είδηση της δυναμικής και ιδιαζούσης παρουσίας του π. Επιφανίου στην εκκλησιαστική και θεολογική ζωή της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Καταθέτω την μαρτυρία ότι ο σεβαστός μας Γέροντας, είτε διά του γραπτού λόγου του είτε διά προσωπικής επαφής, πολλές φορές ανέλαβε επάνω του και τις θλίψεις της ψυχής μου διά της ιεράς εξομολογήσεως. Επάνω δε εις την ποιμαντική ράβδον, διά της οποίας ποιμαίνω τήν θεοσύστατη Μητρόπολη μου Βανάτου, γράφει- “ταπεινή προσφορά Α.Ε.Θ.”. Είθε ο πολυεύσπλαχνος Κύριος να είναι το αιώνιο στήριγμα εις τον τους πολλούς στηρίξαντα π. Επιφάνιον διά της βαθείας πίστεως του

και λόγου και φλογερού παραδείγματός του».


Προσευχὴ ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν Κληρικῶν

Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ μέγας καὶ φοβερὸς καὶ ἔνδοξος, ὁ φυλάσσων τὸ ἔλεός Σου καὶ τὴν διαθήκην Σου τοῖς ἀγαπῶσι Σε καὶ φυλάσσουσι τὰ Σὰ προστάγματα, εὐχαριστοῦμεν Σοι ὑπὲρ τῶν φανερῶν καὶ ἀφανῶν Σου εὐεργεσιῶν τῶν εἰς ἡμᾶς γεγενημένων.

Δεόμεθά σου, Κύριε, ῥῦσαι ἡμᾶς καὶ λύτρωσαι, ὅτι πολλὰ τοῖς νόμοις Σου ἀφρόνως προσεπταίσαμεν καὶ ἐκολλήθη ἡ γαστὴρ ἡμῶν εἰς γῆν ἰλῦος.

Ἐγενήθημεν ὡσεὶ σκεύη ἀπολωλότα, καὶ ἠκούσαμεν ψόγον πολλῶν παροικούντων κυκλόθεν. Διὸ παρακαλοῦμέν Σε, φιλάνθρωπε Δέσποτα, ὕψωσον κέρας Χριστιανῶν Ὀρθοδόξων, καὶ κατάπεμψον ἐφ᾿ ἡμᾶς τὸ μέγα Σου ἔλεος.

Μὴ παραδῷς, Μονογενὲς Λόγε τοῦ Θεοῦ, τὴν Ἐκκλησίαν Σου, ἣν περιεποιήσω τῷ Τιμίῳ Αἵματι Σου, δέρεσθαι ὑπὸ ἀνέμων καὶ σαλεύεσθαι ὑπὸ κυμάτων.

Εἰπὲ οὖν, Κύριε, τῇ μαινομένῃ κατ᾿ αὐτῆς θαλάσσῃ τῶν παθῶν του κόσμου «σιώπα, πεφίμωσο»· ἐπιτίμησον δὲ τοῖς ἀνέμοις καὶ ποίησον γαλήνην, ἵνα γαληνῶς ποντοπορῇ καὶ ἀταράχως ἡ θεία Ὁλκάς Σου.

Δὸς δή, φιλεύσπλαγχνε Κύριε, καὶ τοῖς ἁγίοις Σου Ἀρχιερεῦσι καὶ Ἱερεῦσιν, οὓς Πνεῦμα τὸ Πανάγιον ποιμαίνειν ἔθετο τὴν ἐπὶ γῆς στρατευομένην Ἐκκλησίαν Σου, χάριν συνέσεως εἰς τὸ διανοεῖσθαι καὶ πράττειν τὰ εὐάρεστά Σοι καὶ τῷ μυστικῷ Σου Σώματι συμφέροντα. Σὺ τοίνυν, Ἰησοῦ Χριστέ, κυβέρνησον καὶ δίδαξον καὶ φώτισον αὐτοὺς τοῦ ἀγαπᾶν ὑπὲρ τὰ πρόσκαιρα τὴν δόξαν Σου τὴν ἄφθαρτον· ὑπὲρ τὰ ὅρια τῶν γεηρῶν Ἐπισκοπῶν καὶ Ἐνοριῶν αὐτῶν, ὁρᾶν τὴν ἀμετάθετόν Σου Βασιλείαν, ἣν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου ἡτοίμασας πᾶσι τοῖς ἀγαπῶσι Σε.

Δὸς αὐτοῖς, Κύριε, ἐν φίλτρου ἀγαπᾶν παροξυσμῷ τὸν τίμιον λαὸν Σου, ἀεὶ δ᾿ ἑτοίμους εἶναι καὶ τὴν κεφαλὴν ἀποτμηθῆναι ὑπὲρ τοῦ ποιμνίου ἑαυτῶν, κατὰ τὸ Σὸν ὑπόδειγμα. Χρημάτων, Ἅγιε, καὶ δόξης, ποίησον αὐτοὺς ὑπερφρονεῖν καὶ φιλοπτώχους εἶναι, ἑλκύων ἅμα πρὸς τὸν Οὐρανὸν τὸ φρόνημα αὐτῶν.

Ἔτι δεόμεθά Σου, Κύριε, φώτισον αὐτῶν τὰ ὄμματα· συνέτισον τὴν διάνοιαν· ταπείνωσον τὴν καρδίαν· τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν ἅγνισον καὶ ἀπόστρεψον τοῦ μὴ βλέπειν τῶν ὑλαίων τὴν ματαιότητα· εὐόδωσον δὲ πάντας ἡμᾶς τοῦ διανύσαι τὴν στενὴν ὁδὸν καὶ τεθλιμμένην, ἵνα ἐν τοῖς Σκηνώμασι τοῖς Οὐρανίοις καταπαύσωμεν τῆς δόξης Σου, καὶ σὺν τοῖς Ἀγγέλοις Σου καὶ Ἀρχαγγέλοις ᾄδωμεν ᾆσμα καινὸν καὶ πανευφρόσυνόν Σοι τῷ Δεσπότῃ καὶ Ἁγίῳ Λυτρωτῇ ἡμῶν, σὺν τῷ Ἀνάρχῳ Σου Πατρὶ καὶ τῷ Ζωοποιῷ Σου Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς ἀτελευτήτους αἰῶνας. Ἀμήν. 


Τί είναι η Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία;

Η Εκκλησία μας καθόρισε όλες τις Τετάρτες και Παρασκευές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής να τελείται μία άλλη Λειτουργία, η Λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων.

Κατά τη Λειτουργία αυτή δεν τελείται Θυσία, δε γίνεται δηλαδή μεταβολή του άρτου και του οίνου σε Σώμα και Αίμα Χριστού. Τα Τίμια Δώρα, ο Άρτος και ο Οίνος είναι έτοιμα, έχουν προαγιασθή (γι' αυτό και λέγεται Λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων) κατά την προηγηθείσα θεία Λειτουργία της Κυριακής, είναι πλέον Σώμα και Αίμα Χριστού, και απλώς προσφέρονται προς μετάληψη στους πιστούς.

Ο Ιερέας καθ' εκάστη Κυριακή κόπτει από το πρόσφορο τον λεγόμενο «Αμνόν», δηλαδή το τετράγωνο εκείνο τεμάχιο της σφραγίδας που γράφει ΙΣ-ΧΣ ΝΙ-ΚΑ, και το τοποθετεί επάνω στο ιερό Δισκάριο. Μετ' ολίγο, κατά τη στιγμή του «Σε υμνούμεν...», το τεμάχιον αυτό του άρτου θα μεταβληθεί δια της ευλογίας του Ιερέως σε αυτό τούτο το Σώμα του Κυρίου, όπως και ο οίνος, που είναι στο ιερό Ποτήριο, θα μεταβληθεί και αυτός σε αυτό τούτο το Αίμα του Κυρίου.

Όταν όμως βρισκόμαστε στη πένθιμο περίοδο της Μ. Τεσσαρακοστής, ο Ιερέας, κατά τη Θ. Λειτουργία της Κυριακής, δεν θα κόψει ένα μόνο τεμάχιο εκ της σφραγίδας του προσφόρου, ωσάν αυτό που είπαμε ανωτέρω, αλλά περισσότερα (συνήθως τρία), ανάλογα προς τον αριθμό των Λειτουργιών των Προηγιασμένων που θα τελέσει κατά την εβδομάδα.

Τα τεμάχια αυτά (που δεν κόπτονται όλα από ένα πρόσφορο, αλλ' ένα από κάθε πρόσφορο), θα τα ευλογήσει κατά την ώρα που πρέπει και αυτά θα μεταβληθούν σε Σώμα Χριστού. Από αυτά το ένα θα χρησιμοποιηθεί για τη θεία Μετάληψη της ημέρας εκείνης (Κυριακής), τα άλλα (συνήθως δύο) θα εμβαπτισθούν στο ιερό Ποτήριο, όπου το άγιο Αίμα του Κυρίου, και θα φυλαχθούν σε ειδικό κιβωτίδιο, το ιερό Αρτοφόριο, για τις Λειτουργίες των Προηγιασμένων Δώρων που θα γίνουν εντός της εβδομάδας. Κατ' αυτές τις Λειτουργίες ο Ιερέας θα προσφέρει στους πιστούς προς μετάληψη τα Προηγιασμένα αυτά Δώρα.

Η Λειτουργία των Προηγιασμένων είναι συνυφασμένη με Εσπερινό, είναι δηλαδή βραδινή. Αυτό έχει θεσπιστεί, διότι οι παλιοί Χριστιανοί κατά τις ημέρες της Μ. Τεσσαρακοστής διετέλουν τελείως άσιτοι (νηστικοί) μέχρι των εσπερινών ωρών. Μπορούσαν λοιπόν να εκκλησιαστούν και να κοινωνήσουν κατά τις εσπερινές ώρες. Σήμερα η Λειτουργία των Προηγιασμένων τελείται και κατά την εσπέρα συνηθέστερα όμως τελείται κατά τις πρωινές ώρες προς διευκόλυνση των πιστών.

Η Λειτουργία αυτή δεν έχει τον πανηγυρικό και θριαμβευτικό τόνο των άλλων Λειτουργιών, αλλά δεσπόζει σε αυτή το πένθιμο και κατανυκτικό στοιχείο.Η Λειτουργία των Προηγιασμένων τελείται όλες τις Τετάρτες και Παρασκευές της Μ. Τεσσαρακοστής. Κατά τη Μεγάλη Εβδομάδα τελείται μόνο τις τρεις πρώτες μέρες αυτής (Μ. Δευτέρα, Μ. Τρίτη και Μ. Τετάρτη). Επίσης τελείται και κατά τις ημέρες εορτών ευρισκομένων εντός της περιόδου της Μ. Τεσσαρακοστής. Δεν τελείται κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές της Μ. Τεσσαρακοστής. Ο Ιερέας, και αν κρατήσει τα ονόματα, δεν θα τα μνημονεύσει, στην Πρόθεση, αλλά θα τα αφήσει για τη Λειτουργία του Σαββάτου ή της Κυριακής. Επίσης, κατά τη Λειτουργία των Προηγιασμένων δε γίνονται μνημόσυνα. 


«Επιφάνιον επαινών αρετήν επαινέσομαι»

 

Κλείνοντας την πτωχή και ατελή, λόγω ελλείψεως χρόνου και ιδίως της απαιτουμένης πνευματικής επάρκειας του γράφοντος, για την παρουσίαση μιας τόσο πολυσύνθετης και αγίας μορφής, ως ο μακαριστός π. Επιφάνιος, ας μου επιτραπεί να αναφερθώ δι’ ολίγων εις την εμπειρία από την προσωπική με αυτόν ευλογημένη δι’ εμέ και αγία συναναστροφή και στενότατη συνεργασία, η οποία διήρκεσε 18 περίπου χρόνια.

Όταν η παρουσίαση της εμπειρίας αυτής γίνεται υπεύθυνα, ανεπιτήδευτα και ανόθευτα και συμπίπτει ή εκφράζει χιλιάδες άλλες παρόμοιες απόψεις τότε συμβάλλει κατά την γνώμη μου αποφασιστικά στην προβολή της γνησίας, αληθινής και αυθεντικής εικόνος της προσωπικότητος εις την οποία αναφέρεται.

Το έτος 1972 ότε ενοσηλευόμην εις το νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» με επεσκέφθη ένας νέος κληρικός. Με εντυπωσίασε η ιεροπρεπής παρουσία του και με ενεθουσίασε το άκουσμα του ονόματος του: π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος. Η φήμη του ως ενός των πλέον διακεκριμένων κληρικών για την πνευματικότητα του και την λαμπρά πατερική του συγκρότηση είχε φθάσει και μέχρις εμού. Η ήμερα της συναντήσεως μου αυτής με τον π. Επιφάνιο απετέλεσε δι’ εμέ ιστορικό ορόσημο, για την περαιτέρω πνευματική μου πορεία και θεολογική μου διακονία.

Από το 1954, που μελετούσα νυχθημερόν τον ανεξάντλητο πνευματικό θησαυρό των μεγάλων Γερόντων και Καθηγητών της Ερήμου (Αποφθέγματα Πατέρων τής Αιγυπτιακής Ερήμου και άλλα συγγράμματα μεγάλων ασκητών Πατέρων) για την συγγραφή της διδακτορικής μου εργασίας με τίτλο «Η μοναχική υπακοή εις την αρχαία Εκκλησία», και εντρυφούσα στο θαυμαστό κόσμο των υπερφυών χαρισμάτων των ασκητών Πατέρων, αυξάνετο συνεχώς ο πόθος να συναντήσω στο δρόμο της ζωής μου ένα χαρισματικό Γέροντα, απλανή οδηγό στον χώρο της θεολογίας, που είναι κατά τον Άγιο Γρηγόριο Νύσσης «Όρος άναντες ως αληθώς και δυσπρόσιτον…». Γι’ αυτό και όσοι επιθυμούν να προχωρήσουν εκ του ασφαλούς προς την κορυφή της Θεολογίας έχουν οπωσδήποτε ανάγκη, όπως παρατηρεί ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος ενός «Μωυσέως», ο οποίος θα είναι μεσίτης μας προς τον Θεόν και οδηγός μας μετά τον Θεόν, για να προσθέσει «ηπατήθησαν τοίνυν οι εαυτοίς θαρρήσαντες και μηδενός του προηγουμένου (δηλαδή του χαρισματικού και απλανούς οδηγού) χρήζειν υπονοήσαντες». Στο σημείο αυτό θα πρέπει να υπογραμμίσω, ότι εγνώρισα και στο παρελθόν λαμπρούς πνευματικούς αλλά δεν υπήρχαν αι προϋποθέσεις για ευρύτερη συνεργασία.

Και ο πόθος αυτός εκπληρώθηκε την ιστορική δι’ εμέ ημέρα της συναντήσεως στον «Ευαγγελισμό» με τον π. Επιφάνιο, στο πρόσωπο του οποίου είδα τον χαρισματικό Γέροντα. Εκέρδισε από την πρώτη στιγμή την απόλυτη εμπιστοσύνη μου. Τον παρεκάλεσα να γίνει πνευματικός πατέρας μου. Εδέχθη την παράκληση μου με κάποια έκπληξη. Και με ρώτησε: Εγώ;

Η ενέργεια μου αυτή δεν ήταν αποτέλεσμα συναισθηματικής παρορμήσεως, ήμουν ήδη ώριμος την ηλικία, 54 ετών και Καθηγητής εις το Παν/μιο Αθηνών και μεγαλύτερος από τον π. Επιφάνια κατά 12 ολόκληρα χρόνια, αλλά εδραίας και αμετακίνητου πεποιθήσεως, ότι μπορούσα να εμπιστευθώ τον εαυτό μου εις τον νέον αυτόν κληρικό, στο πρόσωπο του οποίου έβλεπα τον γνήσιο αντιπρόσωπο του Θεού και τον λόγο του σαν λόγο του Θεού.

Η ενέργεια μου αύτη, απεδείχθη, ότι προήλθε από θεία φώτιση, γιατί εδικαιώθη απολύτως, και μου χάρισε ένα χαρισματικό Γέροντα, ό,τι δηλαδή πολυτιμότερο μπορεί να αποκτήσει ο πιστός και μάλιστα ο θεολόγος σ’ αυτόν τον πρόσκαιρο κόσμο.

Από την ήμερα εκείνη η Χάρις του Θεού εσφυρηλάτησε τον πολυτιμότερο πνευματικό δεσμό της ζωής μου. Με αφετηρία τον χώρο της Ιεράς Εξομολογήσεως, άρχισε ένας δεσμός απόλυτης από μέρους μου εν Χριστώ αγάπης, στενότατης φιλίας και συνεργασίας στον Αμπελώνα του Κυρίου.

Δεν νομίζω, ότι θα μπορούσα να αγαπήσω άλλον άνθρωπο, περισσότερο από ότι αγάπησα τον π. Επιφάνιο. Θα μου ήταν όμως δύσκολο και να τήν περιγράψω. Ο μακαριστός Γέροντας ήταν δι’ εμέ κάτι το ιερό, το άγιο, ο γνήσιος, όπως είπα, αντιπρόσωπος του Θεού. Από την ημέρα που τον γνώρισα και συνεδέθην μαζί του μια ανεκλάλητη γαλήνη, πλημμύρισε την ύπαρξή μου. Ήταν το επίγειο καταφύγιο, το λιμάνι στο πέλαγος του βίου, το στήριγμα στις δοκιμασίες της ζωής. Και μόνο η σκέψη ότι στην οδό Μακεδονίας 24 ήταν ο μακαριστός Γέροντας ειρήνευε τη ψυχή μου και ο αγαπημένος σε τόσους και τόσους πιστούς αριθμός του τηλεφώνου του πόσες φορές δεν έδωσε τις πρώτες βοήθειες.

Ο π. Επιφάνιος ήταν γεννημένος Πνευματικός Ηγέτης. Ουδέποτε χρησιμοποίησε την θέση υπεροχής στις σχέσεις μας πού ολόψυχα και με χαρά του προσέφερα. Σχέση δηλαδή υποτακτικού προς Γέροντα. Αντιθέτως μάλιστα αναβάθμισε την στενότατη επί διετία περίπου συνεργασία μας στο επίπεδο ίσαδελφης φιλίας και ισοτιμίας. Μία από τις μεγαλύτερες ευλογίες στο σπίτι μου ήταν οι συχνές επισκέψεις του π. Επιφανίου. Όταν έμπαινε στο σπίτι και πήγαινε να καθίσει στην ίδια θέση, στην άκρη του καναπέ, όπως συνήθιζε, είχα τήν συνείδηση, ότι ένας άγιος ευρίσκετο ανάμεσα μας.

Και όταν αναχωρούσε είχα το προνόμιο να τον συνοδεύω με το ασανσέρ μέχρι την έξοδο και στην συνέχεια μέχρι το αυτοκίνητο ενός από τα πνευματικά του τέκνα που τον περίμενε. Δείγμα χαρακτηριστικό της ταπεινοφροσύνης του Γέροντα είναι και το εξής: Όταν στην αρχή τον επεσκέφθην στην οδό Μακεδονίας 24 ηθέλησε και αυτός να με συνοδεύσει μέχρι την έξοδο της πολυκατοικίας και όπως ήταν αυτονόητο τον παρεκάλεσα να μην επιμείνει και βεβαίως του υπενθύμισα, ότι οι σχέσεις μας είναι υποτακτικού και Γέροντα, όχι μόνο στο εξομολογητήριο, αλλά και παντού και ακόμη ότι η σχέση αυτή αποτελεί προνόμιο δι’ εμέ και έφυγα από τη σκάλα, ενώ ο μακαριστός Γέροντας με αποχαιρετούσε με το γνωστό εγκάρδιο και πατρικό μειδίαμα του.

Και ήταν υψίστη ευλογία και δωρεά δι’ εμέ, ότι η βαθειά αυτή αγάπη μου προς τον π. Επιφάνιο είχε βρει πλήρη, ανταπόκριση, όπως μου έλεγε η μακαρία θεία του Αλεξάνδρα σε μια τηλεφωνική μας συνομιλία. «Σας αγαπώ γιατί σας αγαπά πολύ ο Γέροντας».

Μια συγκλονιστική έκφραση της αγάπης αυτής του π. Επιφανίου έλαβε χώρα, όταν νοσηλευόμουν και πάλι στον «Ευαγγελισμό», τον Μάιο του 1979, με σοβαρή καρδιακή πάθηση που επέβαλε την άμεση αποστολή μου στο Χιούστον των ΗΠΑ για να υποβληθώ σε εγχείρηση των στεφανιαίων αρτηριών (Μπάϊ -πας). Τα δε προγνωστικά ήσαν δυσοίωνα, αφού και άλλοι σκόλοπες επιβάρυναν ακόμη περισσότερο την όλη κατάσταση, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης, η υπέρταση κλπ.

Ο π. Επιφάνιος με επεσκέπτετο τακτικά στον «Ευαγγελισμό», την δε τελευταία ημέρα προ της αναχωρήσεως μου έδωσε ένα κλειστό φάκελο, τονίζοντας μου, ότι πρόκειται για δωρεά και όχι για δάνειο και προσέθεσε: Όταν συν Θεώ γυρίσετε από την Αμερική και έχετε την ευχέρεια τα δίδετε κατά την κρίση σας σε όσους έχουν ανάγκη.

Όταν άνοιξα τον φάκελο διαπίστωσα με έκπληξη ,ότι περιείχε μια επιταγή με μεγάλο ποσό σε δολάρια που κάλυπτε σχεδόν τα 2/3 της όλης δαπάνης. Το μεγαλείο της αγάπης του μακαριστού Γέροντα υπογραμμίζει το γεγονός, ότι ουδέποτε εγένετο και απλή έστω νύξη μεταξύ μας για τα πράγματι μεγάλα έξοδα που απαιτούντο για την εγχείρηση αυτή στις Η.Π.Α. Η πλήρης αγάπης χειρονομία του αύτη ήταν αποκλειστικώς από δική του πρωτοβουλία.

Και βεβαίως όταν με θαυμαστό τρόπο απεφεύχθη η εγχείρηση και αποκατεστάθη η κανονική λειτουργία της καρδίας μου, με αξίωσε ο Θεός να διαθέσω εις το πολλαπλάσιο το ποσό που μου έδωσε ο Γέροντας, αλλά το μεγαλείο της αγάπης του έθεσε ανεξίτηλη την σφραγίδα της στην ευγνωμονούσα καρδία μου, μιας αγάπης που την ένοιωθε κάθε ένας που πλησίαζε και συνδέετο με τον μακαριστό π. Επιφάνιο.

Αλλ’ η απεριόριστη, αγάπη του π. Επιφανίου δεν εκδηλωνόταν μόνο στις μεγάλες και δύσκολες περιπτώσεις. Φρόντιζε και μεριμνούσε ακόμη και για τις πιο ασήμαντες λεπτομέρειες σαν στοργικός πατέρας. Θα αναφερθώ μόνο σε δύο περιπτώσεις. Όταν τον επισκέφθηκα στο νοσοκομείο σε προάστιο της Αθήνας μετά τη δεύτερη εγχείρηση που έκανε και στη συνέχεια τον αποχαιρέτησα και προχωρούσα προς την έξοδο, έφθασε ένα πνευματικό του τέκνο και μου είπε: Ο Γέροντας ρωτά αν έχετε μεταφορικό μέσο. Και με μετέφερε ο ίδιος στο σπίτι μου. Μέσα στις τόσες μετεγχειρητικές ταλαιπωρίες του ο Γέροντας φρόντιζε για το πως θα επιστρέψω στην Αθήνα!

Η δεύτερη περίπτωση αφορά την επίσκεψη μαζί με τον π. Επιφάνιο τον Ιούνιο του 1989 στον Σεβ. Μητροπολίτη Νικαίας κ. Γεώργιο, που ενοσηλεύετο στο Κ.Α.Τ. και ήταν κατενθουσιασμένος με τις καθημερινές σχεδόν επισκέψεις του π. Επιφανίου, ο οποίος τον είχε εντυπωσιάσει σε τέτοιο βαθμό με τον ανεξάντλητο πλούτο των πνευματικών του χαρισμάτων και την ικανότητα να δημιουργεί κατάσταση ευφροσύνης ακόμη και στις πιο δύσκολες περιπτώσεις, ώστε να λέει με ενθουσιασμό. «Μας έχει γίνει τόσο απαραίτητος, δεν μπορούμε χωρίς αυτόν».

Όταν επιστρέψαμε από την επίσκεψη αυτή στην Μακεδονίας 24 ήταν περίπου 10 μ.μ. ο Γέροντας ήταν κατάκοπος από την εξομολόγηση, και την επίσκεψη και αισθανόταν ενοχλήσεις από την ασθένεία του. Το πνευματικό του τέκνο ανέβηκε στο διαμέρισμα του Γέροντα για να φέρει μερικά πράγματα. Στο μεταξύ ο Γέροντας και εγώ περιμέναμε όρθιοι την επιστροφή του. Πέρασαν περίπου 5 λεπτά. Και εγώ μάταια τον παρακαλούσα και τον πίεζα να ανεβεί στο διαμέρισμα να ξεκουραστεί. Έμεινε μαζί μου όρθιος στην ενοχλητική υγρασία της νύχτας για να μη με αφήσει μόνο.

Εκτός της συναντήσεως μας στον χώρο της Ιεράς εξομολογήσεως από την οποία έφευγα πάντοτε ενισχυμένος, άρχισε και μία στενότατη, συνεργασία με τον μακαριστό π. Επιφάνιο για την αντιμετώπιση των μεγάλων εκκλησιαστικών θεμάτων που ήρχοντο στην επικαιρότητα. Πόσο πολύτιμος, ευλογημένη και απαραίτητος ήταν δι’ εμέ αυτή η συνεργασία με τον μακαριστό Γέροντα, και πόση ασφάλεια παρείχε στην ταπεινή συμβολή μου στην αντιμετώπιση των συγχρόνων μεγάλων εκκλησιαστικών και συγγενών προς αυτά πολιτειακών θεμάτων, φαίνεται από το γεγονός, ότι έθετα προ της δημοσιεύσεως τους όλες τις εργασίες μου υπό την κρίση του, με την θερμή παράκληση να είναι αυστηρός στον έλεγχο και όχι απλώς να διαγράφει, ό,τι κατά την γνώμη του δεν ήταν ορθό, αλλά ακόμα και να απορρίψει ολόκληρη την εργασία, εάν δεν ανταπεκρίνετο προς τον σκοπό της, χωρίς να λαμβάνει οπ’ όψει, εάν διά την συγγραφή της εχρειάσθη εργασία μηνών.

Και μου έδινε μεγάλη ψυχική ενθάρρυνση για να προχωρήσω στην ιερή διακονία μου στον χώρο της Θεολογίας το γεγονός, ότι εκτός ορισμένων γλωσσικών διορθώσεων ή και βελτιώσεων, ενίοτε αξιόλογων, υπήρχε πλήρης συμφωνία στις θεολογικές θέσεις και απόψεις μας. Κατά την διάρκεια της πολυχρονίου μας συνεργασίας δεν παρουσιάσθηκε καμιά απολύτως διαφωνία είτε αυτό αφορούσε την ουσία, είτε την διαδικασία αντιμετωπίσεως του προβλήματος. Αλλά και εάν παρουσιάζετο ποτέ κάποια επουσιώδης διαφοροποίηση στον τρόπο αντιμετωπίσεως ενός θέματος στην συνέχεια απεδεικνύετο πόσο δίκαιο είχε ο π. Επιφάνιος. Θα αναφερθώ σε μια μόνο περίπτωση γιατί δεν ενθυμούμαι να υπήρξε και άλλη. Ένα βράδυ γύρω στις 8 μου τηλεφωνεί ο π. Επιφάνιος, ότι σε μισή ώρα θα περάσει από το σπίτι και επειδή είναι βιαστικός με παρεκάλεσε να τον περιμένω στην είσοδο της πολυκατοικίας, γιατί το θέμα είναι επείγον και πολύ σοβαρό. Πράγματι. Κατέβηκα στην είσοδο και όταν έφθασε ο π. Επιφάνιος μου είπε, ότι καλόν θα ήτο να συναντήσω έναν ανώτατο κρατικό αξιωματούχο για να του εκθέσω ορισμένες βασικές απόψεις σχετικές με την διασφάλιση του αυτοδιοικήτου της Εκκλησίας και της μοναστηριακής περιουσίας. Ήταν η εποχή που ο π. Επιφάνιος είχε αναπτύξει, όπως είπαμε, καταπληκτική δραστηριότητα για την προάσπιση των δικαίων της Εκκλησίας. Είχα ορισμένες επιφυλάξεις. Πίστευα, ότι όλα ήσαν προαποφασισμένα και συνεπώς θα ήταν ματαία κάθε σχετική προσπάθεια. Παρά ταύτα του είπα «επί τω ρήματί σου χαλάσω το δίκτυον», για να αποδειχθεί τελικά πόσο δίκαιο είχε ο Γέροντας.

Και η διαπίστωση, της απολύτου αυτής συμπτώσεως ήταν δείγμα μεγάλης ευλογίας δι’ εμέ, αλλά και ασφαλείας, ότι τα γραφόμενά μου δεν ήρχοντο σε αντίθεση με την Ορθόδοξη διδασκαλία.

Κατά τη διάρκεια της συνεργασίας μας αυτής εδραιώθηκε μέσα μου η απόλυτη πεποίθηση, ότι δεν υπάρχει τίποτε πολυτιμότερο για ένα μαχόμενο θεολόγο από το να κατευθύνεται από ένα απλανή οδηγό, ένα χαρισματικό Γέροντα. Χαρακτηριστικό της ταπεινοφροσύνης του μακαριστού π. Επιφανίου είναι και το γεγονός ότι έθετε και αυτός υπό την κρίση, μου πριν από την δημοσίευσή τους κείμενα του επί σοβαρών εκκλησιαστικών, θεολογικών και κανονικού δικαίου θεμάτων.

Παράλληλα με την πολύτιμη αυτή προσωπική προσφορά εις εμέ του μακαριστού Γέροντα αναπτύχθηκε μια εξόχως σημαντική συλλογική συνεργασία και με άλλα εξέχοντα μέλη του πιστού λαού του Θεού, με σκοπό την συμπαράσταση και ενίσχυση του αγώνος της Ιεραρχίας εναντίον των πολεμίων της Εκκλησίας.

Βεβαίως θα εχρειάζετο πολύς χώρος και χρόνος για να περιγραφεί και να αξιολογηθεί επαξίως η μεγάλη προσφορά του π. Επιφανίου στους μεγάλους αυτούς πνευματικούς αγώνες. Γι’ αυτό και περιορίζομαι να τονίσω, ότι η παρουσία και η συμβολή του στους αγώνες αυτούς, η προετοιμασία των οποίων εγίνετο πολλές φορές στο σπίτι μου, ήταν πράγματι καθοριστικής σημασίας για την επιτυχία τους.

Στο σημείο αυτό ας μου επιτραπεί να αναφερθώ και στην αγάπη του π. Επιφανίου για την Π.Ε.Θ. Ένα δείγμα της οποίας ήταν και η επιμονή του να μην αποχωρήσω από την ηγεσία της Ενώσεώς μας. Όταν του έλεγα, ότι συμπληρώθηκαν πάνω από δεκαπέντε χρόνια (τότε, σήμερα 17 χρόνια) συνεχούς διακονίας μου εις την Π.Ε.Θ. και ότι λόγοι υγείας και άλλες επείγουσες υποχρεώσεις συγγραφικές και οικογενειακές έθεταν επί τάπητος το θέμα ο π. Επιφάνιος, δεν έδιδε συνέχεια λέγοντας μου, ότι η Π.Ε.Θ. είναι σημαντική πνευματική έπαλξη.

Αλλ’ η μεγάλη, δραστηριότης που ανέπτυξε ο μακαριστός π. Επιφάνιος μετά την δεύτερη εγχείρηση συνωδεύετο, όπως είπαμε, και από σοβαρότερες ενοχλήσεις από τις ασθένειες που υπέφερε. Βεβαίως είχαμε συνηθίσει στο γεγονός των ασθενειών του γι’ αυτό και δεν μας ανησύχησε ιδιαιτέρως. Μετά όμως από την δεύτερη χειρουργική επέμβαση που υπέστη άρχισα να συνειδητοποιώ, ότι δεν απεκλείετο στο σχέδιο του Θεού να προβλέπετο και η κλήση του π. Επιφανίου στην Άνω Βασιλεία. Αλλ’ η ζωή χωρίς την παρουσία του, μου εφαίνετο αδιανόητη, και παρακαλούσα τον Θεό να μην επιτρέψει να δω τον θάνατό του.

Όταν στις αρχές Ιουλίου 1989 μου τηλεφώνησε ένας ευλαβής κληρικός, ότι ο π. Επιφάνιος έχει προσβληθεί από την επάρατη νόσο και οδεύει προς το τέλος συνταράχθηκε κυριολεκτικώς ολόκληρη η ύπαρξή μου και μια σιωπηλή κραυγή ικεσίας απευθύνθηκε αυθόρμητα προς τον Κύριο της Ζωής και του θανάτου «μη τον Επιφάνιο — όχι τον Επιφάνιο».

Αλλά όπως ήταν αυτονόητο, την κραυγή της ικεσίας επακολούθησε η απόλυτη εμπιστοσύνη προς τον Εσταυρωμένο Θεό της Αγάπης που μας χάρισε τόσα χρόνια τον μακαριστό Γέροντα, την μεγάλη αυτή δωρεά στο πλήρωμα της Εκκλησίας, που καταλήγει με ταπείνωση και ευγνωμοσύνη στην πλήρη αποδοχή, όσο οδυνηρή και αν είναι, του θελήματος Του. Γενηθήτω το θέλημα Σου.

Παρά ταύτα, όπως συμβαίνει στις έκτακτες και μοναδικές αυτές περιπτώσεις ο άνθρωπος προσπαθεί να βρει κάποια παρηγοριά στην σκέψη μήπως δεν είναι ορθή η διάγνωση, μήπως δεν μετεδόθη σωστά, μήπως υπάρχει ακόμη κάποια ελπίδα; Την σκέψη αυτή ενίσχυε το γεγονός, ότι με τον Γέροντα που ευρίσκετο στο Ησυχαστήριο της Τροιζήνος είχα επικοινωνήσει τηλεφωνικώς λίγες μέρες πριν από την φοβερή είδηση και η φωνή του ακούετο σταθερή, όπως πάντα, αν και μου είπε, ότι οι ενοχλήσεις από την ασθένεια εγίνοντο πιό έντονες.

Με την αμυδρή αυτή ελπίδα έσπευσα περί τα μέσα του μηνός Ιουλίου να συναντήσω τον μακαριστό Γέροντα μου στο ί. Ησυχαστήριο της «Κεχαριτωμένης Θεοτόκου». Έφθασα το μεσημέρι. Ο π. Επιφάνιος ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι, ωχρός και αδύνατος. Του φίλησα το χέρι, τον ασπάσθηκα, ήταν εξασθενημένος, αλλά γαλήνιος και αμετακίνητος στην πίστη του στο έλεος και στην παντοδύναμη σκέπη και προστασία του Θεού. Έφαγε με δυσκολία λίγο από το μεσημβρινό φαγητό. Βαθειά οδύνη με συνείχε βλέποντας τόσο ανήμπορο τον Γέροντα. Όταν ήλθε η ώρα να τον αποχαιρετήσω μου είπε να επανέλθω το βράδυ κατά τις εννιά.

Όταν πήγα μου είπε ο θεράπων ιατρός ότι ο Γέροντας εκοιμάτο και να επανέλθω σε μισή ώρα. Ανέβηκα στο κελλί μου. Επάνω στο γραφείο ήταν ο δίσκος με το λιτό βραδινό φαγητό. Δεν πέρασε πολύ ώρα και άκουσα ένα κτύπημα και την πόρτα να ανοίγει. Κατάπληκτος είδα να μπαίνει μόνος του ο Γέροντας. Όρθιος, και αδύνατος όπως ήταν μου φάνηκε σαν ουράνια οπτασία. Με πλημμύρισε μια άρρητη χαρά που έβλεπα και πάλι τον Γέροντα όρθιο. Έσπευσα να τον υποδεχθώ. Κάθισε σε μια πολυθρόνα και εγώ απέναντι του σε μια καρέκλα. Μου υπέδειξε να επανέλθω στην θέση μου και να συνεχίσω το φαγητό.

Αυθόρμητα, όπως ήταν φυσικό, του είπα: —Μα Γέροντα….

—Εάν δεν συνεχίσετε μου είπε θα με έχετε λιγότερο χρόνο μαζί σας.

Έσπευσα να καθίσω, αλλά για να τον ακούσω.

Ήταν η τελευταία μας συνομιλία. Παρά την συντομία της, τα λόγια του μακαριστού π. Επιφανίου ήταν, όπως πάντοτε «εν χάριτι, άλατι ηρτυμένα» και διανθισμένα όπως συνήθιζε με ένα πολύ επιτυχημένο ανέκδοτο από τα αποφθέγματα των Πατέρων της Ερήμου.

Όταν ήλθε η ώρα να επιστρέψει στο κελλί του, του είπα: —π. Επιφάνιε, προσευχόμαστε και περιμένουμε να επανέλθετε για να μας στηρίζετε και να μας ευλογείτε.

Και όπως ήταν ο Γέροντας καθισμένος στην πολυθρόνα με το κσμποσχοίνι στο χέρι, μου απάντησε με το βλέμμα του, δείχνοντας την Εικόνα της Θεοτόκου με τον Χριστό, που ήταν απέναντι. (Εννοώντας ότι έχει εμπιστευθεί τον εαυτό του απολύτως εις το θέλημα του Θεού). Ήταν τόσο εκφραστικό και γλυκύτατο το βλέμμα αυτό του π. Επιφανίου που νόμιζε κανείς ότι έβλεπε μέσα του μια θεϊκή ανταύγεια.

Για τον π. ‘Επιφάνιο και το βλέμμα του ο γνωστός χαρισματικός Αγιορείτης Γέροντας π. Εφραίμ (ο Κατουνακιώτης) είχε πει: «το φωτεινό αστέρι της Αθήνας με το διορατικό βλέμμα».

Κι’ αυτό το βλέμμα δεν θα το ξεχάσω ποτε στην ζωή μου.

Πόσο αλήθεια, μας λείπει ο Γέροντας, πόσο μεγάλο το αναντικατάστατο κενό που μας άφησε, πόση οδύνη προκαλεί η απουσία του. Ουδέποτε έκλαυσα τόσο πολύ στην ζωή μου, όσο για τον μακαριστό π. Επιφάνιο. Μια οδύνη όμως που συνοδεύεται από μια ολόψυχη ευγνωμοσύνη προς τον Πανάγαθο Θεό, γιατί μας αξίωσε να τον γνωρίσουμε, να προχωρήσουμε τόσα χρόνια μαζί του, να συμπορευθούμε έχοντας επί κεφαλής ένα χαρισματικό Ποιμένα κεκοσμημένο με πλήθος αρετών μέχρι δε τέτοιου σημείου ώστε να ταυτίζεται με αυτές. Γι’ αυτό και μπορούμε να επαναλάβουμε για τον μακαριστό π. Επιφάνιο, το λεχθέν από τον Άγιο Γρηγόριο τον θεολόγο για τον Μέγα Αθανάσιο: «Ε π ι φ ά ν ι ο ν «επαινών, αρετήν επαινέσομαι· ταυτόν γάρ εκείνον τε ειπείν και αρετήν επαιν έσαι».

Η οδύνη για τον πρόσκαιρο χωρισμό από τον μακαριστό Γέροντα συνοδεύεται από την βεβαιότητα, ότι στις 10 Νοεμβρίου 1989 η στρατευόμενη επί γης Αγία του Χριστού Εκκλησία παρέδωσε στην θριαμβεύουσα ένα επίγειο Άγγελο, τον π. Επιφάνιο Ι. Θεοδωρόπουλο. Και ότι ο εν Τριάδι προσκυνητός Θεός, τον Οποίον με όλη την ύπαρξη του, εν λόγω και έργω, αγάπησε διακόνησε και εδόξασε θα του απονείμει τον στέφανο της δικαιοσύνης.

Εμπρός στον θρόνο της μεγαλοσύνης του Θεού ο αείμνηστος Γέροντας μας θα δέεται ασφαλώς για όλα τα πνευματικά του παιδιά και για όσους επικαλούνται τις πρεσβείες του.

Είθε ο διά την σωτηρία του γένους των ανθρώπων σταυρωθείς και αναστάς Κύριος να μας αξιώσει «εν τη ανεσπέρω ημέρα της Βασιλείας Του», να συναντήσουμε και πάλι τον πολυσέβαστο και μακαριστό Γέροντα μας π. Επιφάνιο, για να υμνούμε και να δοξολογούμε από κοινού το πάντιμο και μεγαλοπρεπές όνομα της Αγίας Τριάδος, του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος εις τους απέραντους αιώνας των αιώνων, Αμήν.

(Άρθρο του Καθηγητή Κων/νου Δωρ. Μουρατίδου δημοσιευμένο στην «ΚΟΙΝΩΝΙΑ» Δελτίον της «Πανελληνίου Ενώσεως Θεολόγων» Έτος ΛΒ΄- Οκτώβριος- Δεκέμβριος 1989- τεύχος 4, σ. 373-398).

Πηγή: http://vatopaidi.wordpress.com


Οσιακό τέλος

 

Η ασθένεια ήταν ισόβιος σύντροφος του π. Επιφανίου, συνυφαίνετο με την ίδια την ύπαρξή του, γι’ αυτό και συνήθιζε να λέει: «από τας απείρους ευεργεσίας του Θεού εις την ζωήν μου, τρεις διακρίνονται διά την σπουδαιότητα των. Η πρώτη είναι ότι εγεννήθην Ορθόδοξος, η δευτέρα, ότι ηξιώθην να Τον υπηρετήσω και η τρίτη είναι η ασθένειά μου».

Αντιμετώπισε ο π. Επιφάνιος την ασθένειά του, σε αντίθεση με τον τρόπο που ημείς οι συνήθεις πιστοί την αντιμετωπίζουμε, ως θείο δώρο.

Έχοντας και εις το σημείο αυτό υπόδειγμα τον μέγα Απόστολο των Εθνών Παύλο, πίστευε απόλυτα πόσο ευεργετικές για τη ζωή των πιστών είναι οι ασθένειες και οι δοκιμασίες, πόσο ωφελούν, ωριμάζουν και συμβάλλουν στην πνευματική τελείωση του πιστού, όταν βεβαίως αντιμετωπίζονται ορθά και σύμφωνα με την διδασκαλία του Χριστού.

Όπως χαρακτηριστικώς αναφέρεται στην πιο κρίσιμη φάση, της ασθενείας του, όταν πλησίαζε προς το τέλος ο βίος του και τον ρώτησαν: Τί γίνεσθε Γέροντα; απήντησε: γίνομαι (δηλαδή ωριμάζω).

Ο π. Επιφάνιος είχε πάντοτε υπ’ όψη του την απάντηση που έδωσε ο Κύριος στην παράκληση του Απ. Παύλου να τον απαλλάξει από τη αρρώστια, τον σκόλοπα από τον οποίο έπασχε «αρκεί σοι η χάρις μου, του απήντησε, η γαρ δύναμίς μου εν ασθενεία τελειούται». Γι’ αυτό και ο Παύλος εκαυχάτο για τις ασθένειες του γιατί αυτές επέσυραν την χάρη του Θεού, λέγων: «ήδιστα ουν μάλλον καυχήσομαι εν ταις ασθενείαις μου, ί ν α επισκηνώσει επ’ εμέ η δύναμις του Χριστού», για να καταλήξει με την συγκλονιστική και ανατρέπουσα οιανδήποτε φυσική τάξη και ακολουθία, διακήρυξη· «όταν γάρ ασθενώ, τότε δυνατός ειμί».

Και είναι θαυμαστό το γεγονός ότι η τελευταία, αυτή διακήρυξη, εύρε πλήρη εφαρμογή και στον μακαριστό π. Επιφάνιο δεδομένου, ότι μετά την δεύτερη εγχείρηση που υπέστη λόγω μεταστάσεως του καρκίνου του στομάχου ως διαπιστώθηκε και συνεπώς ο σωματικός του οργανισμός ευρίσκετο σε κατάσταση πλήρους αποδιοργανώσεως, ο π. Επιφάνιος ανέπτυξε εκπληκτική δραστηριότητα που κορυφώθηκε στον αγώνα κατά του νομικού τερατουργήματος 1701/87 το οποίο προσέβαλε ως γνωστό βαναύσως και αντισυνταγματικώς το αυτοδιοίκητο της Εκκλησίας και λεηλατούσε την εκκλησιαστική περιουσία.

Δεν είναι υπερβολή εάν υποστηρίξουμε, ότι ο π. Επιφάνιος ήταν ο αφανής πρωταγωνιστής στην πολεμική κατά του ανωτέρω διαβόητου νόμου. Όχι μόνο στην κινητοποίηση των πιστών αλλά και στην συγγραφή περισπούδαστων μελετών περί εκκλησιαστικής και μοναστηριακής περιουσίας. Αρκεί να σημειωθεί, ότι το βαθυστόχαστο και βαρυσήμαντο Υπόμνημα το οποίο απέστειλε η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος προς τα μέλη της Βουλής των Ελλήνων, παροτρύνοντας αυτούς να συναισθανθούν τις ευθύνες τους και να καταψηφίσουν το διχαστικό και αντιεκκλησιαστικό αυτό Νομοσχέδιο, έχει, όπως φαίνεται από το ύφος του και την όλη δομή του, ως συντάκτη τον π. Επιφάνιο.

Οι περί του πόνου και του θανάτου, απόψεις του μακαριστού Γέροντα ανεπτύχθησαν εν εκτάσει σε δύο διάλογους διαρκείας περίπου δύο ωρών ο καθένας, όπως συνήθιζε να διεξάγει με εκατοντάδες πνευματικά του κυρίως παιδιά μετά τη Θεία Λειτουργία εις το Παρεκκλήσιο των Τριών Ιεραρχών, της οδού Μενάνδρου 4.

Και ασφαλώς δεν είναι απλή σύμπτωση το γεγονός ότι η τελευταία σύναξη στο Παρεκκλήσι αυτό στις 4-6-1989 ήταν ένα αληθινό υμνογράφημα για τον κατά Χριστό θάνατο.

Κατά την πεντάμηνη περίπου διάρκεια της βασανιστικής νόσου που οι οδύνες εγίνοντο ολονέν και εντονότερες ο μακαριστός Γέροντας επέδειξε υπομονή και καρτερικότητα θαυμαστή έχων συνεχώς την σκέψη του και τις ελπίδες του εις τον Εσταυρωμένο Θεό της Αγάπης, του οποίου επεκαλείτο συνεχώς το έλεος και παρεκάλει τους πολυάριθμους επισκέπτες του να προσεύχονται υπέρ αυτού επαναλαμβάνων ενίοτε το του ιερού Χρυσοστόμου Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν.

Το ψυχικό μεγαλείο του π. Επιφανίου κατά την τρομερά προ του τέλους δοκιμασία συμπυκνούται στην φράση που είπε λίγες μέρες προ της κοιμήσεως του: «Να ήξερες, Δημήτρη, πόσο λειαίνει τον ακατέργαστο Ε πιφάνιο αυτή η ταλαιπωρία»!

Εξόχως χαρακτηριστικός είναι και ο εξής διάλογος με ένα πνευματικό του τέκνο:

—Καλά Γέροντα, δεν φοβάστε τον θάνατο;

—Όχι καθόλου (μικρή παύση). Δεν τον φοβάμαι όχι βέβαια ένεκα των έργων μου, αλλά επειδή πιστεύω στο έλεος του Θεού.

Πόσο απέραντη ήταν η εμπιστοσύνη του π. Επιφανίου προς τον Δίκαιο Κριτή Ζώντων και Νεκρών, τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστό, και η απόλυτη εσωτερική γαλήνη εμπρός στο μυστήριο του θανάτου αποκαλύπτεται και από το γεγονός, ότι λίγο προ της κοιμήσεώς του υπαγόρευε στο τέκνο του αυτό εντελώς απαθώς και αφόβως, τα της νεκρώσιμου ακολουθίας του, τα της ενδύσεώς του, τα των αγγελτηρίων της αποβιώσεως, τα της επιταφίου πλακός κλπ.

Ισχύει και για τον π. Επιφάνιο το λεχθέν «Τελειωθείς εν ολίγω επλήρωσε χρόνους μακρούς». Ο Καθηγούμενος της Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου π. Γεώργιος Καψάνης που τον επεσκέφθη λίγο πριν την κοίμησή του, είπε χαρακτηριστικά. «Ένα φωτεινό άστρο της Εκκλησίας δύει σ’ αυτό τον κόσμο, για ν’ ανατείλει λαμπρότερο στον άλλο».

Ο δε γνωστός χαρισματικός Γέροντας Πορφύριος, όταν τον ρώτησαν πριν από την εκδημία του π. Επιφανίου για την πορεία της υγείας του, απάντησε: «Αγίασε και φεύγει».

Ο μακαριστός π. Επιφάνιος, όταν παλαιότερα, τον ρωτούσα για την πορεία της υγείας του, συνήθιζε να μου απαντά, Δόξα τω Θεώ, εν κόπω και μόχθω. Για να προσθέσει, ότι ο Παύλος θα συνέχιζε «εν ψύχει και γυμνότητι» και τις τόσες άλλες δοκιμασίες που υπέστη για τον Χριστό. Ενώ εμείς και θέρμανση έχουμε και ρουχισμό και τόσες άλλες ανέσεις.

Ο π. Επιφάνιος, όπως είπαμε θαύμαζε όλως ιδιαιτέρως τον μέγα των Εθνών Απόστολο Παύλο και ασφαλώς συγκαταλέγεται μεταξύ εκείνων στους οποίους βρήκε την μεγαλύτερη ανταπόκριση η πρόσκλησή του: «Μιμηταί μου γίνεσθε καθώς καγώ Χρίστου».

Ακολούθησε με την Χάρη, του Θεού και με όλες τις δυνάμεις του επί τα ίχνη του Αποστόλου Παύλου έχοντας συνεχώς εστραμμένα τα βλέμματα του εις τον της πίστεως Αρχηγόν και τελειωτήν Ιησούν, δυνάμενος να επαναλάβει μετά του Παύλου: «Τον αγώνα τον καλόν ηγώνισμαι, τον δρόμο τετέλεκα, την πίστιν τετήρηκα, λοιπόν απόκειται μοι ο της δικαιοσύνης στέφανος, ον αποδώσει μοι ο Κύριος, εν εκείνη τη ήμερα, ο δίκαιος Κριτής, ου μόνον δε εμοί, αλλά και πάσι τοις ηγαπηκόσι την επιφάνειαν αυτού» (Β’ Τιμ. 4, 7 – 8).


«Επί τα ίχνη της άκρας ταπεινώσεως τον Αρχιποίμενος Χριστού».

 

Η πιο εντυπωσιακή ίσως δοκιμασία στη ζωή του π. Επιφανίου προήλθε εντελώς απροσδόκητα από την τελεσίδικη και αμετάκλητη απόφαση του να διακονήσει μέχρι τέλους της ζωής του, το πλήρωμα της Εκκλησίας, ως απλούς πρεσβύτερος.

Για να κατανοηθεί σε βάθος η δοκιμασία αυτή του μακαριστού Γέροντα, καθώς και η αποκαλυφθείσα δι’ αυτής άκρα ταπεινοσύνη του, η οποία με την πάροδο του χρόνου θα συμβάλει ολονέν και περισσότερο στην ορθή κατανόηση και άσκηση της ποιμαντικής διακονίας επιβάλλεται η δι’ ολίγων έστω έκθεση των σχετικών με αυτήν απόψεών του.

Ο μακαριστός π. Επιφάνιος είχε διεισδύσει, με την Χάρη του Θεού, βιωματικώς, σε μέγα βάθος στο μυστήριο της ενσάρκου Οικονομίας για τη σωτηρία του άνθρωπου, η πεμπτουσία της οποίας συνίσταται: 1) εις την άπειρη αγάπη του Ουράνιου Πατέρα, ο Οποίος «ούτω γαρ ηγάπησεν… τον κόσμον, ώστε τον υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν, ίνα πας ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται, άλλ’ έχη ζωήν αιώνιον» και 2) εις την άκρα ταπείνωση του Υιού και Λόγου του Θεού, ο Οποίος· «εαυτόν εκένωσε μορφήν δούλου λαβών… και σχήματι ευρεθείς ως άνθρωπος εταπείνωσεν εαυτόν γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού».

Συνεπώς η ποιμαντική διακονία που έχει σαν πρωταρχική αποστολή τη μέθεξη και μετάδοση του μηνύματος για την ανθρώπινη σωτηρία προϋποθέτει την υπό των επισκόπων και ποιμένων της Εκκλησίας μίμηση του Αρχιποίμενος Χριστού στην άκρα ταπείνωση και την μέχρις αυτοθυσίας αγάπη που κατ’ εξοχήν χαρακτηρίζει τον άξιο της αποστολής του Ποιμένα: «Ο Ποιμήν ο καλός την ψυχήν αυτού τίθησιν υπέρ των προβάτων».

Η άκρα αυτή ταπείνωση και άπειρη αγάπη πρέπει να μετουσιώνεται στην Ποιμαντική διακονία, η οποία και αποτελεί την ειδοποιό διαφορά μεταξύ εκκλησιαστικών λειτουργών και κοσμικών αρχόντων, όπως παρατηρεί ο Κύριος: «Οι άρχοντες των εθνών κατακυριεύουσιν αυτών και οι μεγάλοι κατεξουσιάζουσιν αυτών, ο ύ χ ‘ ούτως έσται εν υμίν, αλλ’ ος εάν θέλη εν υμίν μέγας γενέσθαι, έσται υμών διάκονος , και ος εάν θέλη εν υμίν είναι πρώτος, έσται υμών δούλος· ώσπερ ο υιός του ανθρώπου ουκ ήλθε δι α κ ο ν η θήναι, αλλά διακονήσαι και δούναι την ψυχήν αυτού λύτρον αντί πολλών».

Η τυχόν παραβίαση της κατηγορηματικής αυτής διακηρύξεως του Κυρίου από τους επισκόπους και ποιμένας της Εκκλησίας και η προσπάθεια αναμείξεως και νοθεύσεως της ποιμαντικής διακονίας με την κυριαρχική εξουσία, όχι μόνο υψώνει σιδηρούν παραπέτασμα μεταξύ ποιμένων και ποιμαινομένων, και καθιστά ανέφικτη την ποιμαντική διακονία, αλλά περικλείει και τον κίνδυνο της εκπτώσεως στην αίρεση του Παπισμού, με τραγικά για την πορεία της Εκκλησίας αποτελέσματα, όπως συνέβη με τον επίσκοπο Ρώμης. Όπως παρατηρεί γενικώς ο ιερός Χρυσόστομος: «Άλλοι όροι βασιλείας και άλλοι όροι ιερωσύνης… ο βασιλεύς σώματα εμπιστεύεται, ο δε ιερεύς ψυχάς· ο βασιλεύς λοιπάδας χρημάτων αφίησιν, ο δε ιερεύς λοιπάδας αμαρτημάτων· εκείνος αναγκάζει, ούτος παρακαλεί…· εκείνος όπλα έχει αισθητά, ούτος όπλα πνευματικά» (Ρ.G. 56, 125 εξ.)………

Οι πιο πάνω απόψεις και το γεγονός, ότι η σύγχρονη αποσυντιθεμένη κοινωνία έχει ανάγκη προ πάντων από ποιμένας που δεν θα ζουν από τον Χριστό, αλλά θα προσφέρουν με ταπείνωση, αγάπη και θυσία τον εαυτό τους ολοκαύτωμα, για τη δόξα του Χριστού και τη διακονία του πληρώματος της Εκκλησίας, οδήγησαν τον π. Επιφάνιο να πάρει την οριστική και αμετάκλητη απόφαση, παρά τα υπερφυή χαρίσματα και τα ασύγκριτα ηγετικά προσόντα με τα οποία τον προίκισε η Θεία Πρόνοια, και να παραμείνει μέχρι τέλους της ζωής του στην αφάνεια και εκεί μακράν των οιωνδήποτε κοσμικών ή διοικητικών περισπασμών να επιδοθεί στην εκπλήρωση της ιεράς αποστολής του ως απλούς πρεσβύτερος της Εκκλησίας.

Αλλ’ εάν ο μακαριστός π. Επιφάνιος απέφευγε παντοιοτρόπως το προσκήνιο και τα αξιώματα υπέστη μια πρωτοφανή σε ένταση και έκταση δοκιμασία στο καταφύγιο της αφανείας του.

Στην ηλικία των 38 μόλις ετών ο π. Επιφάνιος εδέχθη από αρκετούς Μητροπολίτες ισχυρά πίεση να αποδεχθεί το ύπατο της αρχιερωσύνης λειτούργημα και την διαποίμανση Μητροπόλεως της εν Ελλάδι στρατευομένης Εκκλησίας.

Ο μακαριστός όμως, π. Επιφάνιος είχε, όπως είπαμε, οριστική και αμετάκλητη απόφαση να μη δεχθεί εκκλησιαστικό αξίωμα και μάλιστα επισκοπικό και να παραμείνει μέχρι τέλους του βίου του απλούς πρεσβύτερος.

Γι’ αυτό και η άρνηση του ήταν απόλυτη. Αλλ’ όσο απόλυτη ήταν η άρνηση του μακαριστού Γέροντα τόσο περισσότερο μεγάλωνε και η πίεση και επεστρατεύοντο και τα πειστικότερα επιχειρήματα για να τον μεταπείσουν. Η διοικούσα τότε Εκκλησία, αλλά και η διαδεχθείσα αυτήν ήταν πεπεισμένη, ότι η είσοδος του π. Επιφανίου στην Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος, με τα πράγματι μεγάλα ηγετικά προσόντα θα συνέβαλε αποφασιστικώς στην αντιμετώπιση των μεγάλων πολυπλόκων και πολυσυνθέτων εκκλησιαστικών θεμάτων,

Ένας μάλιστα σεβάσμιος γέρων Μητροπολίτης – είχα το προνόμιο να διαβάσω ένα άκρως απόρρητο κείμενο στο οποίο περιγράφεται η σχετική σκηνή και το όποιο ελπίζω να δημοσιευθεί προσεχώς, γιατί πρόκειται για ένα αληθινό ιστορικό κείμενο- για να πείσει τον τότε νεαρό Αρχιμανδρίτη π. Επιφάνιο δεν δίστασε να πέσει μπροστά του στα γόνατα και με δάκρυα να τον ικετεύσει να μην αρνηθεί την πρόσκληση που του απευθύνει δι’ αυτού η Μήτηρ Εκκλησία. Ο μακαριστός π. Επιφάνιος συγκλονισμένος κυριολεκτικά από την ενέργεια αυτή του σεβάσμιου γέροντος Μητροπολίτου τον βοήθησε να εγερθεί, του φίλησε το χέρι και για να εκτονωθεί η εξόχως φορτισμένη συναισθηματικά ατμόσφαιρα τον παρεκάλεσε να του επιτρέψει να επανέλθει την επομένη.

Ήταν πράγματι για τον π. Επιφάνιο μια από τις μεγαλύτερες δοκιμασίες της ζωής του. Ήταν ένα δίλημμα επιλογής μεταξύ της υπακοής, όπως ετίθετο, στην τιμητική πρόσκληση της Μητρός Εκκλησίας, μια πρόσκληση προσφοράς μεγίστης σπουδαιότητος προς αυτήν διακονίας ή της αταλάντευτης συνεχίσεως της εκ Θεού, ως επίστευε, και ήταν, κατ’ ουσία της αυτής διακονίας, αλλά μακριά από τους περισπασμούς της διοικήσεως και της κοσμικής προβολής, μέσα στην αφάνεια εις την οποία όχι μόνο εύρισκε πλήρη πνευματική ανάπαυση, αλλά και έφερε την μεγαλύτερη δυνατή πνευματική καρποφορία.

Για τον π. Επιφάνιο όμως, ήταν τόσο αδιανόητο να εγκαταλείψει την πολυπόθητη αφάνεια και να εξέλθει εις το προσκήνιο της κοσμικής αίγλης και λάμψης του μητροπολιτικού αξιώματος, όσο αδιανόητο είναι να προσδοκάται, ότι βγάζοντας το ψάρι έξω από το νερό θα αποκτήσει μεγαλύτερη ζωντάνια και κινητικότητα!

Εκ των πραγμάτων συνεπώς ήταν αναγκασμένος ο π. Επιφάνιος να λυπήσει τον σεβάσμιο γέροντα μητροπολίτη και όσους άλλους εκπροσωπούσε και να παραμείνει αμετακίνητος στην θέση του πρεσβυτέρου της Εκκλησίας.

Δεν γνωρίζω εάν στην Ιστορία της Ορθοδοξίας σε παγκόσμια κλίμακα υπάρχει παρόμοιο γεγονός, της γονυπετούς και μετά δακρύων δηλαδή παρακλήσεως σεβασμίου Μητροπολίτου προς νεαρό Αρχιμανδρίτη να δεχθεί την ανάδειξη του σε Μητροπολίτη και η άρνηση της προτάσεως.

Ένα όμως είναι βέβαιο και μη δυνάμενο να αμφισβητηθεί. Ότι η μεγάλη και ίσως μοναδική σε έκταση, και ένταση δοκιμασία στην οποία υπεβλήθη ο μακαριστός π. Επιφάνιος απεκάλυψε όλο το μεγαλείο της ψυχής του, όλο τον πλούτο των αρετών με τον οποίο ήταν κεκοσμημένος, και προ πάντων την αταλάντευτη πορεία του επί τα ίχνη της άκρας ταπεινώσεως του Αρχιποίμενος Χριστού από την οποία καμιά εγκόσμια δοκιμασία ή άλλη δύναμη δεν μπόρεσε να τον μετακινήσει.

Και συγχρόνως η ιερά διακονία του μακαριστού π. Επιφανίου αποτελεί το συγκλονιστικώτερο ίσως μήνυμα, σε μια εποχή που απειλούνται με εκκοσμίκευση τα εκκλησιαστικά λειτουργήματα, ότι οι εκπρόσωποι του Εσταυρωμένου Θεού της Αγάπης πρέπει να ανανεώσουν και να προβάλουν στην εποχή μας την διακήρυξη του Κυρίου, ότι η αποστολή τους δεν έχει καμία σχέση με την κυριαρχική εξουσία των κοσμικών αρχόντων που καταπιέζει και αποσυνθέτει το ανθρώπινο πρόσωπο, αλλά είναι αποκλειστικά και μόνο διακονία που αποσκοπεί στην εν Χριστώ αναγέννηση, μεταμόρφωση και θέωση του άνθρωπου. Ο θρίαμβος της διακονίας επί της κυριαρχικής και τυραννικής εξουσίας είναι το μέγα μήνυμα που εκπορεύεται από την επιδειχθείσα από τον π.Επιφάνιο άκρα ταπείνωση και το οποίο θα αποκτά ολονέν και μεγαλύτερη σημασία με την πάροδο του χρόνου.


Ο Χαρισματικός Ποιμένας

 

Όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, η Χάρις του Παναγίου Πνεύματος τον οδήγησε κοσμημένο με τον πλούτο των αρετών εις τα άγια των αγίων και τον κατέστησε Λειτουργό του Υψίστου και απλανή ποιμένα λογικών προβάτων. (Διάκονος το 1956 και Πρεσβύτερος το 1961).

Και ο π. Επιφάνιος ανταποκρίθηκε στην υψίστη αυτήν κλήση για την οποία με την Χάρη του Θεού είχε προετοιμάσει τον εαυτό του με όλες του τις δυνάμεις και προσέφερε και την τελευταία ικμάδα της υπάρξεως του και τον συσσωρευθέντα επί χρόνια με κόπο και μόχθο πνευματικό πλούτο στον βωμό της αγάπης του Χριστού και της σωτηρίας των αδελφών του.

Ιεροπρεπής και σεβάσμιος (παρά το νέον της ηλικίας του) δημιουργούσε μια εξόχως πνευματική ευφροσύνη στις συναναστροφές του που συνέβαλε αποφασιστικά στην προσέλκυση και σταθερή ένταξή τους στο Σώμα του Χρίστου, την Αγία Εκκλησία Του.

Ο λόγος του ήταν πάντοτε «εν χάριτι, άλατι ηρτυμένος» υπενθύμιζε τους λόγους των μεγάλων πνευματικών καθοδηγητών ψυχών, των αββάδων και Γερόντων της Ερήμου, προς τους οποίους οι υποτακτικοί προσέβλεπον ως εις λόγον Θεού, γι’ αυτό και απευθυνόμενοι προς αυτούς χρησιμοποιούσαν την φράση: Είπε λόγον ίνα σωθώ!

Όπως ο λόγος των μεγάλων εκείνων καθηγητών της ερήμου έτσι και ο λόγος του π. Επιφανίου ήταν σαν λόγος του Θεού. Οι ακροατές του είχαν τη συναίσθηση, ότι παρά την απλότητα και την ταπεινοφροσύνη του, οι λόγοι του προήρχοντο από κάποιον που μιλούσε ως εξουσίαν έχων.

Χαρισματική μορφή, αγάπησε εν Χριστώ και αγαπήθηκε στο όνομα του Χριστού από πολυάριθμες ψυχές που αναζητούσαν τη λύτρωση και τη σωτηρία και τους καθοδήγησε απλανώς στο λιμένα της άνω Βασιλείας.

Ανέπτυξε, όπως θα δούμε στη συνέχεια, μία πολυδιάστατη ποιμαντική που είχε σαν αφετηρία και κέντρο την εξατομίκευση της στις διαπροσωπικές σχέσεις και την ιερά εξομολόγηση και επεκτεινόταν μέχρι των μεγάλων πολυσυνθέτων και πλέον πολύπλοκων προβλημάτων της Αγίας του Χριστού Εκκλησίας.

Κατά την ποιμαντική του αυτή διακονία ο μακαριστός π. Επιφάνιος «υπήρξε, ως ευστόχως παρετηρήθη, η κεκρυμμένη αλλά ταυτόχρονα και βοώσα συνείδηση της Εκκλησίας. Κανόνας και πυξίδα της Ορθοδοξίας. Προφητική φωνή του Θεού στις μέρες μας. Ο μεγάλος Γέροντας της πόλεως των Αθηνών. Σύγχρονη πατερική μορφή της Ελλαδικής Ορθοδοξίας. Ένα μοναδικό δώρο του Χριστού στην Εκκλησία Του».


«Μνημονευτέον Θεού μάλλον ή αναπνευστέον»

 

Ο π. Επιφάνιος ήταν μια προφητική και πατερική παρουσία στην εποχή μας που είχε σαν αποστολή να διακρατήσει ζώσα τη συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας ότι πρέπει να αποβλέπει και να μιμείται τον της πίστεως Αρχηγόν και τελειωτήν Ιησούν, για να γίνει κοινωνός της Βασιλείας του Θεού.

Μια αποστολή που η εκπλήρωση της είχε σαν απαραίτητη προϋπόθεση τη συνεχή εν προσευχή επικοινωνία με την πηγή της Θείας Χάριτος, την Αγία Τριάδα για τη μέθεξη των υπερφυών χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος, και την επίτευξη της καλής εν Χριστώ αλλοιώσεως.

Παράλληλα δηλαδή με την προσπάθεια μεθέξεως των διά μέσου των αιώνων καρπών του Αγίου Πνεύματος με τη μελέτη της Αγίας Γραφής και της πατερική ς θεολογίας είναι απαραίτητη προϋπόθεση η επίτευξη της αδιαλείπτου προσευχής που αποτελεί την υψηλότερη από την μελέτη των Ιερών κειμένων έκφραση, απόδειξη και επισφράγιση της γνησιότητος της υψίστης αυτής αποστολής.

Γι’ αυτό και ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος προσδιορίζει την προσευχή «κατά μεν την αυτής ποιότητα συνουσίαν και ένωσιν του ανθρώπου και Θεού, κατά δε την ενέργειαν, κόσμου σύστασιν, Θεού καταλλαγήν, χαρισμάτων πρόξενον, νοός φωτισμόν, των μελλόντων αποκάλυψιν».

Είναι τοιαύτη η υπεροχή της υπερφυούς αυτής προσευχής έναντι της μελέτης των ιερών κειμένων, ώστε να καθίσταται αυτή περιττή, στην περίπτωση που ο πιστός διά της ασκήσεως και των εκ Θεού χαρισμάτων έφθανε με την προσευχή εις τοιαύτην καθαρότητα και αγνότητα που θα τον καθίστα άξιο να δεχθεί απ’ ευθείας την θεία έλλαμψη.

Ο ιερός Χρυσόστομος γράφει σχετικώς: «Έδει μεν ημάς μηδέ δείσθαι της από των γραμμάτων βοηθείας, αλλ’ ούτω βίον παρέχεσθαι καθαρόν ως του Πνεύματος την χάριν αντί βιβλίων γίνεσθαι ταις ημετέραις ψυχαίς καθάπερ ταύτα δια μέλανος, ούτω τας καρδίας τας ημετέρας διά πνεύματος εγγεγράφθαι».

Συμπληρώνει δε ο ιερός συγγραφεύς της Κλίμακος: «Διδάσκαλος έστιν, όντως ο νοεράν δέλτον γνώσεως δακτύλω Θεού, ήγουν ελλάμψεως εξ αυτού κομισάμενος και των λοιπών βιβλίων ανενδεής γενόμενος».

Με τον τρόπον αυτόν διά της ασκήσεως και της αδιαλείπτου προσευχής ο πιστός γίνεται απ’ ευθείας θεοδίδακτος, διότι έχει αυτόν τον Θεό «διδάσκαλον, τον διδάσκοντα άνθρωπον γνώσιν και διδόντα ευχήν τω ευχομένω».

Ο π. Επιφάνιος είχε πλήρη συνείδηση, ότι η αληθής προσευχή είναι η κορυφαία έκφραση της διά μέσου της ασκήσεως, εγκράτειας, ταπεινώσεως και αγάπης αναφοράς και ανατάσεως ολοκλήρου της υπάρξεως του προσευχομένου σε ύμνο, δοξολογία και ευχαριστία και σε αΐδιο πόθο κοινωνίας με το υπέρτατο εφετό των πιστών, την Αγία Τριάδα.

Είχε πλήρη συνείδηση, ότι η προσευχή αυτή που τελειούται στην Θεία Ευχαριστία αποτελεί το υπέρτατο προνόμιο που παρεχώρησε ο εν Τριάδι Θεός εις τον άνθρωπο και συγχρόνως το υπέρτατο κριτήριο της ουσιαστικής και αληθινής κοινωνίας με τον Θεό συμφώνως και με την διαπίστωση του Αγίου Νείλου του ασκητή: «Ει προσεύχη αληθώς θεολόγος ει και ει θεολόγος ει προσευχή αληθώς».

Και είναι γεγονός, ότι διά τον π. Επιφάνιο η προσευχή ήταν στάση και τρόπος ζωής- ήταν η ίδια η ζωή του. Μια ζωή που σε κάθε έκφανση και έκφραση της ήταν προσευχομένη διακονία για τη δόξα του Χριστού, την αγάπη για τους αδελφούς του και την προάσπιση της Ορθοδοξίας. Εκτός από τις ελάχιστες ώρες ύπνου (περίπου 2 – 4 το 24ωρο), ο υπόλοιπος χρόνος της ζωής του ήταν μια συνεχής προσφορά αγάπης και θυσίας, ένα συνεχές βίωμα όλων των αρετών, μια συνεχής δοξολογία με έργα και λόγια της Αγίας Τριάδος.

Ασθενικός το σώμα με σκόλοπα στην σάρκα, τηρούσε το εκκλησιαστικό τυπικό των Ιερών ακολουθιών με απόλυτη ακρίβεια, ακόμη και εάν ο συνεχής φόρτος εργασίας και τα καθ’ ήμερα και νύκτα επείγοντα προβλήματα, όχι βεβαίως ιδικά του, αλλά των πνευματικών του τέκνων, τον ανάγκαζαν σε αναβολή και τέλεση των σχετικών ακολουθιών (Εσπερινός, Απόδειπνο κλπ.) έστω και στις 2 το πρωί.

Η προσευχή για τον π. Επιφάνιο ήταν πιο απαραίτητη από ότι η αναπνοή για το σώμα συμφώνως με την ρήση του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου «Μνημονευτέον Θεού μάλλον ή αναπνευστέον».

Η μνήμη του Ιησού στον π. Επιφάνιο είχε ενωθεί με την πνοή του, όπως προτρέπει ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος: «Ιησού μνήμη ενωθήτω τη πνοή σου».

Η σκέψη του, η βούλησή του, οι πόθοι του ήταν συνεχώς στραμμένοι προς τον μοναδικό έρωτα της ζωής του, τον Νυμφίο Χριστό και την προς Αυτόν καθοδήγηση των πνευματικών του τέκνων.

Παρά την ασθένεια της σαρκός ο π. Επιφάνιος με αυστηρότατη άσκηση και νηστεία, είχε αποκοπεί πλήρως από τις κοσμικές επιθυμίες και είχε μεταφέρει όλη την αγάπη του και τους πόθους του στην ουράνιο Βασιλεία, δυνάμενος να επαναλάβει μετά του Παύλου: «εμοί δε μη γένοιτο καυχάσθαι ει μη εν τω σταυρώ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, δι’ ου εμοί κόσμος εσταύρωται καγώ τω κόσμω» (Γαλ. 6, 14).

Η ολοκληρωτική απάρνηση του κόσμου και η αδιάλειπτος προσευχή δι’ όλης αυτού της διακονίας, έργων και λόγων και εξ όλης αυτού της κεκαθαρμένης καρδίας προς τον Εσταυρωμένο Θεό της Αγάπης οδηγεί στη δυνατότητα να λεχθεί και διά τον μακαριστό Γέροντα π. Επιφάνιο, ό,τι διεκήρυξε διά τον εαυτό του Απ. Παύλος: «ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός». Δεδομένου, ότι προς πάντας τους αληθινούς πιστούς που τον αγαπούν και τηρούν με την Χάρη του Αγίου Πνεύματος τις εντολές Του, υπεσχέθη ο Κύριος, ότι θα ζει μαζί με τον Ουράνιο Πατέρα εντός τους: «Εάν τις αγαπά με τον λόγον μου τηρήσει, και ο πατήρ μου αγαπήσει αυτόν και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ’ αυτώ ποιήσομεν».

Η υπερβάλλουσα πνευματικότητα του μακαριστού π. Επιφανίου, που συμπυκνούται στην αδιάλειπτη και νοερά προσευχή είχε διαδοθεί ευρέως, παρά την αφάνεια και το «λάθε βιώσας» που τόσο επεδίωκε, και εκτιμάτο όλως ιδιαιτέρως σε περιοχές που κατ’ εξοχήν διακρίνονται για την επίδοση τους στις πνευματικές αυτές ασκήσεις, όπως το Άγιον Όρος.

Το μέγεθος της εκτιμήσεως αυτής που έφθανε στα όρια της αναγνωρίσεως του ως αυθεντίας αποδεικνύεται από το έξης γεγονός. Πριν από αρκετά χρόνια του εζήτησε μία Αδελφή να την καθοδηγήσει εις την νοερά προσευχή.

-Εγώ της απάντησε είμαι μεν Ιερομόναχος αλλά ζω στον κόσμο. Μπορώ να σου υποδείξω μερικούς απλούς τεχνικούς τρόπους, αλλά καλά θα κάνεις να συμβουλευθείς κανένα Αγιορείτη Πατέρα, ο οποίος να ασκείται στην νοερά προσευχή. Και της υπέδειξε έναν ηγούμενο, ο οποίος την εποχή εκείνη ασκείτο μαζί με την συνοδεία του στην νοερά προσευχή.

Για να λάβει την όλως απροσδόκητη, απάντηση: Μα, Γέροντα, εκείνος με έστειλε σε σας!


Σκεύος εκλογής του βαστάσαι το όνομα Κυρίου.

 

Σε κάθε εποχή υπάρχουν οι εκλεκτοί του Κυρίου, που έχουν σαν αποστολή να συγκρατήσουν και να διαφυλάξουν στο όνομα του Χριστού τις ανθρώπινες κοινωνίες από την ολοκληρωτική αποσύνθεση και ως φωτεινοί δείκτες να καθοδηγήσουν τους πιστούς προς τον ακύμαντο λιμένα της άνω Βασιλείας.

Ανάμεσα στους εκλεκτούς αυτούς διακρίνονται οι Άγιοι του Θεού, κορυφαίες εκκλησιαστικές προσωπικότητες που είναι προικισμένες με εξέχοντα πνευματικά και ηθικά χαρίσματα και προορίζονται από την Θεία Πρόνοια εκ κοιλίας μητρός αυτών να προσφέρουν ολοκαύτωμα τον εαυτό τους εις τον βωμό της Αγάπης του Χριστού και των αδελφών τους, αγωνιζόμενοι ακαταπαύστως εναντίον του «κοσμοκράτορος» του σκότους του αιώνος τούτου και των οργάνων του και διασφαλίζοντες το πλήρωμα της Αγίας του Χρίστου Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Μια τοιαύτη κορυφαία εκκλησιαστική προσωπικότης υπήρξε και ο αοίδιμος π. Επιφάνιος Ι. Θεοδωρόπουλος.

Ο π. Επιφάνιος, κατά κόσμο Ετεοκλής, αποκάλυψε τη βαθύτατα θρησκευτική του φύση κυριολεκτικά από τη νηπιακή του ηλικία. Δεν είναι υπερβολή αν υποστηριχθεί, ότι αποτελούσε μια από τις σπάνιες περιπτώσεις, που επιβεβαίωνε με τρόπο κυριολεκτικά πανηγυρικό το λεχθέν από τον Άγιο Γρηγόριο Νύσσης, ότι ο άνθρωπος επλάσθη «τη προς τον Θεόν νεύσει θεούμενος».

Παράλληλα με την βαθύτατη αυτή θρησκευτική του φύση η θεία Πρόνοια τον αξίωσε να έχει ως φύλακα άγγελο, την θεία του Αλεξάνδρα, μία αγία γυναίκα, η οποία αφοσιώθηκε κυριολεκτικά στον π. Επιφάνιο από τη νηπιακή του ηλικία και τον περιέβαλε με απεριόριστη αγάπη και στοργή μέχρι της εκδημίας της εις Κύριον το έτος 1983.

Ο Σεβ. Μητροπολίτης Νικοπόλεως κ. Μελέτιος στο λόγο που εξεφώνησε στην κηδεία της είπε σχετικώς και τα έξης: «…Αν ο πατήρ Επιφάνιος έγινε κληρικός οφείλεται πρώτα εις την κλήσιν και εις τον φωτισμόν του Κυρίου. Αλλά εις την κλήσιν και εις τον φωτισμόν του Κυρίου, τον οποίον έλαβε χάρις και στις πολλές προσευχές και εις τον πολύ πόνο της δούλης του Θεού Αλεξάνδρας. Ξέρω ακόμα, ότι η κεκοιμημένη δούλη του Θεού Αλεξάνδρα υπήρξε για τον π. Επιφάνιο κάτι πολύ περισσότερο από “μητέρα” σαρκική. Κάτι πολύ περισσότερο θα έλεγα και από πνευματικός πατέρας. Αν έλεγα ότι «ό,τι υπήρξε η Αγία Μακρίνα για τον Μέγα Άγιο Βασίλειο, υπήρξε η δούλη του Θεού Αλεξάνδρα για τον πατέρα Επιφάνιο», δεν θάπεφτα έξω. Γι’ αυτό ακριβώς είπα εις την αρχήν, ότι αν ο Θεός θελήσει να απογράψει τα καλά έργα, την καρποφορία των κόπων και των προσευχών της δούλης Του Αλεξάνδρας, θα απέγραφε εις το ενεργητικό της, όλα όσα έχει κάμει ο π. Επιφάνιος και συγχρόνως θα απέγραφε εις το ενεργητικό της και τον ίδιο τον πατέρα Επιφάνιο».

Υπό την επίβλεψη και προστασία της αγίας αυτής γυναίκας ο μικρός Ετεοκλής απεκάλυπτε συνεχώς και εντονώτερα, ότι το φυσικό του περιβάλλον ήταν οι Εκκλησίες και τα μοναστήρια, η Θεία Λατρεία, οι ιερές ακολουθίες, οι ύμνοι και οι ψαλμωδίες, η προσευχή και κοινωνία με τον Θεό και Δημιουργό του, η αυστηρά τήρηση του εκκλησιαστικού τυπικού, η εγκράτεια και η νηστεία.

Με την πάροδο του χρόνου, ο Ετεοκλής αύξανε «παιδεία και νουθεσία Κυρίου» συναναστρεφόμενος σπουδαίες εκκλησιαστικές προσωπικότητες, όπως ο π. Ιωήλ Γιαννακόπουλος, π. Γερβάσιος Παρασκευόπουλος, π. Αθαν. Χαμακιώτης, π. Σπυρ. Σγουρόπουλος, π. Αγαθ. Μιχαηλίδης κ.ά. αποκαλύπτοντας τα σπάνια διανοητικά, πνευματικά και ηθικά χαρίσματα με τα οποία τον προίκισε πλουσιοπάροχα η Πρόνοια του Θεού.

Πολυσύνθετη προσωπικότης, με απαράμιλλη οξυδέρκεια και διαλεκτική ικανότητα και σχεδόν απεριόριστη μνήμη έδραμε, όπως η έλαφος, επί τας πηγάς των πνευματικών υδάτων, την Αγία Γραφή, την Παλαιά και Καινή Διαθήκη και την θεολογία των θεοφόρων Πατέρων και άντλησε απ’ αυτά ακόρεστα το ύδωρ το αλλόμενον εις ζωήν την αιώνιον.

Στα νεανικά του χρόνια μελετούσε κάθε χρόνο τέσσαρες φορές ολόκληρη την Παλαιά και Καινή Διαθήκη και στη συνέχεια λόγω ελλείψεως χρόνου μία φορά τουλάχιστο τον χρόνο ολόκληρη τήν Αγία Γραφή.

Και την μεν Καινή Διαθήκη την εγνώριζε ολόκληρη από στήθους, από δε την Παλαιά Διαθήκη μεγάλο μέρος αυτής. Την έκταση της γνώσεως της Αγίας Γραφής καταδεικνύει ο υπομνηματισμός από τον μακαριστό π. Επιφάνιο των πέντε τόμων της Φιλοκαλίας διά της επισημάνσεως και παραπομπής των αγιογραφικών χωρίων όχι μόνο των εμφανών, αλλά και των υποκρυπτόμενων σε άλλη διατύπωση ή ελεύθερη απόδοση, όπερ και το δυσχερέστερο δεδομένου, ότι προϋποθέτει την σε μέγα βάθος γνώση ολοκλήρου της Αγίας Γραφής.

Αλλά και μεγάλο μέρος της Ελληνικής Πατρολογίας, την οποία συνεχώς μελετούσε είχε θησαυρισθεί στη μνήμη του μέχρι του σημείου να παραθέτει από μνήμης εκτενείς περικοπές στους λόγους, τα άρθρα και τις μελέτες του.

Παραλλήλως είχε αρίστη εγκυκλοπαιδική συγκρότηση και ήταν τέλειος χειριστής και υπέρμαχος της ελληνικής γλώσσης.

Με τα εκπληκτικά αυτά πνευματικά και διανοητικά εφόδια το πέρασμα του Ετεοκλή, από την Θεολογική Σχολή του Παν/μίου Αθηνών άφησε εποχή. Οι συμφοιτητές του, αλλά και αυτοί οι Καθηγητές του ελάμβαναν σοβαρά υπ’ όψη και πρόσεχαν όλως ιδιαιτέρως τη γνώμη του.

Χαρακτηριστικά αναφέρω την περίπτωση αναθέσεως εις τον Ετεοκλή, όταν ήταν πρωτοετής φοιτητής και ηλικίας μόλις 20 ετών, από τον αείμνηστο Καθηγητή Φιλιππίδη, της συντάξεως ενός φροντιστηρίου με δυσχερές θέμα που αναφερόταν στον χρόνο της εμφανίσεως του άστρου της Βηθλεέμ και τις σχετικές περιγραφές και «αντιφάσεις» των Ευαγγελιστών.

Η πληρότητα, το βάθος και η δύναμη των επιχειρημάτων της εργασίας αυτής του Ετεοκλή άφησε έκπληκτο τον αείμνηστο Φιλιππίδη, ο οποίος κάλεσε όλους τους Καθηγητές και φοιτητές της Θεολογικής Σχολής να την παρακολουθήσουν λόγω της σπουδαιότητάς της.

Και κάλεσε τον πρωτοετή φοιτητή Ετεοκλή να αναπτύξει το θέμα του λέγοντας: Σας παρουσιάζω τον μέλλοντα Καθηγητή της Ερμηνευτικής της Καινής Διαθήκης!

Βεβαίως ο Ετεοκλής είχε όλες τις προϋποθέσεις να εξελιχθεί και να γίνει Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο και μάλιστα διαπρεπής. Αλλ’ η αποστολή διά την οποία τον προόριζε η Θεία Πρόνοια υπερακόντιζε κατά πολύ μια τέτοια εξέλιξη.

Επικοινωνία

Αγίου Χριστοφόρου 2 Κατερίνη
Τηλέφωνο επικοινωνίας
2351 022461
Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

Επισκέπτες

16756