Γέροντας Ευσέβιος Γιαννακάκης

Βιογραφικά στοιχεία του γέροντα Ευσέβιου 

Ο π. Ευσέβιος, κατά κόσμον Αντώνιος Γιαννακάκης, γεννήθηκε το 1910 στο Γεωργίτσι της Σπάρτης και οι πολύτεκνοι ευλαβείς και ευσεβείς γονείς του τον ανέθρεψαν εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου.

Ο Αντώνης ήταν παιδί υπάκουο, «χαριτωμένο», με σπλαχνική καρδιά. Εγκρατής, ειλικρινής, καλοπροαίρετος, με θείο ζήλο, που τον έκανε όταν χρειαζόταν μαχητικό υπερασπιστή της πίστεως. Αγαπούσε πολύ την εκκλησία και τις ακολουθίες της. Μια Κυριακή που πήγαινε στην εκκλησία -θα ήταν τότε δέκα έως ένδεκα ετών- συνάντησε έναν άγνωστο νέο, επιβλητικό και ασκητικό, που με σοβαρότητα και αγάπη τον συμβούλεψε ερμηνεύοντας του τι σημαίνει κοσμική και τι ηθική ζωή. Ο Αντώνης όταν μπήκε στην εκκλησία βλέποντας την εικόνα του Τιμίου Προδρόμου έκπληκτος κατάλαβε ότι ο νέος που τον συνάντησε ήταν αυτός. Η αγαθή ψυχή του αλλοιώθηκε ακόμη περισσότερο από τη θεία Χάρη, που τον επεσκίαζε.

Μέχρι τα δεκαεφτά του χρόνια βοηθούσε τον πατέρα του στις γεωργικές εργασίες. Στην Αθήνα που ήλθε για να εργαστεί γνώρισε τον ιερομόναχο π. Ιγνάτιο Κολιόπουλο, τον οποίο έκανε πνευματικό του. Κάνοντας υπακοή ζούσε αυστηρή και προσεκτική πνευματική ζωή. Κάθε Κυριακή, πριν ακόμη ξημερώσει, έφευγε από το Κουκάκι, όπου έμενε, και πήγαινε με τα πόδια στη Χρυσοσπηλιώτισσα, στην οποία ήταν εφημέριος και ομιλητής ο πνευματικός του, για να προλάβει την αρχή του Όρθρου. Το απόγευμα παρακολουθούσε τα κηρύγματα του π. Σεραφείμ Παπακώστα στο μητροπολιτικό Ναό. Μαζί με άλλους νέους εργαζόταν ιεραποστολικά στα νοσοκομεία και τα κατηχητικά σχολεία. Πολύ χαρά αισθάνθηκε όταν κάποιος για να τον πειράξει τον αποκάλεσε «κοσμοκαλόγερο». Είχε αποφασίσει να ζήσει το χριστιανικό άγαμο βίο. Για ιερωσύνη ούτε σκέψη. Αισθανόταν ανάξιος γι’ αυτήν.

Στον πόλεμο του 1940 επιστρατεύτηκε και κατά θεία πρόνοια υπηρέτησε σε θέση που δεν χρειάστηκε να κάνει χρήση του όπλου του ώστε αργότερα να μπορέσει να γίνει ιερέας. Κάθε Κυριακή περπατούσε πολλά χιλιόμετρα πάνω στα Αλβανικά βουνά -αφού έπαιρνε πρώτα άδεια από το λοχαγό του- αναζητώντας στο πλησιέστερο χωριό Εκκλησία για να λειτουργηθεί και να κοινωνήσει. Παρακαλούσε θερμά τον Κύριο να τον διαφυλάξει ώστε να εργαστεί με όλες τις δυνάμεις του στο αμπελώνα του.

ΣΤΗ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΑΣ ΛΑΥΡΑΣ- ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ

Όταν επέστρεψε από το μέτωπο μετά την υπόδειξη και ευλογία του πνευματικού του απορρίπτοντας τις δελεαστικές προτάσεις του αφεντικού του και περιφρονώντας τις ειρωνείες γνωστών και συγγενών πήγε στην Ιερά Μονή της Αγίας Λαύρας, υποτακτικός στο Γέροντα Σεραφείμ Ρηγόπουλο, Προηγούμενο της Μονής. Ο Γέροντας Σεραφείμ, όσιακή, σεβάσμια και πατερική μορφή όρισε τον Αντώνη διακονητή του. Έμενε στο ίδιο κελλί μαζί του. Με πολλή χαρά και προθυμία διακονούσε ο Αντώνης το Γέροντα του, γιατί γνώριζε ότι μέσω εκείνου υπηρετούσε το Θεό.

«Βρήκα εξωτερικές δυσκολίες πολλές, πάρα πολλές, όμως στο ιδανικό μου δεν είχα δυσκολίες. Ως προς την κλήση μου ήμουν απέραντα ικανοποιημένος. Ήμουν εσωτερικά αναπαυμένος», έλεγε ο ίδιος αργότερα. Οι δυσκολίες οφείλονταν στο ιδιόρρυθμο σύστημα της Μονής που έφερε μια πνευματική χαλάρωση. Σε ένα χρόνο έγινε μοναχός με το όνομα Ευσέβιος και μετά από μια εβδομάδα Ιεροδιάκονος. Μαρτυρίες παλαιών πατέρων αναφέρονται στην ευλάβεια, ταπείνωση, υπακοή, ευθύτητα, ειλικρίνεια, αγαθότητα και την αγάπη του π. Εύσεβίου προς όλους.

«Τα τρία χρόνια υποταγής μου στο Γέροντα Σεραφείμ ήταν τα καλύτερα της ζωής μου. Δεν έκανα τίποτα το δικό μου και είχα απέραντη χαρά» έλεγε ο ίδιος αργότερα, νουθετώντας τις Μοναχές του.

Τον Οκτώβριο του 1943 εκοιμήθη ο Γέροντας του, και τον Δεκέμβριο ο π. Ευσέβιος έζησε το δράμα της εκτέλεσης των Πατέρων και της καταστροφής της Μονής από τους Γερμανούς. Στις 13 Δεκεμβρίου έγινε η φρικτή εκτέλεση των 1300 Καλαβρυτινών και η πυρπόληση της πόλης από τους Γερμανούς. Η είδηση δεν έφθασε στην Αγία Λαύρα, διότι οι Γερμανοί είχαν κλείσει τις εξόδους και εισόδους. Όμως οι Μοναχοί από μέρες είχαν αρχίσει να κρύβουν τα πολύτιμα κειμήλια της Μονής. Στην προσπάθεια αυτή πρωτοστάτησε ο π. Ευσέβιος, ο όποιος ήταν τότε εκκλησιαστικός.

Από το Δεκέμβριο έως τον Απρίλιο που έφυγαν οι Γερμανοί, ο π. Ευσέβιος και οι άλλοι Μοναχοί διανυκτέρευαν στο δάσος. Την ήμερα επισκεύαζαν όπως μπορούσαν τις χαμωκέλλες του Μοναστηρίου, για να κατοικήσουν.

Παράλληλα ο π. Ευσέβιος πρωτοστατεί στα έργα της αγάπης στην προσπάθεια να βοηθηθούν οι χήρες και τα ορφανά των Καλαβρύτων. Οι μοναχοί έβαζαν στην άκρη ένα μέρος από τα τρόφιμα που τους έδινε το Μοναστήρι, και ο π. Ευσέβιος τα συγκέντρωνε και τα πήγαινε στα Καλάβρυτα. Ο ίδιος έδινε όλο το μερίδιο του.

Στηρίζει με την προσευχή του, το λόγο και την έμπρακτη αγάπη του μικρούς και μεγάλους. Ήταν ο παρήγορος άγγελος των ταλαιπωρημένων εκείνων υπάρξεων, που ο πόνος, η ορφάνια, η φτώχεια, η πείνα και το κρύο τους έσπρωχναν στην απόγνωση. Περισσότερο όμως συμπονεί τα παιδιά.

Με την ευλογία του Ηγουμένου ξεκινά ένα πλούσιο κατηχητικό έργο στην περιοχή. Πηγαινοέρχεται με τα πόδια από το Μοναστήρι στα Καλάβρυτα και στα γύρω χωριά και κάνει κατηχητικό στα παιδιά. Δεν ήταν όμως μόνο ο κατηχητής τους. Στο πρόσωπο του σεμνού ιερομόναχου τα απορφανισμένα εκείνα παιδιά βρήκαν τον πατέρα, τον αδελφό, το φίλο. Παράλληλα αυτά τα χρόνια φοιτούσε και στο Γυμνάσιο Καλαβρύτων. Λίγο αργότερα (από το 1948 έως το 1950) με τη δραστηριότητα και το ζήλο πού τον διέκριναν, έπαιξε πρωτεύοντα ρόλο στην ανοικοδόμηση της Μονής.

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΣΤΟ ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ

Το 1951, έρχεται στην Αθήνα να σπουδάσει στη Θεολογική Σχολή. Χάρη στο ταπεινό του ήθος κατόρθωσε να μη διαγραφεί από τη Μονή της μετανοίας του. Παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του Αγιολαυριώτης ιερομόναχος.

Το 1952 χειροτονείται Πρεσβύτερος.Τον επόμενο κιόλας μήνα διορίζεται ώς εφημέριος στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Αθηνών, όπου, όπως ο ίδιος πίστευε, θα εργαζόταν μέχρι το τέλος των σπουδών του. Όμως ο Θεός είχε άλλα σχέδια γι’ αυτόν. Τον προόριζε να γίνει παρηγοριά και στηριγμός των πονεμένων ανθρώπων στην Αθήνα, επί τρεις και πλέον δεκαετίες. Το ίδιο έτος ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών κυρός Θεόκλητος, τον έκανε Πνευματικό, και του απένειμε το οφφίκιο του αρχιμανδρίτου. Έκτοτε ασκούσε το επίπονο έργο της πνευματικής πατρότητας μέχρι το τέλος της ζωής του. Επιτέλεσε πράγματι έργο μοναδικό και ανεπανάληπτο. Τριανταπέντε σχεδόν χρόνια έζησε μέσα στο νοσοκομείο ο π. Ευσέβιος σαν ασκητής. Ήταν ένα άνθος της ερήμου μέσα στον κόσμο. Για να βρίσκεται συνεχώς κοντά στους αρρώστους, προτίμησε να μένει μέσα στο νοσοκομείο, σε ένα πολύ μικρό δωμάτιο που του παραχώρησαν στην ταράτσα του παλαιού κτιρίου. Ήταν φτωχό και απέριττο. Ο εξοπλισμός του ένα σιδερένιο κρεββάτι, ένα κομοδίνο νοσοκομειακό κι ένα τραπεζάκι. Χωρίς κάν βοηθητικό χώρο, χωρίς μόνωση, χωρίς θέρμανση.

Το φαγητό του όλα αυτά τα χρόνια ήταν νοσοκομειακό. Πολλές φορές έκλεινε η τραπεζαρία και έμενε νηστικός. Και όμως ποτέ δεν παραπονέθηκε. Τροφή για κείνον ήταν η ανακούφιση, η χαρά και η πνευματική ωφέλεια των ασθενών. Εφάρμοζε την προσωπική ποιμαντική επικοινωνία με τους ασθενείς. Περνούσε καθημερινά από όλους τους θαλάμους, πλησίαζε τον κάθε άρρωστο και προσπαθούσε να τον βοηθήσει πνευματικά.

Είχε το χάρισμα της παρακλήσεως των ψυχών, της αγάπης και της διακρίσεως. Ήταν ο χαρισματούχος Πνευματικός. Διέβλεπε τον πνευματικό κόσμο των ασθενών και πολλές φορές μ’ ένα του λόγο τους έφερνε σε μετάνοια. Οι άρρωστοι, ακόμη και οι πιο δύσκολοι, εξομολογούνταν -οι περισσότεροι για πρώτη φορά. Μόνο οι αιρετικοί δεν δέχονταν. Είναι χιλιάδες οι ψυχές που αναγεννήθηκαν κάτω από το πετραχήλι του Γέροντα όλα αυτά τα χρόνια. Και γύριζαν στα σπίτια τους νέοι άνθρωποι, ζώντας την εν Χριστώ ζωή, χάρη στην εργασία που έκανε ο π. Ευσέβιος στην ψυχή τους. Είτε έφυγαν έτοιμοι για τον Ουρανό.

Ζυμωμένος με τη θεία Λατρεία στο Μοναστήρι, φρόντισε να εισαγάγει τη λατρευτική ζωή της Εκκλησίας μας στο νοσοκομείο, το όποιο δεν είχε αρχικά ναό.

Τελεί το μυστήριο του Αγίου Ευχελαίου κάθε Τετάρτη μέσα στους θαλάμους, την ακολουθία του Αγιασμού κάθε πρώτη του μηνός και την Παράκληση της Παναγίας κάθε Παρασκευή στους διαδρόμους των τμημάτων του νοσοκομείου. Ακούραστος σε προσφορά είχε καθιερώσει την περιφορά και λιτάνευση της εικόνος σε όλο το νοσοκομείο κατά τις μεγάλες εορτές των Χριστουγέννων, του Πάσχα, του Αγίου Λουκά, του Επιταφίου την Μεγάλη Παρασκευή, του Σταύρου κατά την εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταύρου. Περνούσε από κάθε κλίνη. Τα Θεοφάνεια άγιαζε προσωπικά τον κάθε άρρωστο και όλο το νοσοκομείο, και την Μεγάλη Τετάρτη έχριε όλους τους ασθενείς με το Άγιο έλαιο. Και όλα αυτά, για να παρηγορούνται και να χαίρονται οι ασθενείς.

Την παραμονή κάθε θείας Λειτουργίας ο π. Ευσέβιος ετοίμαζε το ναό με τη βοήθεια ευλαβών αδελφών και διοικητικών υπαλλήλων του νοσοκομείου. Με περισσή επιμέλεια ευπρέπιζε το Ιερό. Ένα καινούργιο τραπέζι χρησίμευε ως Αγία Τράπεζα και ένα άλλο μικρότερο ως αγία Πρόθεση. Λειτουργούσε με Αντιμήνσιο.

Ο ταπεινός διάδρομος χάρη στην αγιωσύνη του Αγιολαυριώτη Ιερομονάχου μετατρεπόταν σε επίγειο ουρανό. Ασθενείς πολλοί κατέβαιναν εκεί να εκκλησιασθούν, ιατροί, νοσηλευτικό και διοικητικό προσωπικό, εργαζόμενοι νέοι και φοιτητές που έψαλλαν.

Χάρη στις προσευχές του και στις ακάματες προσπάθειες του, παρά τις αντιδράσεις, θεμελιώθηκε ο Ιερός Ναός του νοσοκομείου το Φεβρουάριο του 1958, σε καίρια γωνιακή θέση επί της Βασιλίσσης Σοφίας. Ο Ναός εγκαινιάσθηκε το 1965. Αργότερα κοσμήθηκε ο Ναός με ωραίο σκαλιστό μαρμάρινο τέμπλο και θαυμάσιες αγιογραφίες.

Λειτουργούσε τρεις με τέσσερις φορές την εβδομάδα το πρωί 4.30-7.30 π.μ., για να κοινωνήσουν εγκαίρως οι ασθενείς, και να προλάβει το προσωπικό του νοσοκομείου και άλλοι εργαζόμενοι και φοιτητές που σύχναζαν εκεί, να εκκλησιασθούν. Κατέβαινε από τις τέσσερις για την προσκομιδή. Μνημόνευε αμέτρητα ονόματα. Όταν τελείωνε η θεία Λειτουργία ανέβαινε με το Άγιο Ποτήριο στους θαλάμους να κοινωνήσει στην κλίνη τους όλους εκείνους που είχε εξομολογήσει και προετοιμάσει κατάλληλα.

Αδελφές του νοσοκομείου και ιατροί ομολογούν ότι πολλάκις συνέβη, όταν μετέβαινε ο π. Ευσέβιος να κοινωνήσει κάποιον άρρωστο, εκείνος να έχει πέσει σε κώμα. Τον βεβαίωναν ότι δεν έχει πλέον καμιά επικοινωνία. Ο π. Ευσέβιος αμίλητος πλησίαζε τον ασθενή, τον σταύρωνε με το Άγιο Ποτήριο, τον προσφωνούσε με το όνομά του και τον καλούσε να πάρει το Χριστό, «τό Μεγάλο Γιατρό». Εκείνος άνοιγε τα μάτια του, προς έκπληξη των παρευρισκομένων, έκανε το σταυρό του και κοινωνούσε με πόθο τα Άχραντα Μυστήρια. Ανελάμβανε από την ασθένεια του παρ’ ελπίδα και μετά από λίγες μέρες αναχωρούσε για το σπίτι του. «Να, η δύναμις των Μυστηρίων, η δύναμις της Εκκλησίας μας», έλεγε χαρακτηριστικά ο π. Ευσέβιος δίνοντας δόξα στο Θεό.

Διακονούσε στο Μυστήριο της σωτηρίας των ανθρώπων με όλη του την ύπαρξη. Γι’ αυτό το σκοπό υποβαλλόταν σε κάθε θυσία. Κοιμόταν δύο, τρεις ή το πολύ τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο. Μερικές φορές και καθόλου. Συνέβη, επιστρέφοντας στις 3.30 μετά τα μεσάνυκτα, από αγρυπνία που είχε τελέσει στο Μοναστήρι του στον Ωρωπό, να εξομολογήσει κάποιον άρρωστο, που μόλις τότε το είχε αποφασίσει, και που το πρωί θα έμπαινε στο χειρουργείο. Δύο ώρες κράτησε η Εξομολόγηση. Ήταν ήδη έξι το πρωί, όταν ο Γέροντας έμπαινε στο κελλί του. Σε λίγο θα άρχιζε μια καινούργια ήμερα με το δικό της φόρτο εργασίας. Εκείνος όμως δόξαζε το Θεό για τη μετάνοια και τη σωτηρία αυτής της ψυχής. Δεν υπολόγιζε τον κόπο. Άλλωστε, όπως συνήθιζε να λέει, «η κούρασις ξεκουράζει»!

Επί είκοσι περίπου χρόνια (1967-1986) εξομολογούσε τα κωφάλαλα παιδιά της Σχολής Κωφών και Βαρυκόων στους Αμπελοκήπους, και λειτουργούσε κατά διαστήματα στον Άγιο Λουκά, από το 1960 έως το 1986 για να κοινωνήσουν. Επί δώδεκα περίπου έτη εξομολογούσε τις σπουδάστριες στη Σχολή Επισκεπτριών Αδελφών στους Αμπελοκήπους και λειτουργούσε σε μια αίθουσα της Σχολής για να κοινωνήσουν. Την ίδια επίσης πνευματική διακονία έκανε και στη Σχολή Μαιών κοντά στο νοσοκομείο Αλεξάνδρα.

Ακτήμων σε όλη του τη ζωή και αφιλοχρήματος ο π. Ευσέβιος ουδέποτε απέκτησε κάποιο περιουσιακό στοιχείο στο όνομα του και ούτε είχε ποτέ βιβλιάριο καταθέσων σε επίγειες τράπεζες. Ποτέ δεν πήρε το μισθό του αλλά έδινε εντολή να διαμοιράζεται σε άπορους ασθενείς. Συνήθιζε να τοποθετεί διακριτικά κάτω από το προσκέφαλο τους ένα φακελάκι με χρήματα.

Επί τρεις και πλέον δεκαετίες το Ιπποκράτειο υπήρξε καταφύγιο ψυχών και πολυσύχναστη πνευματική κυψέλη, χάρις στην αγιωσύνη του Γέροντα. Σύχναζαν εκεί οι φιλακόλουθοι, οι φιλομόναχοι και πολλές χριστιανικές οικογένειες, νέοι δε πάρα πολλοί, εργαζόμενοι και φοιτητές.

Στο ναό του Αγίου Λουκά τελούνταν κανονικά όλες οι ιερές ακολουθίες, Θείες Λειτουργίες και συχνά αγρυπνίες. Το Ιπποκράτειο Νοσοκομείο έγινε μια όαση πνευματική στην έρημο της Αθήνας, λιμάνι όχι μόνο για τους ασθενείς και τους οικείους τους, αλλά και για χιλιάδες ψυχές που έβρισκαν εκεί τον διακριτικό εξομολόγο, το χαρισματούχο Γέροντα, τον αφοσιωμένο Λειτουργό.

Εκτός από την Εξομολόγηση των ασθενών αφιέρωνε πολλές ώρες της ημέρας στην Εξομολόγηση των εξωτερικών που καθημερινά πλήθαιναν. Ο π. Ευσέβιος δεν ήταν απλώς ο εξομολόγος και διακριτικός πνευματικός οδηγός των πιστών που κατέφευγαν κοντά του, ήταν αληθινός Πατέρας. Ή αγάπη του για τα πνευματικά του παιδιά ξεπερνούσε τα ανθρώπινα όρια. Όλοι τον εμπιστεύονταν και τον έκαναν κοινωνό των προβλημάτων τους. Ο π. Ευσέβιος τα ένιωθε και τα ανελάμβανε σαν δικά του.

Μεγάλη ευλογία ερχόταν σε όλους με την προσευχή του. Προβλήματα δυσεπίλυτα, προσωπικά ή οικογενειακά, έπαιρναν καλή πορεία και τακτοποιούνταν. Η συμμετοχή του στα προβλήματα των πνευματικών του τέκνων δεν περιοριζόταν μόνο στην προσευχή. Συμπαραστεκόταν άμεσα και από κοντά.

Ώς γνήσιος Πατέρας στήριζε όχι μόνο ηθικά αλλά και υλικά τους νέους που σπούδαζαν. Έδινε συχνά χρήματα σε φοιτητές, ανεξαρτήτως αν ήταν η όχι πνευματικά του τέκνα. «Ευλογία, ευλογία, έλεγε, και μην το πεις σε κανέναν… Όταν έχεις ανάγκη παιδί μου, εδώ να έρχεσαι». Τους έδινε ακόμη και το φαγητό του. Είχε νοικιάσει μαζί με τον παλαιό συμμοναστή του αρχιμανδρίτη π. Ηλία Τσακογιάννη, μετέπειτα Μητροπολίτη Δημητριάδος, ένα σπίτι, κοντά στο Ιπποκράτειο νοσοκομείο, για να στεγάζονται φοιτητές από την επαρχία.

Ο άγιος Γέροντας, ώς πνευματικός Πατέρας, ήταν ανεξάντλητος στην προσφορά αγάπης προς τις οικογένειες τις οποίες στήριζε και υλικά. Επί χρόνια ολόκληρα πλήρωνε το ενοίκιο άπορων οικογενειών. Με πολλή στοργή περιέβαλλε παιδιά ορφανά από πατέρα η μητέρα. Φρόντιζε για όλες τις ανάγκες τους.

Σ’ όλη του τη ζωή τόνιζε την αναγκαιότητα του Μυστηρίου της Εξομολογήσεως. «Άριστο είναι να έχει όλη η οικογένεια ένα Πνευματικό πατέρα» έλεγε, που να γνωρίζει τα θέματα της και να προσεύχεται, και με την ευλογία του όλα τα μέλη να κοινωνούν συχνά των Αχράντων Μυστηρίων. Εκεί είναι η χαρά και η ειρήνη.

Ο π. Ευσέβιος είχε το χάρισμα της ιεραποστολής από το Θεό. Ο ζήλος για την οικοδομή και τη σωτηρία των συνανθρώπων του τον κατέτρωγε. Το να «ευαγγελίζεται» ήταν ανάγκη της ψυχής του. Γι’ αυτό και δεν άφησε κενό σε όλη του τη ζωή στο έργο της πνευματικής σποράς. Από το 1958 μέχρι το τέλος της διακονίας του στο νοσοκομείο, λειτουργούσαν Κατηχητικά Σχολεία (Κατώτερο, Μέσο και Ανώτερο) και κύκλοι νέων και νεανίδων στον Άγιο Λουκά.

Ο π. Ευσέβιος ήταν πολύ αυστηρός στην προσωπική του ζωή, ασκητικός και αθόρυβος. Έν τούτοις είλκυε κοντά του πλήθος νέων ανθρώπων, οι όποιοι τον αγαπούσαν και έτρεφαν προς το πρόσωπο του απέραντο σεβασμό και αφοσίωση. Ήταν ο φωτισμένος από το Άγιο Πνεύμα παιδαγωγός.

Οι κατά καιρούς διευθυντές της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής συνιστούσαν στους ιεροσπουδαστές να πηγαίνουν στον π. Ευσέβιο για Εξομολόγηση και πνευματική καθοδήγηση. Για χάρη τους ο Γέροντας έκανε σύναξη κάθε Πέμπτη απόγευμα, που είχαν έξοδο από τη σχολή τους. Είναι πάρα πολλοί οι ιερείς οι όποιοι κατά την περίοδο των σπουδών τους μαθήτευσαν «παρά τους πόδας» του π. Ευσεβίου, ο οποίος καλλιέργησε μέσα τους το γνήσιο Ορθόδοξο ήθος και εκκλησιαστικό φρόνημα.

Κτίτωρ Ιερών Μονών.

Αληθινός Μοναχός ο ίδιος καί πλήρης θείας Χάριτος αναδείχθηκε εμπνευστής Ιερατικών καί Μοναχικών κλίσεων. Ασκητικός, ταπεινός, γλυκύς και πράος έγινε ο έμπειρος καί απλανής Νυμφαγωγός πολλών ψυχών που ποθούσαν την αγγελική ζωή και πολιτεία.

Εραστής του Μονήρους κατά Θεόν βίου υπήρξε εμπνευσμένος διοργανωτής Κοινοβίων. Παράλληλα με την εξαντλητική εργασία καί διακονία του στό Νοσοκομείο, ίδρυσε και εκ βάθρων ανήγειρε την Ιερά Γυναικεία Κοινοβιακή Μονή Εισοδίων της Θεοτόκου στο Μαρκόπουλο Ωρωπού, όπου αναλώθηκε επί είκοσι έτη (1967-1987) ως Κτίτωρ και πνευματικός Πατέρας.

Το 1987, που ο π. Ευσέβιος είχε πλέον συνταξιοδοτηθεί, η Πρόνοια του Θεού οδήγησε τά βήματα του στην Ιερά Μητρόπολη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας με μια ομάδα ευλαβών νεανίδων, πνευματικών του τέκνων που επιθυμούσαν να μονάσουν.

Ο Σεβασμιώτατος Άγιος Καλαβρύτων θεώρησε ξεχωριστή ευλογία την άφιξη του π. Ευσεβίου στη Μητρόπολη του. Τον περιέβαλε με πηγαία υϊική αγάπη και του έδειξε δυό Μοναστήρια της Επαρχίας του. Ο ιερός λόφος του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, με το υγιεινό κλίμα, το άριστο νερό των πηγών και το πανέμορφο φυσικό τοπίο με τον ανοικτό ορίζοντα, ενέπνευσε τον Γέροντα, ώστε να επιλέξει το ερειπωμένο Μετόχι τής Ι. Μ. Ταξιαρχών, για να εγκατασταθεί εκεί η Αδελφότητα.

Το Νοέμβριο του 1987, το έως τότε Μετόχι μετατράπηκε με προεδρικό διάταγμα σε Ιερά Γυναικεία Κοινοβιακή Μονή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου. Με την ουσιαστική ηθική και υλική βοήθεια του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου κ.κ. Αμβροσίου, το παλαιό κτήριο ανακαινίσθηκε εκ βάθρων και οι πρώτες δεκατέσσερις Αδελφές εγκαταστάθηκαν στα τέσσερα κελλιά του, την περίοδο του Πάσχα του 1988.

Ο ερχομός του π. Ευσεβίου στη Μητρόπολη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας θεωρήθηκε από την τοπική Εκκλησία και τους πιστούς ευλογία Θεού και δώρο του Ουρανού. Μέσα στα οκτώ χρόνια που έζησε εκεί -κατά κοινή ομολογία- αναμόρφωσε πνευματικά την Αιγιαλεία με τις κατανυκτικές θείες Λειτουργίες, τις Αγρυπνίες, την Εξομολόγηση, το εμπνευσμένο κήρυγμα του και τις κατ’ ιδίαν πατρικές νουθεσίες. Αγαπήθηκε πολύ από το λαό του Θεού, που στο πρόσωπο του αγιασμένου Γέροντα βρήκε τον πονετικό πατέρα ο οποίος συνέπασχε μαζί του.

Η ανεπάρκεια του χώρου για τις λειτουργικές ανάγκες της Αδελφότητος ανάγκασαν τον Γέροντα στα 77 του χρόνια να αποδυθεί σ’ ένα τιτάνιο αγώνα για την ανέγερση της νέας Μονής με μοναδικό εφόδιο την ακράδαντη πίστη του στο Θεό. Η ανέγερση της νέας Μονής ήταν ένα παρατεινόμενο θαύμα, αφού χρήματα δεν υπήρχαν, και η νεοσύστατη Μονή δεν είχε καμιά περιουσία.

Ο Γέροντας, έχοντας άνωθεν πληροφορία ενθάρρυνε τις Μοναχές: «Μην ανησυχείτε. Ο Άγιος Ιωάννης προπορεύεται. Εκείνος θα το κτίσει. Έχει ένα ιδιαίτερο ταμείο για μας και όταν χρειαζόμαστε μας δίνει…». Το κτήριο θεμελιώθηκε το 1991, και το 1995 που ο Γέροντας εκοιμήθη, είχε σχεδόν ολοκληρωθεί.

Είναι σημαντικό το ότι όλοι σχεδόν οι εργαζόμενοι στη Μονή (χτίστες, σιδεράδες, μαρμαράδες, υδραυλικοί, ηλεκτρολόγοι), συγκινημένοι από την πατρική αγάπη και το άγιο παράδειγμα του εξομολογήθηκαν κοντά του, καθώς και οι οικογένειές τους.

Ο έμπειρος στη μοναχική ζωή και ηγιασμένος Γέροντας οργάνωσε το ιερό Κοινόβιο σύμφωνα με τις αρχές του γνήσιου Ορθόδοξου Μοναχισμού και τη διδασκαλία των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας. Ο ίδιος με την οσία ζωή του ήταν κανών και τύπος αληθινού Μονάχου και με τις άγιες νουθεσίες του καλλιεργούσε και καθοδηγούσε ακάματα τις Μοναχές στην στενή τρίβο της Αγγελικής πολιτείας.

Χιλιάδες άνθρωποι ανέβαιναν έως εκεί για να ωφεληθούν από τον άγιο Γέροντα. Η γλυκιά και οσιακή μορφή του μετέδιδε Χάρη. Κοντά του οι ψυχές ειρήνευαν και γεύονταν αγιοπνευματική χαρά. Η φιλοξενία του αρχοντική, παροιμιώδης.

Οι πάντες ένιωθαν την ειλικρινή αγάπη του. Ο καθένας ένιωθε ότι ο Γέροντας τον αγαπούσε περισσότερο. Γιατί είχε μια ιδιαίτερη αγάπη για όλους. Είχε πολλή παρρησία στο Θεό· η προσευχή του έλυνε δυσεπίλυτα προβλήματα, θεράπευε ανίατες ασθένειες, φυγάδευε ακάθαρτα πνεύματα, έφερνε την ευλογία του Θεού στον κόσμο. Βαθιά ταπεινός, είχε τα χαρίσματα της διοράσεως και προοράσεως, όμως δεν έδινε σημασία σ’ αυτά· εκεί που εστίαζε την ποιμαντική του ήταν η μετάνοια, την οποία ο ίδιος βίωνε και γι’ αυτό την ενέπνεε.

Ο Γέροντας είχε όλες τις αρετές του Θεού. Η ψυχή του είχε αγγελική καθαρότητα. Άδολος, αθώος, απλός. Αποκορύφωμα όλων, όμως, η απέραντη αγάπη του και η βαθύτατη ταπείνωση του. Σύγχρονος νηπτικός Πατέρας της Εκκλησίας μας ο Γέροντας, είχε το χάρισμα της αδιάλειπτης προσευχής.

Η ζωή του ήταν η θεία Λειτουργία, και η μνημόνευση ονομάτων στην αγία Προσκομιδή η προσφιλέστερη απασχόληση του. Μνημόνευε αμέτρητα ονόματα, επί τέσσερις και πλέον ώρες. Στα 52 χρόνια Ιερωσύνης του ουδέποτε κάθισε στο Ιερό κατά τη διάρκεια του Όρθρου και της θείας Λειτουργίας. Από τις 4.30 έως τις δώδεκα, που έβγαινε από το Ιερό, ήταν όρθιος και δεν ένιωθε καθόλου κούραση· το Ιερό Βήμα για το Γέροντα ήταν ο πιο ευχάριστος χώρος επάνω στη γη.

Ο ίδιος ζούσε εν μετάνοια και γι’ αυτό είχε το χάρισμα να οδηγεί τις ψυχές στη μετάνοια και τη Μυστηριακή ζωή. Ως Πνευματικός πατέρας ήταν Χριστοκεντρικός. Συνέδεε τα πνευματικά του τέκνα με το Χριστό και όχι με το πρόσωπό του. Γι’ αυτό και το πνευματικό του έργο συνεχίζεται και μετά την οσιακή κοίμησή του. Ήταν υπέρμαχος της συχνής -κατόπιν βέβαια της κατάλληλης προετοιμασίας- θείας Μεταλήψεως και καλλιεργούσε τα πνευματικά του τέκνα με αυτό το πνεύμα.

Επειδή είχε σπλάγχνα οικτιρμών και συμπονούσε πολύ τους άρρωστους και προσευχόταν γι’ αυτούς, έλαβε από το Θεό το χάρισμα των ιαμάτων. Η έμπονη προσευχή του άλλαζε τις βουλές του Θεού. Εκατοντάδες είναι τα περιστατικά θαυματουργικής θεραπείας ασθενών.

Ο Γέροντας έβλεπε εν Αγίω Πνεύματι τις ψυχές όπως πραγματικά ήταν, αλλά και πρόσωπα και πράγματα που βρίσκονταν πολύ μακριά. Γνώριζε τους κρυφούς διαλογισμούς των καρδιών και προγνώριζε γεγονότα πολλά χρόνια προτού συμβούν. Όμως από πολλή ταπείνωση απέκρυπτε επιμελώς τα χαρίσματα αυτά, τα όποια ουδόλως αξιολογούσε. «Το προορατικό και διορατικό χάρισμα δίνονται από το Θεό, αλλά δεν σώζουν τον άνθρωπο, η μετάνοια όμως σώζει, αυτή μας χρειάζεται», έλεγε.

Με τους ασκητικούς αγώνες και τη συνεχή Μυστηριακή ζωή είχε λάβει εξουσία κατά των δαιμόνων. Οι προσευχές του, κυρίως όμως η ταπεινοφροσύνη του, φυγάδευαν ακάθαρτα πνεύματα.

Η αρετή που κυρίως διέκρινε τον π. Ευσέβιο ήταν η βαθιά ταπείνωσή του. Ζούσε στην αφάνεια και εργαζόταν αθόρυβα για τη δόξα του Θεού, τον Οποίο αγαπούσε εξ όλης ψυχής, διανοίας και ισχύος. Ο ίδιος επιμελώς απέκρυπτε τον εαυτό του για τον οποίο είχε πολύ ταπεινή ιδέα.

Ανεξίκακος συγχωρούσε αμέσως όσους τον έβλαπταν και τους ευεργετούσε, τόσο, που η αγάπη του τους άλλαζε.

Η υπομονή του στις δυσκολίες, τις ασθένειες και τις θλίψεις ήταν απέραντη. Υποτασσόταν με ταπείνωση και ευγνωμοσύνη στο θέλημα του Θεού· ευχαριστούσε και δοξολογούσε το όνομά Του ακόμη και στις πιο οδυνηρές και δύσκολες ώρες της ζωής του. Το «δόξα Σοι ο Θεός» δεν έλειπε από τα χείλη του.

Το οσιακό τέλος του.

Παρακαλούσε τον Θεό να τον αξιώσει να λειτουργεί μέχρι το τέλος της ζωής του και να αυτοεξυπηρετείται μέχρι τέλους. Και ο Θεός του τα χάρισε και τα δύο. Η τελευταία Θεία Λειτουργία ήταν σαράντα ημέρες προ της οσιακής κοιμήσεώς του στις 8 Μαΐου, εορτή του προστάτου της Μονής Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου.

Την αγία ζωή του σφράγισε το κατά πάντα οσιακό τέλος του το οποίο και προγνώρισε. Αντιμετώπισε την οδυνηρή νόσο του καρκίνου με θαυμαστή καρτερία και δοξολογία στο Θεό. Μέσα στους φρικτούς πόνους του ακατάπαυστα εδόξαζε τον Θεό. Καθημερινά κατέφθαναν από όλα τα μέρη της Ελλάδος και από το εξωτερικό τα πνευματικά του παιδιά να πάρουν την ευχή του για τελευταία φορά. Ήλθαν Αρχιερείς, ιερείς, μοναχοί και μοναχές. Παρά τους αφόρητους πόνους του όλους τους δεχόταν. Τακτοποίησε αθόρυβα όλα τα θέματα της Αδελφότητος. Άφησε και γραπτώς τις τελευταίες του υποθήκες προς τις Μοναχές.

Είχε πλήρη διαύγεια μέχρι τέλους. Ευλογούσε και συμβούλευε πατρικά, συγχωρούσε από την καρδιά του, ζητούσε πρώτος συγγνώμη και ευχαριστούσε όλους. Συμβούλευε τις Μοναχές για ενότητα και αγάπη. Προσευχόταν ακατάπαυστα.

Επί ένδεκα συνεχείς ημέρες ετελείτο Αγρυπνία στη Μονή και ο π. Ευσέβιος περίμενε με πολλή λαχτάρα κάθε φορά τη Θεία Κοινωνία.

Μιλούσε ανοικτά και χωρίς φόβο για το θάνατο του: «Το μοναδικό ταξίδι, το υπέροχο, το άφθαστο ταξίδι»!

Την περισσότερη ώρα έμενε σιωπηλός. Βυθισμένος στην προσευχή και στις ουράνιες θεωρίες, σήκωνε που και που το εξαντλημένο χέρι του και προσπαθούσε να κάνει το σταυρό του.

Ξημέρωνε η 19η Ιουνίου, ήμερα Δευτέρα. Η θεία Λειτουργία τελείωσε γύρω στις 2 το πρωί. Ο Γέροντας, αν και ήταν τόσο βαριά, κατέβασε τα πόδια του από την κλίνη και κοινώνησε καθιστός για τελευταία φορά. Από σεβασμό, ούτε μία φορά δεν κοινώνησε ξαπλωμένος.

Ήταν πανέτοιμος. Η ώρα που θα έφευγε πλησίαζε. Βαθιά σιγή επικρατούσε στό κελλί του.

Στις έξι το πρωί ο Γέροντας είπε με φωνή μισοσβησμένη:

«Φεύγω… Λειβάδια! Λειβάδια!».

Οι μοναχές πήραν την ευχή του για τελευταία φορά. Η ώρα ήταν 9 π. μ., όταν έφερε το βλέμμα του γύρω, τις κοίταξε, έπλεξε με κόπο τα δάκτυλα των χεριών του μεταξύ τους, για να δείξει την ενότητα, και τους είπε ψιθυριστά: «ενωμένες, ενωμένες, ενωμένες και αγαπημένες. Πάντα μαζί, όλοι μαζί, εκεί στο θρόνο του Θεού μαζί».

Μετά από λίγο τον άκουσαν να λέει:

«Όλα λάμπουν, όλα λάμπουν, όλα λάμπουν».

Στις 10.15 π.μ., ο Γέροντας ανάσαινε με πολλή δυσκολία. Ξαφνικά, σήκωσε ζωηρά το κεφάλι του, κοίταξε ψηλά και δεξιά με μια έκφραση ευχάριστου εκπλήξεως. Το πρόσωπό του έλαμψε.

«Χαίρω, χαίρω, χαίρω!» είπε, και η ψυχή του πέταξε στα ουράνια σκηνώματα.

Η κηδεία του ήταν μια αποκάλυψη. Ήταν η καλή έξωθεν μαρτυρία του λαού του Θεού για τον άγιο Γέροντα που αναλώθηκε στο βωμό της αγάπης. Χιλιάδες λαού, απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδος πέρασαν από το απέριττο φέρετρο του αποδίδοντας τον ύστατο χαιρετισμό. Επτά Αρχιερείς, πολλοί ιερείς και διάκονοι κι ένα πλήθος μοναχών και μοναζουσών επικεφαλής του λαού κατευόδωσαν το Γέροντα στο ύστατο ταξίδι…

Πλάι στο ίερό του Καθολικού εναποτέθηκε το σεπτό σκήνωμα του, για ν’ αναπαυθεί από τους κόπους του.

(Από το: ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ καί ΠΑΤΡΙΚΕΣ ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ του πολυχαρισματούχου Γέροντος ΕΥΣΕΒΙΟΥ Γιαννακάκη (1910-1995) ΕΚΔ. «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ» Θεσσαλονίκη 2009) 

vatopaidi.wordpress.com 


Ο κατ’εξοχήν Γιατρός…δεν συμφώνησε μαζί σας!

 

Η «ιατρική» της Εκκλησίας

Ο μακαριστός αρχιμ. Ευσέβιος Γιαννακάκης, όταν διακονούσε ως εφημέριος στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο της Αθήνας, έζησε συγκλονιστικά θαύματα θεραπείας ασθενών από τη μετάληψη των αχράντων Μυστηρίων:

Ένας βαριά άρρωστος, ο κ. Γεώργιος Φ., βρισκόταν για είκοσι μέρες σε κατάσταση αφασίας μετά από βαρύ εγκεφαλικό επεισόδιο. Ο καθηγητής κ. Γούτας τον παρακολουθούσε συστηματικά, γιατί παρουσίαζε ψηλό πυρετό που έφτανε τους 40°!

Την εικοστή πρώτη μέρα – πράγμα παράδοξο – ο άρρωστος άρχισε ν’ ανοίγει τα μάτια και να μι λάει! Ο καθηγητής παραξενεύτηκε. Νόμισε πως η βελτίωση θα ήταν παροδική. Ο ασθενής όμως διαρκώς καλυτέρευε, και σε μερικές μέρες συζητούσε άνετα και καθαρά.

Τότε και ο γιατρός του μίλησε καθαρά για την ιατρική άποψη:

-Αγαπητέ κύριε Γιώργο, η περίπτωση σας δεν επιδεχόταν καμιά βελτίωση, μετά μάλιστα από τόσο ψηλό πυρετό που κάνατε. Κανονικά δεν θα έπρεπε τώρα να βρίσκεστε κοντά μας.

- Κύριε καθηγητά, απάντησε ήρεμα ο ασθενής, ο κατ’ εξοχήν Γιατρός, ο Κύριος Ιησούς Χριστός, δεν συμφώνησε μαζί σας. Η «ιατρική» της Εκκλησίας αποδεικνύεται πιο αποτελεσματική. Ο ιερέας του Νοσοκομείου μετά από κάθε θεία λειτουργία ερχόταν πρόθυμα να με κοινωνήσει. Εγώ δεν μπορούσα βέβαια να μιλήσω, αλλά τα αισθανόμουν όλα. Κι αυτό φαίνεται πως το καταλάβαινε ο ιερέας, γι’ αυτό και χρησιμοποίησε πλούσια τα θεραπευτικά μέσα της Εκκλησίας μας. Το Σώμα και το Αίμα του Χριστού ζωογονεί τη ψυχή και το σώμα. Θεραπεύει και τις μεγαλύτερες αρρώστιες.

Κάποια γυναίκα, η κ. Μαρία Γ., έπασχε από σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια. Η κατάσταση της διαρκώς χειροτέρευε.

Ενώ Σάββατο ο γιατρός τη βρήκε με τέλεια ανουρία, φεύγοντας από το Νοσοκομείο, πίστευε πως την άλλη μέρα θα είχε φύγει και η άρρωστη του για την αιωνιότητα.

Αργότερα όμως την επισκέφθηκε ο ιερέας του Νοσοκομείου και της πρότεινε να καταφύγει στον ουράνιο Γιατρό, τον Κύριο Ιησού Χριστό. Εκείνη το δέχτηκε με χαρά. Εξομολογήθηκε με ειλικρίνεια, και το πρωί της Κυριακής, αφού παρακολούθησε τη θεία λειτουργία, μετέλαβε τα άχραντα Μυστήρια. Κοινώνησε όμως με φλογερή πίστη στη θεραπευτική δύναμη του Σώματος και Αίματος του Χριστού.

Και το θαύμα έγινε. Μετά τη θεία Κοινωνία το πρόσωπο της άρχισε να ροδίζει από υγεία, και το ουροποιητικό σύστημα να λειτουργεί κανονικά.

Ο γιατρός δεν μπορούσε να το πιστέψει. Ύστερα από δυό-τρεις μέρες, αφού βεβαιώθηκε πως είχε εντελώς θεραπευθεί, της επέτρεψε να φύγει.

(Αρχιμ. Ευσεβίου Γιαννακάκη, «Κοντά στον πόνο και μαζί με τους πονεμένους»).

vatopaidi.wordpress.com


Πνευματικά συνεργεία οι ακολουθίες

 Η νοερά προσευχή πρέπει να γίνεται ανά πάσαν στιγμή. Δεν έχει σημασία αν είναι εντατική ή αδύνατη. Στο δρόμο , στο αυτοκίνητο που ξέρει ο καθένας τι κάνεις, αν είσαι προσηλωμένος στο Θεό; Νούς ,στόμα , καρδιά κύκλο η νοερά προσευχή. Χάνεται ο λογισιμός. Απομονώνεται , εξαφανίζεται.

Η προσευχή να γίνεται . Έστω και τυπική, που σου ψιθυρίζει ο διάβολοςότι είναι ξερή και τυπική.

‘’Είσελθε εις το ταμείον σου, όταν προσεύχη, και… αποδώσει σοι εν τω φανερώ’’. (Ματθ. 6,6). Να κλείσουμε όχι μόνο την πόρτα του δωματίου σας, όταν θέλουμε να προσευχηθούμε, αλλά να κλείσουμε και τα αυτιά μας και τη σκέψη και όλες τις αισθήσεις του εαυτού μας. Να τα ξεχάσουμε όλα, να είναι νεκρά τη στιγμή εκείνη και μόνο με το Θεό τον Άπειρο, τον Ένα, τον Πολυέλεο, τον Πολυεύσπλαγχνο Θεό να μιλάμε. Εκείνη τη στιγμή να ζούμε μόνο τον Θεό. Κατά το σώμα να μη ζούμε. Αυτό ζητά, όταν λέει ‘’κλείσας την θύραν σου΄΄ τη θύρα των αισθήσεων μας εννοεί.

Να προσευχώμεθα, να προσευχώμεθα, να προσευχώμεθα. Στην εργασία μας, στο δρόμο, στο αυτοκίνητο , παντού. Το πρωί, όταν ξυπνήσουμε , πρώτα προσευχή, πάντα προσευχή. Την ευχή να λέμε πολλές φορές, στο δρόμο, στο σχολείο, στην εργασία μας. Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με, τον αμαρτωλόν. Τότε νιώθουμε τον εαυτό μας γεμάτο και ο Θεός δίνει πλούσια τη Χάρη Του…

Η Χάρις του Θεού «η τα ασθενή θεραπεύουσα». Όταν εμείς αγωνιζόμαστε για αγνή και καθαρή ζωή, με προσευχή, Εξομολόγηση, θεία Κοινωνία, τότε δίνει πλούσια τη Χάρη Του, που αρδεύει την ψυχή, όπως το νερο ζωογονεί τα πάντα. Ο αδύναμος άνθρωπος που πέφτει, τρεκλίζει , όσο κι αν τον πολιορκεί η αμαρτία, να αγωνίζεται. Να μην το βάζει κάτω. Να λέει» ο Θεός είναι κοντά, μαζί μου· δεν θα μ’ αφήσει…

‘’Πνεύμα …περιεργείας και αργολογίας μη μοι δώς’’. Βάλαμε ποτέ κανένα βράδυ τον εαυτό μας, αδελφοί μου στο σκαμνί να τον εξετάσουμε γι’ αυτά τα δύο;

Περιέργεια: Προσπαθούμε να δούμε , ν’ ακούσουμε τι κάνει ο α, πως κινείται ο β, κλπ. Και ύστερα απ’ αυτό σχηματίζονται στο μυαλό μας τόσες άσχημες εικόνες, που δεν μπορούμε να προσευχηθούμε.

Αργολογία : ‘’Παν ρήμα αργόν ο εάν λαλήσωσιν οι άνθρωποι, αποδώσουσι λόγον εν ημέρα κρίσεως’’ (Ματθ. 12,36). Η αργολογία συνορεύει με την κατάκριση , με τη συκοφαντία. Λέμε-λέμε, αραδιάζουμε, ψάχνουμε να βρούμε το κουσούρι του καθενός και είμαστε έτοιμοι να εξαπολύσουμε φαρμακερές, καυτές, δαγκωτές κουβέντες εναντίον του.

Από κάθε γωνιά της γης τόσες άσχημες αναθυμιάσεις ανεβαίνουν στο θρόνο Του…κι όμως ο Θεός αγαπάει , ανέχεται, μακροθυμεί. Με τον πόνο, με τη δοκιμασία επισκέπτεται τους ανθρώπους, και όσοι έχουν καλή διάθεση ομολογούν τα σφάλματα τους ενώπιον του Πνευματικού , χύνουν δάκρυα, γίνονται άλλοι άνθρωποι· αυτοί, που, αν τους γνωρίζαμε λίγα χρόνια πρίν, θα τους βομβαρδίζαμε με τα λόγια μας.

Μόνιμος υπάλληλος, σου λέει, στο Δημόσιο. Τι είναι αυτό μπροστά στην αιωνιότητα; Έχουμε εξασφαλίσει θέση μονιμότητος Εκεί;

Γέροντος Ευσεβίου Γιαννακάκη

talantoblog.blogspot.com
Προηγούμενο άρθρο: Ο κατ’εξοχήν Γιατρός…δεν συμφώνησε μαζί σας! Προηγούμενο 


Αποφθέγματα και νουθεσίες του Γέροντα Ευσεβίου Γιαννακάκη (1910-1995)

Η μεγαλύτερη δύναμις στην υδρόγειο σφαίρα είναι η Χάρις του Θεού.

Να είμαστε αχόρταγοι για τη θεία Χάρη. Να μη χορταίνουμε

Όταν έρχεται η θεία Χάρη, θα στεκόμαστε με αυτοσυγκέντρωση, αυτοέλεγχο , προσευχή.

Με τη συνεχή προσπάθεια η κάθε ψυχή , με θέληση αγαθή και με τη χάρη του Θεού, προάγεται και προκόπτει στην αρετή και στην αγιότητα.

Όποιος αγωνίζεται κατά της αμαρτίας, γράφει τις ωραιότερες σελίδες στο βιβλίο του Θεού. Γιατί όλα γράφονται εκεί.

Όσοι έφυγαν με αρετή, τους έτυχε μεγάλη υποδοχή στον ουρανό.

Μόνιμος υπάλληλος, σου λέει, στο Δημόσιο. Τι είναι αυτό μπροστά στην αιωνιότητα; Έχουμε εξασφαλίσει θέση μονιμότητος Εκεί;

Όλο και να προσθέτουμε ένα κομμάτι στη γέφυρα της αγιότητος που θα μας οδηγήσει στον ουρανό.

Ο πονηρός ψιθυρίζει την απιστία. Ούτε ένα γιώτα δεν θα παραλειφθεί από όσα είπε ο Κύριος. Υπάρχει κόλαση και Παράδεισος. Και μάλιστα εμείς οι πιστοί θα κριθούμε αυστηρότερα.

Λατρεία και συνήθεια.

Λοιπόν εκείνο που αποτελεί κίνδυνο, μεγάλο κίνδυνο είναι η συνήθεια , μεγάλο και τρομερό κίνδυνο ή συνήθεια. Εμείς να μη επιτρέψουμε στον εαυτό μας να συνηθίζει , είτε τη Λειτουργία, είτε την ψαλτική , είτε το Ποτήριο της Ζωής είτε…να μη το συνηθίζουμε. Να νοιώθουμε δέος κάθε φορά που γίνεται Λειτουργία.

Με πολλή συγκίνηση και συναίσθηση και ευγνωμοσύνη εις τον Θεόν να παρακολουθούμε. Θα μπορούσαμε πάντοτε ως για πρώτη και τελευταία φορά να παρακολουθούμε τη Θεία Λειτουργία; Λοιπόν είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος η συνήθεια. Συνήθεια και στον κανόνα και στην προσευχή και στη Λειτουργία και, και ,και.

Όταν προσπαθεί κανείς να νοιώθει τον Κύριο κοντά του, και να ζει το ιδανικό του, δεν γίνεται συνήθεια ποτέ. Μα, και να μην προλάβει , ας πούμε , να κάνει τον κανόνα του όλον, αν κάνει κείνο τον κανόνα τον πιο λίγο καλά, παστρικά, καθαρά , με πολλή συναίσθηση , τον δέχεται ο Θεός σαν δέκα κανόνες. Να είναι ο νούς και η σκέψις μας εις τον Θεός και να νοιώθουμε εκεί τον Θεόν κοντά μας. Ε, ευλογεί , ευλογεί τότε ο Κύριος και αγιάζει.

Η ζωή μας να περπατάει έξω από αδυναμίες και μακριά από υποχωρήσεις και συμβιβασμούς. Να επιδιώκουμε βίον αγνόν και ζωή ολοκάθαρη και Μυστηριακή. Να μοσχοβολάει από προσευχή , από Λατρεία, από αγώνα πνευματικό και άγιο. Ώστε όλα αυτά να βεβαιώνουν ότι είμαστε σταθεροί στην κλήση μας, και ότι κρατάμε δυνατά την αγίαν παρακαταθήκην της ζωής που μας ενεπιστεύθη Κύριος. 


Ο γέροντας στο παρεκκλήσιο του Ιπποκρατείου (Π.Γ.Ν.Α.)

Τον Φεβρουάριο του 1952 διορίζεται ως εφημέριος του Ιδρύματος ο Μακαριστός Αρχιμανδρίτης π. Ευσέβιος Γιαννακάκης. Οι συνθήκες δύσκολες, οι ανάγκες πολλές, αλλά μεγάλος και ο ζήλος του νέου εφημερίου. Μένοντας σε μικρό δωμάτιο στο λιακωτό (την "ταράτσα") του Νοσοκομείου, μπορεί και είναι παρών 24 ώρες στο εικοσιτετράωρο κοντά στους πονεμένους. Τους παρηγορεί, τους εμψυχώνει, τους στηρίζει, στις δύσκολες στιγμές που ζουν στο κρεβάτι του πόνου. Όμως, το Νοσοκομείο δεν είχε παρεκκλήσιο. Οι απαραίτητες ακολουθίες (Παρακλήσεις, Ιερ. Ευχέλαιο Εξομολόγηση κ. ά.) τελούνται στους χώρους νοσηλείας. Η Θεία λειτουργία στο υπόγειο στο μεγάλο διάδρομο του ακτινολογικού, ο οποίος κάθε Κυριακή πρωί με τη συνεργασία τις φροντίδες και τον ζήλο των εργαζομένων και την επίβλεψη του εφημερίου μετατρέπονταν σε Ναό εκστρατείας. Μέχρι σήμερα παραμένουν ζωηρές και νοσταλγικές οι αναμνήσεις όλων 


Ένας άγιος ανάμεσά μας

Εξακόσιες πυκνογραμμένες σελίδες σε σχήμα βιβλίου 15Χ22 εκατοστών, ανιστορούν τον ευσεβή, ασκητικό και συνάμα ενεργό κοινωνικά, βίο του μακαριστού Ιερομόναχου Ευσεβίου Γιαννακάκη, ιδρυτή της γυναικείας Μονής Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, στο Βερίνο Συμπολιτείας. Το βιβλίο εκδόθηκε (και διανεμήθηκε)από την Τοπική Ιερά Μητρόπολη, εντελώς δε τυχαία έπεσε στα χέρια μας, για να απολαύσουμε το «ζεστό» γράψιμο, που δεν είναι άλλο από την ιστόρηση της ζωής, της πνευματικής άθλησης ενός Μοναχού και συγχρόνως της γνήσιας και μεγάλης χριστιανικής και κοινωνικής προσφοράς του προς τους πάσχοντες συνανθρώπους, από τον Αρχιμανδρίτη π. Ευσέβιο Γιαννακάκη. Οι πηγές που μελετήθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν για να επιβεβαιώσουν την πνευματική προσφορά και γενικώς την ψυχωφελή δραστηριότητα ενός Μοναχού, στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο που ήταν η έδρα του, μαρτυρούν ότι η εργογραφία του π. Γιαννακάκη δεν ήταν απλή υπόθεση, που θα αρκούσε μια αφήγηση να καλύψει. Ήταν δύσκολη και υπεύθυνη δουλειά να αποφευχθούν οι υπερβολές αλλά και οι ελλείψεις, ώστε να αποδοθεί με πραγματικά στοιχεία η αγία ζωή ενός ουράνιου ανθρώπου που περπάτησε στη γη και αναλώθηκε στη διακονία του πλησίον, στη σωτηρία των ψυχών, όσων προσέρχονταν σ’ αυτόν αλλά και εκείνων, τους οποίους ο ίδιος με επιμονή και υπομονή πλησίαζε και κέρδιζε την εμπιστοσύνη τους. Τελικά τους οδηγούσε στην ορθή πίστη μέσα από τα Μυστήρια και τη λατρευτική ζωή της εκκλησίας.Η συγγραφή, η σελιδοποίηση, η ορθή καταχώριση των θεμάτων, η κατανοητή γλώσσα χωρίς λάθη, το ξαναζωντάνεμα του πνευματικού πατέρα και καθοδηγητή των Μοναχών του Αη Γιάννη, η ηλεκτρονική τακτοποίηση του βιβλίου, έγινε από τις Μοναχές, για τις οποίες υπάρχει η μαρτυρία ότι είναι υψηλής μόρφωσης και κάτοχοι επιστημών σε επαγγελματικό επίπεδο. Μόνο το τύπωμα και η βιβλιοδεσία έγιναν σε εκδοτικό οίκο. Το βιβλίο έχει τη φροντίδα της θυγατέρας προς τον πατέρα, τη νοικοκυρωσύνη της γυναίκας. Τα στάδια της ζωής, της πνευματικής άθλησης και της προσφοράς του π. Ευσεβίου στο συνάνθρωπο έχουν μια φυσική αλληλουχία και νομίζεις, γυρίζοντας τις σελίδες, ότι  παρακολουθείς σε ζουρνάλ το ξεδίπλωμα της αγίας βιοτής ενός γνήσιου ιερωμένου. Το Μοναστήρι έχει έναν ακόμη άγιό του. Ο τάφος του, στον περίβολο της Μονής εσωτερικά είναι σημείο αναφοράς, προσευχής, ευλογίας και βοήθειας της γυναικείας Αδελφότητας και της περιοχής. Ο δικός τους  άγιος είναι το πρότυπό τους. Ίσως είναι και αόρατοι λόγοι που το βιβλίο, παρ’ ότι πολυσέλιδο και πυκνογραμμένο, δεν κουράζει. Όσο προχωρείς στο διάβασμά του, τόσο δένεσαι μαζί του. Θα ήταν ατύχημα, να μην το είχαμε διαβάσει. Ελπίζουμε να διατίθεται από το Μοναστήρι στους προσκυνητές, ώστε φεύγοντας, να έχουν μαζί τους και τον Ευσέβιο Γιαννακάκη, ευσεβάστατον κατ’ ουσίαν και κατ’ όνομα. Άνθρωπο του Θεού.

http://ereyna-aigio.gr/eparhiaka/410-2010-01-28-16-13-17.html 


Το οσιακό τέλος του Γέροντα Ευσέβιου Γιαννακάκη (†19 Ιουνίου 1995)

Την αγία ζωή του Γέροντα Ευσεβίου, ο οποίος στο παρελθόν επισκέφθηκε την πόλη μας, λειτούργησε κι ευλόγησε το λαό μας, σφράγισε το κατά πάντα οσιακό τέλος του, το οποίο και προγνώρισε. Αντιμετώπισε την οδυνηρή ασθένεια του καρκίνου με θαυμαστή καρτερία και δοξολογία στο Θεό. Μέσα στους φρικτούς πόνους του δόξαζε ακατάπαυστα το Θεό: «Δόξα Σοι ο Θεός. Δόξα Σοι ο Θεός. Σ΄ ευχαριστώ Κύριε! Ελέησέ με, Κύριε, και συγχώρησέ με!…».

Είχε πλήρη διαύγεια μέχρι τέλους. Καθημερινά κατέφθαναν στο μοναστήρι τοϋ Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στο Αίγιο, όπου διέμενε, πνευματικά του παιδιά από όλα τα μέρη της Ελλάδος και το εξωτερικό να πάρουν την ευχή του για τελευταία φορά. Πήγαν Αρχιερείς, ιερείς, μοναχοί, μοναχές… Παρά τους αφόρητους πόνους, όλους τους δεχόταν. Ευλογούσε και συμβούλευε πατρικά, συγχωρούσε από την καρδιά του, ζητούσε πρώτος συγγνώμη και ευχαριστούσε όλους. «Όλους τους ευχαριστώ… θα προσεύχομαι για όσους θα έρχονται στο μοναστήρι…». Συμβούλευε τις μοναχές για ενότητα και αγάπη.Επί ένδεκα συνεχείς ημέρες ετελείτο Αγρυπνία στο μοναστήρι και ο π. Εύσέβιος περίμενε με πολλή λαχτάρα κάθε φορά τη Θεία Κοινωνία. Ξημέρωνε η 19η Ιουνίου 1995. Η Λειτουργία τελείωσε γύρω στις 2:00 την αυγή. Ο Γέροντας, αν και ήταν τόσο βαριά, κατέβασε τα πόδια του από την κλίνη και καθιστός κοινώνησε για τελευταία φορά. Από σεβασμό, ούτε μια φορά δεν κοινώνησε ξαπλωμένος. Στη συνέχεια παρέμεινε σιωπηλός, βυθισμένος στην προσευχή και στις ουράνιες θεωρίες.

Στις έξι το πρωΐ ψιθύρισε με μισοσβησμένη φωνή ο Γέροντας: «Φεύγω… Λιβάδια! Λιβάδια!».

Οι μοναχές πήραν την ευχή του για τελευταία φορά. Η ώρα ήταν 9.00 π.μ. όταν έφερε το βλέμμα του γύρω, τις κοίταξε, με κόπο έπλεξε τα δάκτυλα των χεριών του μεταξύ τους, για να δείξει την ενότητα, και ψιθύρισε «ενωμένες, ενωμένες, ενωμένες και αγαπημένες. Πάντα μαζί, όλοι μαζί, εκεί στο θρόνο του Θεού μαζί». Μετά από λίγο τον άκουσαν να λέγει «όλα λάμπουν, όλα λάμπουν, όλα λάμπουν».

Στις 10:15 π.μ. ο Γέροντας ανάσαινε με πολλή δυσκολία. Ξαφνικά, σήκωσε ζωηρά το κεφάλι του και κοίταξε ψηλά και δεξιά, με έκφραση ευχάριστης έκπληξης. Το πρόσωπο του έλαμψε.

«Χαίρω, χαίρω, χαίρω!» είπε, και η ψυχή του πέταξε στα ουράνια σκηνώματα.

Πηγή: Οσιακό Τέλος του Γέροντα Ευσέβιου Γιαννακάκη, Περιοδικό «Παρά την Λίμνην», Μηνιαία έκδοση Εκκλησίας Αγίου Δημητρίου Παραλιμνίου, περίοδος β΄, έτος ε΄, αρ. 7, σελ. 132-133, Ιούλιος 1995 

Επικοινωνία

Αγίου Χριστοφόρου 2 Κατερίνη
Τηλέφωνο επικοινωνίας
2351 022461
Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

Επισκέπτες

27965