Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης

«Εγνώρισάς μοι οδούς ζωής· πληρώσεις με ευφροσύνης μετά του προσώπου σου…» (Ψαλμ. 15,11)

Ο Γέροντας αρχιμανδρίτης Αιμιλιανός, κατά κόσμον Αλέξανδρος Βαφείδης, Καθηγούμενος της καθ΄ ημάς Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας από το 1973 εως το 2000, γεννήθηκε στην Νίκαια Πειραιώς το 1934 από ευσεβείς γονείς, η καταγωγή του όμως εχει μικρασιατικές ρίζες. Η εκ πατρός γιαγιά του Ευδοξία ήταν Κωνσταντινουπολίτισσα, ο δε παππούς του Αλέξανδρος κατήγετο από την Σηλυβρία της Θράκης και εφοίτησε στην περιώνυμη Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Το έτος 1906 μετοίκησαν στα Σήμαντρα της ευλογημένης γης της Καππαδοκίας, όπου εχρημάτισαν δημοδιδάσκαλοι για τις ανάγκες του ελληνισμού, και στην Ελλάδα ήλθαν μετά την μικρασιατική καταστροφή και την ανταλλαγή των πληθυσμών. Έγγαμοι όντες, επολιτεύοντο ως μοναχοί, αγρυπνούντες και προσευχόμενοι. Χαρακτηριστικο είναι οτι η γιαγιά εκοιμήθη ως μοναχή με το όνομα Ευταξία, η δε μητέρα του ως μοναχή Αιμιλιανή.

Ο Γέροντας εκληρονόμησε από τον παππού τα πνευματικά και σωματικά χαρίσματα του και από την γιαγιά του ανεξάλειπτα πνευματικά βιώματα. Παιδιόθεν έφερε εντός του τον πόθο της αφιερώσεως και επιδιδόταν στην μελέτη του Ευαγγελίου και πολλών πατερικών βιβλίων, καθώς και στην αδιάλειπτη ευχή του Ιησού, απ΄ όπου αρυόταν αυθεντικές απαντήσεις και θείες εμπνεύσεις για την πορεία της ζωής του.

Έλαβε την πρωτοβάθμιον εγκύκλιο παιδεία στα Σήμαντρα Χαλκιδικής, όπου είχε εγκατασταθή η γιαγιά του, ενώ την δευτεροβάθμιον στην Νίκαια Πειραιώς, όπου διέμεναν οι γονείς του, με άριστη πάντοτε επίδοση. Τις σπουδές του συνέχισε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών αρχικώς στην Νομική Σχολή επί δύο έτη, εν συνεχεία δε στην Θεολογική, για να λάβη ανάλογη με τις εφέσεις της ψυχής του μόρφωση.

Κατά την διάρκεια των πανεπιστημιακών σπουδών, με ομάδα ομογνωμόνων και ομοφρονούντων φίλων του από τα γυμνασιακά χρόνια ανέπτυξε σπουδαία δράση, οργανώνοντας κατηχητικά, ομιλίες και άλλες εκδηλώσεις, όπου ανεδείχθησαν τα ψυχικά, πνευματικά, ηγετικά και οργανωτικά χαρίσματά του. Όταν ολοκλήρωσε τις σπουδές, λόγω της παρεχομένης εκείνη την εποχή αγωγής και κατευθύνσεως, εσκέπτετο την ιερωσύνη, με απώτερον σκοπό την εξωτερική ιεραποστολή· έκρινε όμως ότι θα ήταν καλύτερο να αρχίση την προετοιμασία για τον σκοπό αυτό σε ένα μοναστήρι. Απευθύνεται τότε προς τον μητροπολίτη Τρίκκης και Σταγών Διονύσιο, που μόλις είχε αναλάβει τα ποιμαντικά του καθήκοντα και είχε φήμη φιλομονάχου επισκόπου.

Η κουρά του Γέροντα Αιμιλιανού ως μοναχού

Ήλθε στα Τρίκαλα το 1960 και ανέθεσε τα καθ΄ εαυτόν στον ποιμενάρχη, ο οποίος την 9η Δεκεμβρίου 1960 τον έκειρε μοναχό με το όνομα Αιμιλιανός. Ως μοναχός ενεγράφη στο Μοναχολόγιο της Ιεράς Μονής Αγίου Βησσαρίωνος Δουσίκου. Την 11η του ιδίου μηνός ο σεβασμιώτατος τον χειροτονεί διάκονο στον Ιερό Ναό Αγίας Παρασκευής Τρικάλων και εν συνεχεία τον αποστέλλει σε διάφορες μονές των Μετεώρων, οι οποίες διήρχοντο τότε περίοδο λειψανδρίας, έως ότου τον εχειροτόνησε ιερέα στην Ιερά Μονή Βυτουμά, κατά την εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, το έτος 1961.

Μετά την εις Πρεσβύτερον χειροτονία του εγκατεβίωσε στην Ιερά Μονή Αγίου Βησσαρίωνος Δουσίκου, όπου και παρέμεινε επί ένα τετράμηνο, έως τον Δεκέμβριο του ιδίου έτους. Στον έρημο και απομονωμένο εκείνον τόπο έζησε σε πλήρη μόνωση και ησυχία, εκζητώντας εμπόνως και εκτενώς τον Θεόν, «τον λυτρούμενον από καταιγίδος και ολιγοψυχίας». Ο Κύριος, εν τη προνοία του, έγινε ευήκοος εις τας μυστικός κραυγάς του, επεφάνη εις τον δούλον του και μεταμορφώνοντας την ύπαρξή του εν τω φωτί, του απεκάλυψε «οδούς ζωής».

Εστράφη πλέον με όλον του τον πόθο και τις δυνάμεις στην μοναχική ζωή και μέσα από τα εναπομείναντα λείψανά της οραματίζεται με ανυπέρβλητο θάρρος και πτεροφυά ελπίδα την αναβίωση και ανακαίνιση της.

Ηγούμενος του Μεγάλου Μετεώρου και πολύπλευρη δραστηριότητά του στην Μητρόπολη Τρίκκης

Στο τέλος του 1961, έχοντας και ο μητροπολίτης Τρίκκης τον ίδιο πόθο για την μοναχική ζωή, τον μετεκάλεσε από το Δούσικο και τον κατέστησε ηγούμενο στην Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Μεγάλου Μετεώρου. Εκεί, μόνος κατ΄ αρχάς, παρά το πάντοτε εύθραυστον της υγείας του, ενισχύοντας τον εαυτόν του με μεγαλόθυμον υπομονή, αόκνως καλλιεργεί την ασκητική, μυστική και μυστηριακή ζωή. Αγρυπνεί, προσεύχεται αδιαλείπτως και επιδίδεται σε εμβριθέστατη και διαρκή μελέτη πατερικών, ασκητικών και εκκλησιαστικών έργων. Με ακόρεστη δίψα αναζητεί, ευρίσκει και ερευνά κάθε κείμενο που αναφέρεται στην οργάνωση και λειτουργία του ορθοδόξου μοναχισμού και μάλιστα του κοινοβιακού, εμβαθύνοντας στους μοναχικούς θεσμούς της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας και στα τυπικά διακεκριμένων αρχαίων μονών.

Ενώ η πολιτεία του ήταν καθαρώς ασκητική, την 1η Ιανουαρίου του 1962 ο μητροπολίτης του έδωσε το οφφίκιο του αρχιμανδρίτου και του ανέθεσε την διακονία του κηρύγματος, της εξομολογήσεως και της διαπαιδαγωγήσεως της νεότητος στην επαρχία του, ορίζοντας τον προϊστάμενο στον θεομητορικό ναό αγίας Επισκέψεως Τρικάλων. Ήρεμος, εύχαρις πάντοτε και προσηνής, ιεροπρεπής και αρχοντικός, λειτουργεί σχεδόν καθημερινώς, έκτοτε και μέχρι της ασθενείας του, ζει και ζωογονείται εκ του Άρτου της ζωής· «Θεόν φέρων εν τοις σπλάγχνοις του και θεϊκαίς αστραπαίς εξαστράπτων», εξέρχεται εκ των σπηλαίων του ως λύχνος καιόμενος και φαίνων τοις πιστοίς, σαγηνεύοντας τον λαό του Θεού με τα πνευματέμφορα κηρύγματα του και καταρτίζοντας αυτόν «εν πάση σοφία και συνέσει πνευματική».

Στα εξομολογητήρια τον περιεκύκλωνε πλήθος νέων και παιδιών, χάριν των οποίων προσέφερε αφειδώς κόπο, χρόνο, δάκρυα, προσευχή, «έτι δε και την εαυτού ψυχήν». Νέα περίοδος άρχισε από τούδε στην ζωή του σεβαστού Γέροντος. Δεν είναι πλέον μόνος· γίνεται «πατήρ» διά πολλούς «υιούς και θυγατέρας του Θεού», ζει και αισθάνεται ως αληθής απόστολος. Η ζωή του είναι αφιερωμένη στα τέκνα του μετά πάσης ελευθερίας, χωρίς να αναμένη ποτέ, έως τέλους, ούτε την ελάχιστη ανταπόδοση και ανταπόκριση. Εκ του πλήθους αυτών αρκετοί σκέπτονται την μοναχική ζωή και, συν τω χρόνω, εδημιουργήθη ο πρώτος πυρήνας της αδελφότητος της Μονής του Μετεώρου, ενώ άλλοι στρέφονται στον κλήρο η στην οικογενειακή ζωή, όλοι πάντως ως μία ευρύτερη πνευματική οικογένεια με κέντρο το μοναστήρι.

Το 1963 εγκαταστάθηκαν στο Μεγάλο Μετέωρο οι δύο πρώτοι μοναχοί, και από το σχολικό έτος 1965-66 πλειάς μαθητών του γυμνασίου πολιτεύονται πλέον ως δόκιμοι πλησίον του. Την 6η Αυγούστου 1966 ο Γέροντας του, μητροπολίτης Διονύσιος, τον έκειρε μεγαλόσχημο μοναχό. Η ζωή του Μετεώρου και η πορεία του νεαρού, πλην όμως χαρισματούχου τέκνου του, κατευφραίνουν εμφανώς την καρδιά του σεβασμιωτάτου και την γεμίζουν με χρηστές ελπίδες. Στην άρχή της θεμελιώσεως της μοναχικής ζωής στα Μετέωρα συμβουλεύεται και συνάπτει πνευματικούς δεσμούς με σύγχρονες του οσιακές μορφές: Αθανάσιον Χαμακιώτη, παπα-Δημήτρη Γκαγκαστάθη, Αμφιλόχιον Πάτμου, Φιλόθεον Ζερβάκο, Σίμωνα Αρβανίτη, Δαμασκηνόν Κατρακούλη. Την ίδια περίοδο συνδέεται με τους διαπρεπείς νυν Σέρβους ιεράρχας και φοιτητάς τότε του Πανεπιστημίου Αθηνών, πνευματικά τέκνα του αγίου Γέροντος και στύλου της σερβικής Εκκλησίας μακαριστού π. Ιουστίνου Πόποβιτς, τον οποίον θα επισκεφθει στην Σερβία (1976), ως Καθηγούμενος πλέον της Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας. Την ίδια εποχή ο Γέροντας άρχισε και τις προσκυνηματικές του πορείες στο Άγιον Όρος, για να συλλέξει πλούτον πνευματικής εμπειρίας. Γνωρίζεται τότε με τον αείμνηστο Γέροντα Παΐσιο και, φθάνοντας μέχρι την ακρώρεια του Άθωνος, συναντά τον μέγα αθλητή της υπακοής παπα-Εφραίμ Κατουνακιώτη. Έκτοτε, μεταξύ των δύο ανδρών αναπτύσσεται ιδιαιτέρα πνευματική σχέση, για την οποία ο οσιωθείς παπα-Εφραίμ έλεγε συχνά: «Βρήκα τον απολεσθέντα Γέροντά μου, έναν άλλο Γέρο-Ιωσήφ, τον χρυσόγλωσσο και σεβαστό Γέροντα Αιμιλιανό».

Το 1968, με την κουρά των νεαρών τότε υποτακτικών, απαρτίζει την αδελφότητά του Μετεώρου και, με βαθειά προνοητικότητα η καλύτερα προόραση, θέτει τις βάσεις της κοινοβιακής ζωής. Με το διορατικό του βλέμμα εξ αρχής εκλέγει και προκρίνει ως διάδοχό του τον μαθητή τότε Γυμνασίου Εμμανουήλ Ράπτη, τον σημερινόν Καθηγούμενον της Ιεράς Μονής μας πανοσιολογιώτατον αρχιμανδρίτην Ελισσαίον.Κατά το έτος 1972, μετά από πολυετή δοκιμασία και δυσκολίες, είναι έτοιμος ο πρώτος πυρήνας της γυναικείας μοναστικής αδελφότητος, η οποία με Προεστώσα την νυν Γερόντισσα Νικοδήμη εγκατεστάθη προσωρινά στην Ιερά Μονή Αγίων Θεοδώρων, εγγύς των Μετεώρων.Ενώ η γυναικεία αδελφότης ήταν ακόμη στα σπάργανα, ο σοφός Γέροντας ετοίμαζε τον εσωτερικό Κανονισμό της -πνευματική διαθήκη και το μόνο γραπτό κείμενο του-, που σε τελική μορφή παρεδόθη στις αδελφές την 5η Μαΐου 1975, όταν πλέον είχαν εγκατασταθεί οριστικά στο σημερινό Μετόχι.

Εκλογή του ως Καθηγουμένου της Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας

Μετά την αδόκητη προς Κύριον εκδημία του μακαριστού μητροπολίτου Διονυσίου τον Ιανουάριο του 1970, την ανάγκη εξασφαλίσεως περισσότερον ήσυχου και καταλλήλου μοναστικού τόπου για την αδελφότητα, μακριά από τον θόρυβο και τον τουρισμό, καθώς και την επίμονη παράκληση της εν λειψανδρία τότε ευρισκομένης Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας, τέλη του 1973, η αδελφότης του Μετεώρου μεταφυτεύεται στο Αγιώνυμον Όρος. Επειδή η θέση του ηγουμένου στην Ιερά Μονή ήτο κενή λόγω κοιμήσεως του μακαριστού αρχιμανδρίτου Χαραλάμπους, ο Γέροντας την 25η Νοεμβρίου 1973 εκλέγεται από τους παλαιούς αδελφούς της Ιεράς Μονής, κατά τα αγιορείτικα τυπικά, Καθηγούμενος της Μονής και ακολούθως ενθρονίζεται την 17η Δεκεμβρίου από την Ιερά Κοινότητα.Την εγκατάσταση της Μετεωριτικής συνοδίας στον Ιερό Άθωνα εχαιρέτισαν οι αγιορείται πατέρες με πολλές ελπίδες· και όντως ακολούθησαν και άλλες συνοδίες, ώστε να αυξηθούν κατά πολύ οι μοναχοί στο Άγιον Όρος.Ο σεβαστός Γέροντας, συγχρόνως με την αγρυπνητική ζωή του, την Θεία Λειτουργία και τα λοιπά καθήκοντά του, επιδόθηκε στην αναδιοργάνωση της εσωτερικής ζωής της νέας αδελφότητος. Με σοφία και διάκριση προσλαμβάνει την αγιορείτικη παράδοση με τα υπάρχοντα τυπικά της, θέτει και την προσωπική του σφραγίδα -«στοίχων τοις θείοις Κανόσι» των αγίων Πατέρων, τους οποίους τόσο πολύ αγάπησε και με διακαή δίψα και κόπο έφερε και πάλι στο φως- και δημιουργεί το τυπικό της Μονής. Εκκεντρίζει με σεβασμό και αγάπη στην πείρα των παλαιών γερόντων τον νεανικό ενθουσιασμό, την αφοσίωση και τον ζήλο των νεωτέρων μοναχών, αυξάνοντας κατα πολύ την αδελφότητα. Με την εν γένει χρηστή διοίκησή του και την πατρική διαποίμανση ανώρθωσε το κύρος και προέβαλε την μακραίωνα παράδοση της παλαιφάτου αυτής Ιεράς Μονής.

Οργάνωση και ενίσχυση των μετοχιών της Ι. Μ. Σίμωνος Πέτρας στην Ελλάδα και το εξωτερικό

Μετά την τακτοποίηση της συνοδίας του στο Άγιον Όρος, ενδιαφέρεται πατρικώς για την εγκαταβίωση της συμπηχθείσης γυναικείας αδελφότητος στην Ορμύλια Χαλκιδικής την 5η Ιουλίου του 1974, στο παλαιό Βατοπαιδινό μετόχι Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, το οποίο αγοράσθηκε από την Ιερά Μονή μας, και με την έγκριση του επιχωρίου επισκόπου και την συνδρομή της Ιεράς Κοινότητος κατέστη και λειτουργεί έκτοτε ως Μετόχιον αυτής.

Μύριους κόπους και πόνους κατέβαλε για την ανακαίνιση του ερειπωμένου και μικρού αυτού Μετοχίου, του οποίου κατηξιώθη να γίνη σοφός και μεγαλόφρων κτίτωρ, διότι τα πάντα έπρεπε να αρχίσει εκ του μηδενός. Εξασφαλίζοντας την απαραίτητη για την ησυχία πέριξ του Μετοχίου έκταση, άρχισε το 1980 την κτιριακή ανοικοδόμηση, «ευδοκία και χάριτι Θεού» αλλά και με την συνδρομή του πιστού λαού, ώστε σε μία περίπου δεκαπενταετία αναπτύχθηκε ένα μεγάλο Κοινόβιο. Απερίγραπτη ήταν η χαρά και η συγκίνηση του κατά την θεμελίωση του Καθολικού του Μετοχίου την 14η Σεπτεμβρίου 1980 από τον μητροπολίτη Κασσανδρείας κυρό Συνέσιο, στο σεπτό πρόσωπό του οποίου συνήντησε τον διακριτικό και νουνεχή επίσκοπο. Το Μετόχι, την 25η Οκτωβρίου 1991 διά Σιγιλιώδους Πατριαρχικού Γράμματος της Αυτού Θειοτάτης Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, έλαβε Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή αξία.

Ακολουθώντας το παραδείγμα των Πατέρων, των βοηθούντων τους εν ανάγκαις και ασθενείαις συνανθρώπους, ιδρύει το 1982 πλησίον του Μετοχίου το Κέντρον πνευματικής και κοινωνικής συμπαραστάσεως «Παναγία η Φιλανθρωπινή» -κληροδότημα του αειμνήστου καπετάν Ιωάννου Χατζηπατέρα-, το οποίο λειτουργεί με την εποπτεία και φροντίδα της γυναικείας αδελφότητος, ως ταπεινή και ανιδιοτελής προσφορά στον λαό της περιοχής.

Ο Γέροντας θεωρούσε ως Σιμωνόπετρα και όλα τα Μετόχια της: την Ανάληψη στην Αθήνα, τον Άγιο Χαράλαμπο στην Θεσσαλονίκη, τον Όσιο Νικόδημο στον Πεντάλοφο Γουμενίσσης· και στην Γαλλία τον Άγιο Αντώνιο, την Μεταμόρφωση και την Αγία Σκέπη. Για όλα έδειξε ενδιαφέρον, στοργή και συμπαράσταση, διότι πολλοί συγκομίζονται εκεί, βρίσκοντας την Εκκλησία τόσο κοντά τους.

Ιδιαίτερη πρόνοια και επιμέλεια έδειξε για τους προστρέχοντας εις αυτόν ετεροδόξους αλλοδαπούς, πολλούς εκ των όποιων εκατήχησε, εβάπτισε και έκειρε. Ανάμεσα τους ξεχωριστή θέση κατέχουν οι αρχιμανδρίται π. Πλακίδας Deseille και π. Ηλίας Ragot, μαζί με τις συνοδίες τους· από αυτές, κατά το διάστημα 1979 έως 1984 και με την διαρκή καθοδήγηση και συμπαράσταση του Γέροντος, γεννήθηκαν, όπως αναφέραμε, τα τρία Μετόχια της Σιμωνόπετρας στην Γαλλία: ένα άνδρωο, του Αγίου Αντωνίου, και δύο γυναικεία, της Αγίας Σκέπης και της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, τα οποία αποτελούν φυτώρια του Ορθοδόξου μοναχισμού στην Δύση.

Από το 1980 μετέβη μερικές φορές στα Μετόχια της Γαλλίας, για να κατευθύνει και να ενισχύσει τις νέες αδελφότητες. Επισκέφθηκε τότε και τον μακαριστό Γέροντα Σωφρόνιο στην Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Essex Αγγλίας, με τον οποίον συνδέθηκε με αμοιβαία αγάπη και βαθειά πνευματική σχέση· το 1988 μάλιστα παρέστη στις εκεί τελετές αγιοποιήσεως του Γέροντος Σιλουανού και των εγκαινίων του ομωνύμου ναού του, ενώ το 1993, λίγο προ της κοιμήσεως του Γέροντος Σωφρονίου, ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση του να ευλόγηση την τελευταία κατοικία του στην νεόκτιστη κρύπτη. Ο Γέροντας συμμετείχε ως Καθηγούμενος στα κοινά του Αγίου Όρους στις συνάξεις των ανωτάτων θεσμικών οργάνων του, της Δισενιαυσίου Ιεράς Συνάξεως και της Εκτάκτου Διπλής Ιεράς Συνάξεως, με την πείρα δε και διάκριση του συνέβαλε προθύμως στην διευθέτηση πολλών αγιορείτικων υποθέσεων. Εκπροσώπησε επίσης πολλές φορές το Άγιον Όρος στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, στην Ελληνική Πολιτεία και αλλού, ως μέλος Ιεροκοινοτικών Επιτροπών και εξαρχικών αποστολών.

Εργαζόμενος κυρίως ως πνευματικός πατήρ της Μονής του και της αδελφότητος του εν Ορμυλία Ιερού Μετοχίου, τον περισσότερο χρόνο του διέθετε τόσο στην πληροφορία της διακονίας αυτής, όσο και στην εντρύφηση της μοναχικής ζωής στην φιλτάτη του μόνωση και ησυχία. Η αγάπη του όμως για τον λαό του Θεού και την Εκκλησία τον έκανε να ανταποκρίνεται ενίοτε και στις προσκλήσεις των κατά τόπους αρχιερέων η και άλλων φορέων, για ομιλίες η συμμετοχή του σε θεολογικά-μοναχικά συνέδρια στην Ελλάδα, στην Κύπρο ή άλλου, προς καταρτισμόν του χριστεπωνύμου πληρώματος.

Προορώμενος τον Κύριον ενώπιον του διά παντός, αντιπαρήρχετο με πολλήν φυσικότητα και απόλυτον ηρεμία και χαρά κάθε δυσκολία, δεχόμενος τα πάντα ως θεία ευλογία. Με την αυτή διάθεση δέχθηκε και την μεγάλη πυρκαϊά του Αυγούστου του 1990, η οποία κατέκαυσε το Άγιον Όρος και απείλησε σοβαρά την Μονή μας.

Απόσυρση του Γέροντα Αιμιλιανού στο μετόχι της Ορμύλιας

Στις αρχές του 1995 ένας μόνιμος κλονισμός της υγείας του υποχρέωσε τον σεβαστό Γέροντα να αποσυρθεί σταδιακώς από τα ηγουμενικά καθήκοντά του και να εγκατάλειψη το περιπόθητο μοναστήρι του και το πεφιλημένο του Άγιον Όρος. Το έτος 2000 ο σεπτός Πατήρ παρέδωσε την σκυτάλη της ηγουμενίας στον νύν Καθηγούμενον της Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας πανοσιολογιώτατον αρχιμανδρίτην Ελισσαίον, ο οποίος με υϊικόν σεβασμό συνεχίζει το έργο του και ο ίδιος εφησυχάζει στο Μετόχι της Ορμύλιας, «ανταναπληρών τα υστερήματα των θλίψεων του Χριστού εν τη σαρκί αυτού, υπέρ του σώματος του Χριστού, ο έστιν η Εκκλησία», με πολλή υπομονή και καρτερία.

Από τον πλούσιον πνευματικόν αμητόν του Γέροντος ελάχιστα κείμενα είδαν το φως της δημοσιότητος κατά τις ημέρες της δράσεως του, διότι ο ίδιος, έχοντας ως μόνον σκοπό τον καταρτισμό και την οικοδομή των πνευματικών του τέκνων ή του ποιμνίου της Εκκλησίας, απέφευγε ταπεινοφρόνως την έκδοσή τους.

Ο λόγος του Γέροντος Αιμιλιανού χαρακτηρίζεται από την βιωματική προσέγγιση των θεμάτων, την βαθειά ανάλυση των νοημάτων και το πηγαίον της εκφράσεως. Οι κατηχήσεις του αποτελούν πολύτιμη κληρονομιά και παρακαταθήκη για τους μοναχούς του· κρατήρ πεπληρωμένος «οίνου άκρατου», ο οποίος με την επ΄ εσχάτων σιωπή του κατέστη «περικεχρυσωμένος και περιηργυρωμένος», διαφυλάσσεται από τις δύο αδελφότητες ως τιμαλφέστατον κειμήλιο και εκχέεται στην Εκκλησία του Θεού ως διακονία αγάπης.

Την καταγραφή των πολυπληθών κατηχήσεων και ομιλιών του ανέλαβε η γυναικεία αδελφότης του Μετοχίου Όρμυλίας, η οποία και προέβη στην έκδοσή τους το έτος 1995, εγκαινιάζοντας την σειρά «Κατηχήσεις και Λόγοι». Στα πλαίσια της σειράς αυτής έχουν κυκλοφορήσει τέσσερεις τόμοι: Σφραγίς Γνήσια (1995), Ζωή εν Πνεύματι (1998), Αγαλλιασώμεθα τω Κυρίω (1999), Θεία Λατρεία – Προσδοκία και όρασις Θεού (2001). Παράλληλα με την ελληνική έκδοση, οι Κατηχήσεις μεταφράζονται στην γαλλική, αγγλική, ρουμανική, ρωσική και σερβική γλώσσα (σημείωση: από την ημέρα της συγγραφής του εν λόγω άρθρου έχουν εκδωθεί και άλλα βιβλία του σεβαστού Γέροντος Αιμιλιανού).

Η δημοσίευση συνόλου του πνευματικού έργου του πολυφθόγγου Πατρός αποτελεί φροντίδα υϊικής αγάπης και αιωνίου ευγνωμοσύνης των τέκνων του, και αναμένεται να καλύψη σε πολλούς τόμους ποικιλία θεμάτων: ομιλίες και κηρύγματα, ερμηνεία ασκητικών Πατέρων (αββά Ησαΐου, Ησυχίου πρεσβυτέρου, Γρηγορίου Σιναΐτου, Μαξίμου του Ομολογητού, οσίου Θαλασσίου, οσίου Θεογνώστου), ερμηνεία μοναστικών κανόνων (Αντωνίου του Μεγάλου, αγίου Αυγουστίνου, αγίου Μακαρίου, αγίου Παχωμίου), μοναχικοί θεσμοί και πρακτική ζωή (μοναχισμός, μοναχικός κανών, η ζωή του μονάχου, σχέσεις Γέροντος και υποτακτικού), ερμηνεία βίων αγίων (οσίου Νείλου του Καλαβρού, οσίου Ρωμύλου), ερμηνείες Βιβλικών, υμνολογικών και θεολογικών κειμένων (ψαλμών, προφητειών, ύμνων, κ.ά.).

Η ηγουμενία του Γέροντος στην Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρας αξιολογείται ήδη ως μία από τις ευλογημένες περιόδους της νεωτέρας ιστορίας της Μονής, για την οποία η ιδία σεμνύνεται, συμπίπτει δέ, θεομητορική προστασία, με την ευρύτερη αθρόα επάνδρωση και ακτινοβολία συνόλου του Αγίου Όρους. Όπως το διατυπώνει όμως ο ίδιος, «η μοναστική αδελφότης του Κοινοβίου, ζώσα με τον ίδιον αυτής ρυθμόν, ζη ουσιαστικώς εν τη Εκκλησία διά την Εκκλησίαν, ως η καρδία η μέλος τι σώματος, και δεν εκτιμάται από την ανάπτυξιν δραστηριότητος αλλά, κυρίως, από την εραστικήν αναζήτησιν του Θεού. Ούτως οι μοναχοί αποβαίνουν θεοειδείς, ελκύοντες και τους άλλους προς την θείαν ζωήν» (Τυπικόν Ιερού Κοινοβίου Ορμυλίας).

Πηγή https://www.vatopedi.gr


Ανάλυση της Ευχής «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με τον αμαρτωλόν»

Tην προσευχήν του Aγίου Όρους ποιός δεν την γνωρίζει; Aποτελείται από μίαν φράσιν μικράν, από μετρημένας τας λέξεις.

Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με τον αμαρτωλόν

Mε την βοεράν κραυγήν «Kύριε», δοξολογούμεν τον Θεόν, την ένδοξον μεγαλειότητά Tου, τον βασιλέα του Iσραήλ, τον δημιουργόν της ορατής και αοράτου κτίσεως, όν φρίττουσι τα Σεραφείμ και τα Xερουβείμ.
Mε την γλυκυτάτην επίκλησιν και πρόσκλησιν «Iησού», μαρτυρούμεν, ότι είναι παρών ο Xριστός, ο σωτήρ ημών, και ευγνωμόνως τον ευχαριστούμεν, διότι μας ητοίμασε ζωήν αιώνιον.
Mε την τρίτην λέξιν «Xριστέ», θεολογούμεν, ομολογούντες ότι ο Xριστός είναι αυτός ο Yιός του Θεού και Θεός. Δεν μας έσωσε κάποιος άνθρωπος, ούτε άγγελος, αλλά ο Iησούς Xριστός, ο αληθινός Θεός.
Eν συνεχεία, με την ενδόμυχον αίτησιν «ελέησόν με», προσκυνούμεν και παρακαλούμεν να γίνη ίλεως ο Θεός, εκπληρών τα σωτήρια αιτήματά μας, τους πόθους και τας ανάγκας των καρδιών μας.
Kαι εκείνο το «με», τί εύρος έχει! Δεν είναι μόνον ο εαυτός μου – είναι άπαντες οι πολιτογραφηθέντες εις το κράτος του Xριστού, εις την αγίαν Eκκλησίαν, είναι όλοι αυτοί που αποτελούν μέλος του ιδικού μου σώματος.
Kαι, τέλος, διά να είναι πληρεστάτη η προσευχή μας, κατακλείομεν με την λέξιν «τόν αμαρτωλόν», εξομολογούμενοι – πάντες γάρ αμαρτωλοί εσμεν – καθώς εξωμολογούντο και όλοι οι Άγιοι και εγίνοντο διά ταύτης της φωνής υιοί φωτός και ημέρας.
Eξ αυτών αντιλαμβανόμεθα, ότι η ευχή εμπεριέχει
δοξολογίαν,
ευχαριστίαν,
θεολογίαν,
παράκλησιν
και εξομολόγησιν


Διαρκώς συμβαίνουν στη ζωή μας απρόοπτα

 Ἔχουμε ἀδιαλείπτως ἕναν πειρασμὸ μπροστά μας.
Διαρκῶς συμβαίνουν στὴν ζωὴ μας ἀπρόοπτα.
Ἔρχεσαι στὸ μοναστήρι γιὰ νὰ βρὴς πνευματικὴ ζωή, καὶ συναντᾶς κακούς. Εἶναι ἀπρόοπτο.
Ζητὰς κελλὶ ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ μοναστηριοῦ ποὺ δὲν ἔχει ὑγρασία, τὸ ἀποκτᾶς, διαπιστώνεις ὅμως ὅτι ἡ θάλασσα σοῦ προκαλεῖ ἀλλεργία, ὁπότε δὲν μπορεῖς νὰ χαρῆς οὔτε τὴν ἡμέρα οὔτε τὴν νύχτα. Ἀμέσως θὰ σοῦ πῆ ὁ λογισμός, σήκω νὰ φύγης. Εἶναι ἀπρόοπτο.
Σὲ πλησιάζω μὲ τὴν ἰδέα ὅτι εἶσαι καλὸς ἄνθρωπος καὶ βλέπω ὅτι εἶσαι ἀνάποδος. Ἀπρόοπτο.
Παρουσιάζονται συνεχῶς ἀπρόοπτα ἐνώπιόν μας, διότι ἔχομε θέλημα καὶ ἐπιθυμίες.
Τὰ ἀπρόοπτα εἶναι ἀντίθετα πρὸς τὸ θέλημα καὶ τὴν ἐπιθυμία μας, γι' αὐτὸ καὶ μᾶς φαίνονται ἀπρόοπτα, στὴν οὐσία ὅμως δὲν εἶναι.
Διότι ἄνθρωπος ποὺ ἀγαπᾶ τὸν Θεὸν προσδοκᾶ τὰ πάντα καὶ λέγει πάντοτε «γενηθήτω τὸ θέλημά Σου».
Θὰ ἔρθη βροχή, λαίλαπα, χαλάζι, κεραυνός; «Εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον».
Ἐπειδὴ αὐτὰ κοστίζουν στὴν σαρκικότητά μας, γι' αὐτὸ ἐμεῖς τὰ βλέπομε ὡς ἀπρόοπτα.
Γιὰ νὰ μὴν ταράσσεσαι λοιπὸν κάθε φορᾶ καὶ στεναχωριέσαι, γιὰ νὰ μὴν ἀγωνιᾶς καὶ προβληματίζεσαι, νὰ τὰ περιμένης ὅλα, νὰ μπορῆς νὰ ὑπομένης ὅτι ἔρχεται.
Πάντα νὰ λές, καλῶς ἦλθες ἀρρώστια, καλῶς ἦλθες ἀποτυχία, καλῶς ἦλθες μαρτύριο.
Αὐτὸ φέρνει τὴν πραότητα, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχη καμία πνευματικὴ ζωή.


Ο προκείμενος αγώνας μας 

Να ανεχώμεθα λοιπόν τον άλλον όπως είναι.
Ο ένας θα με υβρίση μάλιστα.
Ο άλλος θα με επαινέση μάλιστα.
Ο ένας θα μου δώση μισό ποτήρι νερό· μάλιστα.
Να μην μπερδευώμαστε στην ζωή του άλλου.
Μόνον, όταν μας ζητήσουν την αγάπη μας, να την δώσωμε, όπως την δίνει ο Θεός «επί δικαίους και αδίκους».
Να τηρούμε «την ενότητα του Πνεύματος», ήτοι την πίστι την αγία πού μας έδωσε ο Θεός.
Αυτά είναι ο προκείμενος αγώνας μας, τον οποίον αγαπάει ο Θεός…


Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης: Ο γάμος είναι ένας δρόμος που αρχίζει από τη γη και τερματίζει στον ουρανό 

 Ὁ γάμος εἶναι ἕνας δρόμος· ἀρχίζει ἀπό τήν γῆ καί τερματίζει στόν οὐρανό. Εἶναι μία σύναψις, ἕνας σύνδεσμος μαζί μέ τόν Χριστόν, πού μᾶς βεβαιώνει ὅτι θά πᾶμε κάποτε στόν οὐρανό.
Πάνω ἀπό τήν ἀγάπη, πάνω ἀπό τόν ἄνδρα σου, πάνω ἀπό τήν γυναῖκα σου, πάνω ἀπό τά καθημερινά σου γεγονότα, νά θυμᾶσαι ὅτι προορίζεσαι γιά τόν οὐρανό, ὅτι μπῆκες στόν δρόμο πού πρέπει ὁπωσδήποτε νά σέ βγάλη ἐκεῖ. Ἡ νύμφη καί ὁ γαμπρός δίνουν τά χέρια τους, τούς πιάνη ὁ ἱερεύς καί ἀκολουθοῦν γύρω ἀπό τό τραπέζι χορεύοντας καί ψάλλοντας. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ γάμος εἶναι ἡ πορεία, τό ταξίδι πού θά καταλήξη στόν οὐρανό, στήν αἰωνιότητα.
Στόν γάμο φαίνονται ὅτι παντρεύονται δύο. Δέν εἶναι ὅμως δύο ἀλλά τρεῖς. Παντρεύεται ὁ ἄνδρας τήν γυναῖκα καί ἡ γυναῖκα τόν ἄνδρα, ἀλλά καί οἱ δύο μαζί ὑπανδρεύονται τόν Χριστόν. 
Τρεῖς ἑπομένως λαμβάνουν μέρος στό μυστήριο καί τρεῖς πλέον παραμένουν στήν ζωή τους.
Ὅλα ὅσα χρησιμοποιοῦνται, κατά τήν τέλεσι τοῦ γάμου, εἶναι σκιές καί σύμβολα πού δείχνουν ὅτι ἐκεῖ εἶναι ὁ Χριστός. Ὅταν κάθεσαι καί βλέπεις ξαφνικά μιά σκιά, καταλαβαίνεις ὅτι κάποιος ἔρχεται. Δέν τόν βλέπεις· τό ξεύρεις ὅμως. Πρωΐ πρωΐ σηκώνεσαι καί βλέπεις κατακόκκινο τόν ὁρίζοντα στήν ἀνατολή. Θά βγῆ, λές, σέ λίγο ὁ ἥλιος.
Ὅταν βλέπης τόν γάμο σου, τόν ἄνδρα σου, τήν γυναῖκα σου, ὅταν βλέπεις τίς στεναχώριες σου, τά πάντα μέσα στό σπίτι σου, νά ξεύρης ὅτι εἶναι σημάδια τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι σάν νά ἀκοῦς τά βήματά του, σάν νά ἔρχεται, σάν νά πρόκειται νά ἀκούσης τώρα καί τήν φωνή του. Σκιές εἶναι ὅλα αὐτά πού δείχνουν ὅτι μαζί μας εἶναι ὁ Χριστός. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἐξ αἰτίας τῶν μεριμνῶν μας τόν νοιώθομε ὠς ἀπόντα. Τόν βλέπομε ὅμως μέσα στίς σκιές καί εἴμαστε βέβαιοι ὅτι εἶναι μαζί μας. Ἡ ζωή μας εἶναι πλέον μαζί μέ τόν Χριστόν.

 


 

Η Θεία Λειτουργία είναι το παράθυρο στον Πνευματικό Ουρανό. 

 Εάν θέλης να δης και να αγναντέψης κάποιον υπέροχον τόπον πίσω από ένα βουνό, τι θα κάνης; θα ανέβης σε κάποια κορυφή και από εκεί θα αφήσης την ματιά σου να απλωθή εις όλο εκείνο το ωραίο μέρος που επιθυμούσες. Αυτό θα κάνωμε και εμείς. Ήλθαμε εις τον ναόν, εις την εκκλησίαν του Θεού, εις τον τόπον ακριβώς από τον οποίον μπορούμε πολύ καλά να αγναντέψωμε τον ουρανόν, τον χώρον ο οποίος φωτίζεται και ωραΐζεται και κατακοσμείται από το ανέσπερον φως της τριλαμπούς θεότητος.
Η εκκλησία, αγαπητοί μου, μέσα εις την οποίαν είμεθα τώρα, η κάθε εκκλησία, είναι ένα εκμαγείον, μία προτύπωσις, ένας τύπος, μία εικόνα, ένα κομμάτι του ουρανού. Όταν είμεθα εις την εκκλησίαν, νοιώθομε πραγματικά πως είμεθα εις τον ουρανόν. Γιατί υπάρχει ο τόσο μεγάλος τρούλλος επάνω; Για να υψώνη την καρδιά μας ακριβώς προς τον ουρανόν. Γιατί υπάρχει αυτή η ωραία πύλη που ανοίγει, όταν γίνεται λειτουργία; Για να μας δείχνη πώς ανοίγουν τα ουράνια. Γιατί είναι γεμάτη από σταυρούς; Γιατί εκεί επάνω εικονίζει τον Χριστόν που λειτουργεί; Για να δείχνη ότι, όταν ευρισκώμεθα εδώ, μεταφερόμεθα εις τον ουρανόν. Ζούμε μυστικά αλλά και πραγματικά στιγμές ουράνιες.
Γι' αυτό και ο Γρηγόριος Παλαμάς λέγει ότι η εκκλησία «εφ' υψηλού κείται, αγγελικός τις άλλος ούσα και υπερκόσμιος χώρος»∙ ένας αγγελικός, ένας υπερκόσμιος χώρος είναι αυτός εντός του οποίου ευρισκόμεθα. Ο ναός, μας λέγει, «εις ουρανόν ανάγει τον άνθρωπον, και... αυτώ παρίστησι τούτον τω επί πάντων Θεώ», μας παίρνει η εκκλησία και μας ανεβάζει και μας παριστά ενώπιον του ιδίου του Θεού. Άραγε το νοιώθομε; Όταν ερχώμεθα εις την εκκλησίαν, υπάρχουν στην ψυχή μας αισθητήρια που συλλαμβάνουν αυτήν την πραγματικότητα;
Αλλά τι είμαστε εμείς οι άνθρωποι! Ξέρομε όλες τις ράτσες των σκυλιών και των αλόγων, ξέρομε τα είδη των φυτών, τις μάρκες των αυτοκινήτων, των ραδιοφώνων, πολλές φορές όμως δεν ξέρομε εκείνα τα οποία έχουν άμεσον σχέσι με την ζωή μας. Γι' αυτό θέλω να προσέξετε σήμερα αυτό που σας λέγω.
Ο,τιδήποτε υπάρχει γύρω μας, τα ατέρμονα βάθη του ωκεανού, τα ύψη των ουρανών, οι χιλιάδες και οι μυριάδες των αστέρων, αν καλοσκεφθούμε, θα καταλάβουμε ότι πραγματικά δεν είναι παρά η φτωχογειτονιά της γης μας. Μια μέρα -έχετε δει πώς σωριάζουν τα παλιόσπιτα, όταν θέλουν να υψώσουν πολυκατοικίες;- έτσι θα σωριασθούν όλα όσα υπάρχουν εις το σύμπαν. Δεν θα μείνη τίποτε∙ θα μείνη μόνον ο πνευματικός ουρανός, όπου υπάρχει ο Χριστός. Εκεί λοιπόν ας προσηλώσωμε το βλέμμα μας.
Ευρισκόμεθα εις την εκκλησίαν. Είναι ο πιο κατάλληλος τόπος για να δούμε τον ουρανόν. Αλλά ποιο είναι το παράθυρο; Πώς θα το ανοίξωμε; Μα είναι τόσο απλό. Παράθυρο είναι η θεία λειτουργία την οποίαν επιτελούμε.
Επειδή όμως πρόκειται να ρίξωμε τα βλέμματά μας σε τόσο πνευματικά πράγματα, ας στρέψωμε την ψυχή μας προς το Άγιον Πνεύμα και ας το παρακαλέσωμε να ρίξη τον προβολέα του στα σκοτάδια της σκέψεώς μας, για να μας φωτίση να νοιώσωμε, να πιστέψωμε, να καταλάβωμε, να κάνωμε κτήμα μας όλα εκείνα που γίνονται και λέγονται και ακούονται κατά την θείαν λειτουργίαν.
Ήλθατε με τόσον κόπον καί μέσα στο κρύο∙ στέκεσθε όρθιοι. Δεν πρέπει να πάη χαμένος ο κόπος σας. Γι' αυτό ας παρακαλέσωμε το Πνεύμα του Θεού και δεν θα μείνη ούτε μία σκέψις ακατανόητη μέσα σας. Δεν πρέπει να φύγωμε από εδώ, αν οι καρδιές μας δεν προσκυνήσουν τον Θεόν, αν δεν νοιώσωμε τις ψυχές μας να έχουν ριχθή εις τον ουρανόν και να έχουν δει όλα εκείνα τα οποία γίνονται εις αυτόν.


Ο σκανδαλισμός από την ευτυχία των ασεβών και των απίστων 

Σκανδαλίζονται πολλές φορές οι πιστοί από την ευτυχία των ασεβών και των απίστων. Πραγματικά, όταν ρίξωμε ένα βλέμμα γύρω μας, θα δούμε ότι ο Θεός, κατά την ανθρώπινη λογική, πολύ άδικα μοιράζει τα αγαθά του. Εκεί, όπου θα έπρεπε να δίνη ευτυχίες δίνει δυστυχίες. Εκεί, όπου θα έπρεπε να δίνη πλούτον, δίνει φτώχεια και εκεί, όπου θα έπρεπε να δώση φτώχεια, δίνει πλούτο. ΄Οταν περιμένωμε να μας ευλογήση, τότε μας δίνει ένα χτύπημα δυνατό, ενώ ταυτοχρόνως άλλους τους διατηρεί σ΄ ένα διαρκές χαμόγελο. Θα λέγαμε, χρησιμοποιώντας μια σύγχρονη φράση, ότι ο Θεός διαρκώς κάνει διακρίσεις. Σκανδαλιζόμαστε από αυτό. Γιατί άραγε;

Απλούστατα, διότι η καρδιά μας στρέφεται εις όλα αυτά, είναι καθηλωμένη εις αυτά, τα αγαπά, τα αποζητεί. ΄Ομως η λύσις του δράματος αλλού θα πρέπη να αναζητηθή. Δεν θα πρέπη να ζητούμε την κατάργηση αυτής της φαινομένης διακρίσεως, της φαινομένης αδικίας. Η αλλαγή θα πρέπη να γίνη μέσα μας. Πρέπει να γίνωμε εντελώς ξένοι προς παν το ανθρώπινον, προς πάσαν ανθρωπίνην λογική, ανθρωπίνην σκέψιν και προς παν αγαθόν. Να είμεθα αδιάφοροι προς πάντα. ΄Οταν αποξενωθούμε από όλα, τότε ο Θεός θα μπορή να είναι το παν για μας, να μένη σε μας μόνος ο Θεός. Αυτό θα μας δώση την ουσιαστική γαλήνη. Αλλοιώς, αν υπάρχη έστω και κάτι μέσα στην καρδιά μας που δεν είναι της άλλης ζωής αλλά αυτής, να ηξεύρωμε ότι συχνά θα βασανιζόμαστε



Πνευματική ζωή 

Πνευματική ζωή είναι εκείνη που εμπνέεται, χειραγωγείται, κατευθύνεται, εμφορείται από το Άγιον Πνεύμα. είναι μία πορεία προς τον ουρανόν. Ο άνθρωπος που την ζει, ενώ πατάει στην γη, ανεβαίνει προς τον ουρανόν, εορτάζει εν ουρανοίς. Όχημά του είναι τα πτερά του Αγίου Πνεύματος και στόχος του, πόθος του, παλμός του, έγνοιά του καθημερινή, ο ουρανός.

Εάν επιμείνεις, μετά από την καταιγίδα θα έρθει η γαλήνη - π. Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης 

Όταν, αγαπητέ μου, η χριστιανική σου ζωή αρχίζει να γίνεται δύσκολη και να σου φαίνεται ασήκωτος σταυρός, εκεί στάσου ακλόνητος, γίνε μάρτυρας. Πες στον εαυτό σου «στώμεν καλώς»∙ στάσου ακλόνητος. Πες, όπως ο προφήτης, «ιδού εγώ, Κύριε, στέκομαι εδώ να εκτελέσω το θέλημά σου»∙ ή όπως η Παναγία, «ιδού η δούλη Κυρίου∙ γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου». Εάν επιμείνεις, μετά από την καταιγίδα θα έρθει η γαλήνη, θα ξαναγίνει γιορτινή η ζωή σου. Θα έχεις τώρα επιπλέον και την πείρα του πνευματικού αγώνος, θα έχεις εμπειρία. Μετά από την δοκιμασία αυτή, μετά από το σήκωμα του σταυρού σου, θα ανάψουν πια μέσα σου οι φλόγες του θείου έρωτος∙ θα αποκτήσεις την ωραιότερη, την δυνατότερη, την αγνότερη, την αγγελικότερη αγάπη, την αγάπη του Θεού.


 

Η ευλογία των Αγίων του Άθω εις την γην της Μακεδονίας

 Είναι γνωστόν, ότι η μακεδονική γη ηύλογήθη να συμπεριέχη και την αγιορειτικήν χερσόνησον του Άθω.
Ο δεσμός αυτός ανάγεται εις χρόνους προχριστιανικούς.
Ο θεμελιωτής της μακεδονικής δόξης Μ. ’Αλέξανδρος, μετά την προκλητικήν του αρχιμηχανικού του Δεινοκράτους πρότασιν, όπως άπαθανατίση τήν έαυτού μορφήν διά γλυπτού γιγαντιαίου ομοιώματος έπί τής νοτιάς μαρμαρώδους κλιτύος του όρους, έθεώρησε τήν πρόθεσιν αύτήν ώς ύβριν καί άξιοπρεπής ό ήγεμών, ό τον άρχιερέα των Ιουδαίων εύσεβώς προσκυνήσας, προφητικώς θά έλέγομεν, άπήντησεν: Αφήσατε τόν Άθωνα εν τή ησυχία αύτοϋ.
Ο Άθως τότε έτρεφε τάς άφιερωμένας εις τήν Άρτεμιν παρθένους πανταχόθεν των Ελληνικών πόλεων πρός διακονίαν τών θεών.
Η παρθενία έτιματο καί έφύλασσε τό άκοίμητον πυρ.
Η βασιλόπαις Δάφνη, προκειμένου νά χάση τήν παρθενίαν, προετίμησε νά γίνη φυτόν, ως σύμβολον νίκης κατά της σαρκός.
Ταύτα πάντα τά τότε, σύμβολα τής νυν πραγματικότητος. Καί ιδού, άμέσως μετά τήν στερέωσιν τής χριστιανικής πίστεως, ό Άθως έγένετο τόπος άσκήσεως καί ήσυχαστικής βιοτής.
Παλαιόταται δέ μαρτυρίαι εκ του άρχείου του Πρωτάτου μας διέσωσαν ονομασίας παλαιοχριστιανικών οικισμών έν τη Χαλκιδική μεθ’ ών συνέζων οι παλαιοί Μακεδόνες καί, άσφαλώς, έσχετίζοντο μετά τών προγόνων μας Αθωνιτών.
Ούτω πως, οι μοναχοί, τό φώς παρά τών άγγέλων παραλαμβάνοντες τούτο, δηλαδή τήν μοναχικήν πολιτείαν, παρέδιδον τοίς κοσμικοίς, όπως λέγει ό Άγ. ’Ιωάννης Κλίμακος.
Παρέδιδον τι; Την μοναχικήν πολιτείαν.
Καί πράγματι, η Θεοτόκος όρθώς ειπεν εις τον Άγιον Πέτρον Αθωνίτην περί του Άθωνος:
Έστιν όρος επ’ Ευρώπης, κάλλιστον ομού και μέγιστον... τώ μοναχω πρέπον καταγώγιον... και ιδιαίτατον ενδιαίτημα... και άγιον τούντενθεν κεκλήσεται.
Θά άποκληθή Άγιον.
Όντως τό 'Άγιον ’Όρος είναι τό επι πολύ τε τής θαλάσσης εισω προϊόν, δηλαδή τό άκρωτήριον τής Εύρώπης, ο υπερχιλιόχρονος φάρος τής Ορθοδοξίας, έλκυστήρ των χριστιανών, μάννα του κόσμου, τό κύριον ’Όρος τής Μακεδονίας, όπου πανταχόθεν έρχονται προσκυνηταί καί, άλλοι μέν φεύγουν ήλλοιωμένοι, άλλοι έκστατικοί καί άλλοι γίνονται φύλακες του Παλατιού τής Παναγίας, άπό του όποιου έξέρχεται ζωή καί εύλογία, ως έκ ποταμού άειρρόου τής μακεδονικής όροπεδιάδος.
Οι Μακεδόνες, κατά τον Πολύβιον, είναι παλαισταί τής έλληνικής άσφαλείας καί άποτελουν εν «πρόφραγμα» πίστεως, επιστήμης, πολιτισμού, άνθρωπισμού.
Άλλά καί τό 'Άγιον ’Όρος ύπερχίλια έτη διά των αιμάτων καί ιδρώτων των μαρτύρων καί των όσιων του, έπότισε την Μακεδονίαν, λόγω καί τής γειτνιάσεως, διά πάσης δόσεως καί δη πνευματικής.
Δέν υπάρχει πόλις, βουνό, χωριό ή χωράφι τής Μακεδονίας πού δέν περιεπάτησε έκεί κάποιος άθωνίτης άγιος, διαμοιράζων τάς εύλογίας του μαφορίου τής Παναγίας.
Τούτο είναι μία οργανική κοινωνία, «περιχώρισις» των δύο πραγματικοτήτων κατά μετοχήν τής μιας πρός την έτέραν.
Η ήσυχία δέ του ’Άθωνος ήτο μία στεντόρεια εις τά μακεδονικά περίχωρα φωνή, καί πολύ πέραν αυτών.
Είδικώς ή πρωτεύουσα τής Μακεδονίας ήντλει, καί έως του νυν άρύεται τήν πνευματικήν καί θεολογικήν της ζωήν άπό τό ’Όρος.
Καί, μάλιστα, ή χρυσή εποχή του ΙΔ' αίώνος έσφράγισε τήν πόλιν καί τούς πολίτας, οίτινες είχον ώς μείζονα προσπάθειαν τήν έμπειρίαν τής νοεράς προσευχής τή καθοδηγήσει άγιορειτών Γερόντων, εξ ών πολλοί έγένοντο Επίσκοποι, ώς ό Αγιος Γρηγόριος ό Παλαμας, ό άγιος Θεόληπτος Φιλαδελφίας, ό άγιος Ισίδωρος καί ό άγιος Φιλόθεος Κόκκινος κτλ.
1.Άς άρχίσωμεν, πολύ προ του άγιου Αθανασίου Αθωνίτου, άπό τον άγιον Εύθύμιον τον Νέον (15 Οκτωβρίου 896) καί τούς άδελφούς Συμεών καί Θεόδωρον (18 Οκτωβρίου θ' αί.).
Ο άγιος Εύθύμιος έφερεν εις την Μακεδονίαν την μοναχικήν παράδοσιν τής Μ. ’Ασίας, ώστε νά γίνει ό ’Άθωνας κοιτίς ορθοδόξου μοναχισμού μετά άπό την παρακμή των μοναχικών κέντρων τής ’Ανατολής.
Ο βιογράφος του ήτο μαθητής του, ό Βασίλειος, έραστής καί αύτός τής ήσυχίας εν τή Σερμύλη Χαλκιδικής, μετέπειτα άρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης.
Κατά καιρούς, λοιπόν, έζη ό άγιος Εύθύμιος εις Θεσσαλονίκην έπάνω εις ένα στύλον.
Την άναχωρητικήν καί θεωρητικήν του ζωήν όμως διεβίβρωσκε ή δράμουσα φήμη του.
Δι’ ο άναχωρεί καί ήσυχάζει μέ τούς δύο μαθητάς του, μετά τήν εις τήν νήσον του  Αγίου Εύστρατίου (Νεών) φυγήν, εις τά Βραστά Χαλκιδικής.
Αργότερα, λαβών εντολήν, μετά θείαν άποκάλυψιν, ιδρύει τήν Μονήν των Περιστερών: Άπελθε Ευθύμιε, εν τή Θεσσαλονίκη μητροπόλει... κορυφήν επιζητήσω... ου yap καλόν εστι μόνον εν ίαις έρήμοις αύλίζεσθαι...
Ιδρυσε δέ καί άλλα μοναστήρια-ναίδρια έν Χαλκιδική.
Ο βίος του 'Αγίου παρέχει πληθύν μαρτυριών τών σχέσεων 'Αγίου ’Όρους καί Μακεδονίας καί δή τής Θεσσαλονίκης.
Περί αύτού άναφέρεται "Ερχεται πάλιν (ό άγιος Ευθύμιος) εκ του Άθωνος εις τήν Θεσσαλονίκην. 'Υπεδέχθησαν δέ αυτόν... ώσπερ εξ ουρανίων παρά τών αδύτων επιδημήσαντα άγγελον... ό ευσεβής λαός... συνωστίζετο περί αυτόν και συνέθλιβεν, τις πρώτος άπολαύση και ιδη αυτόν και λάβη παρ 3 αύτού τήν πατρικήν εύλογίαν (Συναξ. ιε' Οκτωβρίου).
Τούτο ήτο συνηθέστατος στάσις έναντι τών άγιορειτών καί δή τών έπί βίου άγιότητι καί άσκήσει λαμπόντων πατέρων.
2. Ό συνασκητής του Αγίου Εύθυμίου, ό έκ Θεσσαλονίκης άγιος Συμεών μέ τον άδελφόν του Θεόδωρον, έπιθυμόντας σχεδόν μέ μανίαν θείκού έρωτος τήν ησυχίαν και τήν έρημον, μετέβη εις Άγιον Όρος. Μετ ’ ολίγον όμως έψηφίσθησαν διδάσκαλοι τών άλλων άσκητών του ’Όρους καί έλαβον τήν φροντίδα καί πνευματικήν έπιμέλειαν αυτού.
Αλλά, περί τό 867 έτος, μάλλον προτροπή του Πατριάρχου άγιου Φωτίου, πού είχε στείλει τότε πρός Βορράν τούς δύο Θεσσαλονικείς άδελφούς άγιους Κύριλλον καί Μεθόδιον, έστάλησαν καί οι δύο άγιορείται μας Συμεών καί Θεόδωρος πρός ιεραποστολήν, πρώτον νά ομιλήσουν εις δλους... τά σωτήρια δόγματα... δημοσιεύοντάς τα φανερώς καί κατά μάνας εις πολλών τάς κατοικίας. ’Εντεύθεν μετέβησαν εις Θεσσαλίαν καί εις όλη τήν Ελλάδα, ιδιαιτέρως εις Πελοπόννησον, όπου ίδρυσαν τήν Μονήν του Μεγάλου Σπηλαίου.
Προκειμένου νά φύγουν άπό τό Όρος, οι μοναχοί παρεφύλαττον διά νά τούς παρεμποδίσουν. Οπότε, έξέσπασαν μέ δάκρυα, στεναγμοί, λόγια συνεκβαλτικά καί εφόδια (κομπανίες), Αγκαλιάσματα, παραπονέματα καί άλλα δμοια... (διά νά μή) διασπασθοϋν οι φωστήρες ετούτοι άπό τό "Ορος του ’Άθωνος....
Αλλά τό θέλημα του Θεου, δταν εύρη εις άγιους ήσυχαστάς σκεύος έκλογής, τό έξωθεί πρός οικοδομήν του λαού. Ως έπί τό πλείστον δέ, οι άγιορείται έξήρχοντο περιστατικώς δι ’ άνάγκην ή άνεζήτουν πλείονα ησυχίαν ή Θεία Πρόνοια προνοεί καί περιίσταται τών μοναχών-άθλητών, ώστε ή άποδημία αύτών νά μεταβάλλεται εις εύλογίαν καί πνευματικήν σποράν. Ούτοι παρηγορίαν ειχον τήν Παναγίαν ώς σύμμαχον, κηδεμόνα, ιατρόν, τροφέα καί μεσίτρειαν.
3. Ο Αγιος Διονύσιος Όλύμπου (25 Ίανουαρίου 1541) εζησεν έν τη ήσυχία, εγινε Ηγούμενος  I. Μονής Φιλοθέου, όπόθεν εφυγε, μεταβάς εις τήν Σκήτην Βερροίας, ούσαν έν παρακμή, καί τήν μετατρέπει εις Κοινόβιον άγιορειτικής τάξεως. Σκορπίζει μέσα εις τήν τουρκικήν σκοτρδύνην έλεημοσύνην καί πνευματικήν διδασκαλίαν. 'Ως άναμορφωτής έπιτελεί σωτήριον εργον, παρά τήν ήσυχαστικήν του βιοτήν.
Έκείθεν φεύγει πρός τον Όλυμπον, δν μετατρέπει άπό κατοικίαν τών θεών εις πνευματικήν αύλήν του τριαδικού Θεου, δημιουργήσας τήν Μονήν Άγιας Τριάδος, άγιορειτικής πάλιν υφής. Ούτος, παρ ’ δ,τι εμενεν εις σπήλαια, ήτο ό φάρος τής Μακεδονίας.
4. 'Ο Άγιος Θεοφάνης Ναούσης (19 Αύγούστου ιστ' αί.) εκ τίνος περιστάσεως άπομακρύνεται τής ήγουμενείας τής  I. Μονής Δοχειαρίου καί φεύγει εις τήν Σκήτην τής Βερροίας συνάγων πολλούς μαθητάς, οπότε μεταβαίνει εις Νάουσαν καί εις τό ορος κτίζει τύπου άγιορειτικού Μονήν τών Ταξιαρχών, όπου παρά τά δεινά βάσανα τών άλλοθρήσκων, εις περιωπήν άνάγεται ή ίσάγγελος ζωή καί τό μοναστήρι καθίσταται πνευματικόν κέντρον στερεώσεως τής πίστεως.
5. Δέν δυνάμεθα νά ξεφύγωμεν καί τούς δρόμους καί τούς πόνους πού έπέρασεν ό Αγιος Κοσμάς ό Αίτωλός (24 Αύγούστου 1779).
'Η ζωή του έγινε πλέον θούριον καί υπερέβαλε τον θρύλον.
Μετά τήν Αθωνιάδα καί τήν μοναχοποίησίν του, μετά πολλής δοκιμής, καλείται διά του Θεού έκ τής  I. Μονής Φιλοθέου εις τό εργον τής άναζωογονήσεως του ήθους, τής πίστεως, τής μορφώσεως καί τής άφυπνίσεως τής έθνικής καί ορθοδόξου συνειδήσεως.
Είκοσιτέσσαρα έτη περιοδεύει τήν Ελλάδα, είδικώς εις τήν Δυτικήν Μακεδονίαν καί ’Ήπειρον, εις τήν Άνατολικήν Μακεδονίαν, Χαλκιδικήν, Θεσσαλονίκη, Βέρροιαν, Σιάτισταν, Καστορίαν, Πίνδον, πάλιν ’Ήπειρον, πάλιν Μακεδονίαν. Σπιθαμή σπιθαμή περιεπάτει καί ώργωνε πόλεις, χωρία, καρδίας καί συνειδήσεις, άκολουθούμενος πανταχού άπό χιλιάδας λαού. Αί άναμνήσεις των χωρίων τής Μακεδονίας άκόμη ζουν άπό τον ταπεινόν, όλοζώντανον καί φλογερόν άγιορείτην καλόγερον καί διδάσκαλον. Τά 200 σχολεία πού ίδρυσε δέν είναι τίποτε έμπρός εις τον ξεσηκωμόν των 'Ελλήνων, οι όποιοι έπέστρεψαν εις τον Θεόν.
6. Οί λίθοι καί τά άκρογιάλια, οι άγροί καί τά υψώματα τής Μακεδονίας κεκραγότα ύμνούν τούς άθωνίτας άγιους.
Άς συνεχίσωμεν άναφέροντες καί επί τροχάδην τον μέγαν έραστήν του Θεού, τον ιδρυτήν τής Σκήτης του Προδρόμου Ίβήρων άγιον 'Ιάκωβον, δι’ον σεμνύνεται ή πατρίς του Καστόρια καί τά μέρη πού ήκουσαν τό εύαγγέλιόν του.
Καί τον άγιον Διονύσιον ( 25 Ιουνίου 1380), καί αύτόν έκ Καστορίας, κτίτορα τής I. Μονής Διονυσίου, ώς καί τον άδελφόν του Θεοδόσιον, έπειτα Μητροπολίτην Τραπεζουντος.
Τό αίμα του άγιου Νικήτα (19 Φεβρουάριου 1809) ήγίασε
τάς περιοχάς Σερρών καί Δράμας.
Η Χαλκιδική διαλαλεί μέχρι σήμερον τό κήρυγμα του άγιου Μητροφάνους τής Μικράς άγιας Άννης ( 9 Ιουλίου, τέλος 16ου αί.) εις τήν περιοχήν τής Στρατονίκης.
Η περιοχή του Μοναστηριού καυχάται διά τό βλάστημά του, τον άγιον Νεκτάριον Καρυώτην (5 Δεκεμβρίου 1500).
Ή Ζίχνη διά τον όσιον Θεόφιλον τον Μυροβλύτην (8 Ιουνίου 1558)
καί ή Καβάλα διά τον Φιλόθεον τόν Διονύσιά την ( 21 ’Οκτωβρίου, 16ος αί.).
Καί οι άγιοι μεν, λοιπόν, πού έζησαν, έθαυματούργησαν καί ήγίασαν τήν Μακεδονίαν, ούτε καί μετά τόν θάνατον δέν τήν έγκαταλείπουν, συνεχίζοντες νά στέλλουν τάς εύλογίας αύτών έξ ούρανίου θυσιαστηρίου, ού μήν καί διά τών θείων λειψάνων αύτών, άτινα άποτελουν μίαν είδικωτάτην ενεργό προστασίαν.
Επειδή δέ είναι άδιάλειπτος ή έμπειρία του λαού έκ τών λειψάνων, όστις, δυνάμεθα νά είπωμεν, μετά μανικού ζήλου καί πνευματικής έκστάσεως τά υποδέχεται, δι ’ αύτό καί δέν έχουν αίσθησιν λειψάνου, άλλά τό βίωμά τους είναι: ερχεται ό Αγιος, ό ίδιος ό "Αγιος!
Ο σεβασμός δέ τών Μακεδόνων πρός τον Άθωνα έδημιούργησε διάφορα ζωαρκή καί ζωήρρυτα άποτελέσματα, π.χ. νά έχουν καί νά έξυπηρετώνται ώς καί έξ άμέσου καί έγγυτάτης πηγής υπό άγιων Γερόντων, άπό τών όποιων άρύονται ζωήν καί περισσόν, άλλοιούμενοι καί έξαστράπτοντες.
Ή νά προτιμώνται διά τήν άρχιερωσύνην τών μακεδονικών πόλεων άνδρες ώς οι άγιοι Θεσσαλονικείς Γρηγόριος Παλαμάς, ’Ισίδωρος ό Πατριάρχης, Φιλόθεος Κόκκινος, πρ. 'Ηγούμενος Λαύρας, Νήφων ό μετέπειτα Πατριάρχης, Θεωνας, ό κτίτωρ τής Άγιας Αναστασίας, ό Βατοπαιδινός ήγούμενος Μαννασής Σερρών καί είτα Πατριάρχης Μάξιμος Δ', ό Περιθεωρίου (Ξάνθης) Θεοφάνης κ.ά.π.
Καί εις τήν τουρκοκρατίαν, μόλις είναι άνάγκη νά είπωμεν τον ήγετικόν ρόλον του Άγιου ’Όρους καί δή εις τήν έπανάστασιν του Είκοσιένα εις Μακεδονίαν διά του ήρωος Εμμανουήλ Παππα. Τότε άνω τών τριών έκατοντάδων μοναχών άγιορειτών έμαρτύρησαν εις Θεσσαλονίκην
Η προσφορά του Άγιου Όρους εις τήν διάπλασιν του μαρτυρικού φρονήματος τών υποδούλων άποκαλύπτεται εις τά συναξάρια τών Μακεδόνων νεομαρτύρων. Όπισθεν παντός νεομάρτυρος σχεδόν ύποκρύπτεται κάποιος ύπαλείπτης, θύτης-προπονητής, π.χ. εις τήν νεομάρτυρα Χρυσήν, ό πνευματικός πατήρ σταυρονικητιανός Τιμόθεος.
Οπως είναι γνωστόν, κατά τήν τουρκοκρατίαν πλείσται μοναί έσβυσαν ή, μόλις έδημιουργήθησαν, ήρημώθησαν μείζονα πλούτον ήγησάμεναι.
Ουτω καί διά τήν προσφοράν εις τον Μακεδονικόν άγώνα τών άρχών του αίώνος μας, τά άγιορειτικά σπήλαια κράζουν, δτι, παρά τούς μεγίστους κινδύνους, τά μοναστήρια μεγάλως συνετέλεσαν εις τήν έπιτυχεστέραν διεξαγωγήν του άγώνος.
Εις τήν ήμετέραν  I. Μονήν διέθεσεν ή έλληνική κυβέρνησις παράσημον διά τον μακαριστόν προηγούμενον Ίωαννίκιον (1906-20), τον έπικληθέντα «έλεήμονα», μεγάλως συνδραμόντα καί διά γενναίων προσφορών οικονομικών καί διά προτροπών πρός τούς Οικονόμους τών Μετοχίων μας καί διά διαφυλάξεις καί άποκρύψεις καταζητουμένων μακεδονομάχων.
Η έπικοινωνία Μονής καί Μετοχίων έγίνετο συνθηματικώς.
Άς μή λησμονήσωμεν νά είπωμεν, ότιοι Μακεδόνες, ώς έγγύς του Αγίου Όρους, είχον πάντοτε τήν δυνατότητα έως του νυν νά έρχωνται εύχερώς, ιδίως ώς προσκυνηταί ή ώς εξομολογούμενοι, λαμβάνοντες άγιασμόν, παρηγορίαν, ειρήνην, σωτηρίαν, άλλά καί πολλάς οίκονομικάς άπολαυάς ώς έλεημοσύνας ή δι’έργασίας άμοιβάς σοβαρωτάτας.
Δι’ αύτό καί οί Σύλλογοι έν Έλλάδι «Φίλοι του Αγίου Όρους», είδικώς δέ οί μακεδονικοί, άλλά καί άλλαι ομάδες χωρίων ή πόλεων, έκ βαθείας εύγνωμοσύνης καί έσωτερικής άνάγκης, άναπτύσσουν πνευματικάς καί μορφωτικάς δραστηριότητας.
Ητο συγκλονιστικόν τό γεγονός, δτι, πριν άκόμη ή έσχάτως μεγάλη πυρκαίά του πυρίνου ποταμού καταπαύση, μέ εμπιστοσύνην ήνοιγαν τά θυλάκια αύτών χάριν τών Ι. Μονών, καί παντί τρόπω έξεδήλουν τήν στοργήν καί τήν κοινωνίαν μέ τά μοναστήρια.
Πόσοι καί πόσοι Μακεδόνες γίνονται φορείς τής άγιορειτικής πνευματικότητος διά τής όποίας αύτοί ζούν καί άλλους φωταγωγούν!
Τώρα ας μεταβώμεν καί εις τά άγιορειτικά κέντρα έν Μακεδονία, φυτευθέντα υπό άγιορειτών.
Τοιαυτα, δηλονότι, έξαρτήματα καί Μετόχια, πνευματικής ή θεσμικής σχέσεως μέ τήν κυρίαρχον άγιορειτικήν μονήν, έκ κτιτόρων κοινών ή πάλαι ποτέ υπό άοιδίμων δομητόρων κτισθέντα, έπανδρουνται διά μοναχών του Άγιου ’Όρους ή έκ τών άνδρωων ή γυναικείων Μετοχίων, συνήθως παρακλήσει πολλή καί θερμή τών Επισκόπων ή εύλογία όμοθύμω αύτών.
Ταυτα λειτουργουν μέ δρους καί συνήθειας άπ’ αιώνων εύδοκίμους έως σήμερα.
Τά άγιορειτικά μετόχια ίδρύοντο κατά περιστάσεις ή έξ οικονομικών ή προμηθευτικών πόρων καί μέσων ή έξ έπιτοπίων άναγκών πνευματικών, λειτουργικών κτλ., άναβιώσεως ή στηρίξεως του φρονήματος τών υποδούλων ή τών έλευθέρων ή έξ αύτομάτου γενέσεως μοναχικού ή ιεραποστολικού πυρήνος, ή καλλιέργειας πνευματικου ήθους μέ έπιδράσεις εις τούς έν τω κόσμω οίκούντας καί έλκομένους έκ τής εύχής του Ίησού, έκ τών άγρυπνιών καί έν γένει τής ήσυχαστικής παραδόσεως του Άγιου ’Όρους.
Ούτως ή ειρήνη, ήτις βιούται τοπικώς εις τό Περιβόλι τής Παναγίας,  έξικνείται καί εις τόν κόσμον.
Τοιαύται κινήσεις παρουσιάζονται φυσικώς έν τή χώρα ήμών, άλλά καί πνευματικώς εις τήν άλλοδαπήν καί έξανοίγουν «πηγάς ύδάτων» καί «θεμέλια άπό έμπνεύσεως Θεού».
Η λατρεία, τά τυπικά, άκόμη καί ή γλώσσα ή έλληνική διεσώθησαν μέσα εις τοιαυτα κέντρα. Τά πνευματικά, παραδοσιακά, θεσμικά ιερά εξαρτήματα καί μετόχια γίνονται λίαν στηρικτικά του λαού, όστις  άντλεί έξ αύτών κοινωνίαν, εύγένειαν, δύναμιν, πίστιν, άναγεννητικήν πνοήν καί ορμήν. Έξ αύτών έπηρεάζεται ό λαός δυναμικώς καί θετικώς ώς πρός τήν έκκλησιαστικήν καί λειτουργικήν καί πνευματικήν ζωήν αύτού, ήτις βοηθεί ουτω τούς λειτουργούς τής έπιτοπίου έκκλησίας καί ζωοποιεί έτι καί συνεργεί κόπους ιερατικούς καί πόνους αύτών. 'Η συχνή π.χ. πρόσκλησις αγιορειτών μοναχών παρά τών Μητροπόλεων, ιδίως της Μακεδονίας, καί δή συχνώς, είναι έκδήλωσις δίψης καί χρείας τών ψυχών έν τω κόσμω.
Ουτω, καί σήμερον, ή Μακεδονία άρδεύεται άπό τον χειμαρρώδη Άθω.
Άς ύπογραμμίσωμεν, τέλος, καί τήν θεολογικήν άνανέωσιν τής Άριστοτελείου Πανεπιστημιακής Σχολής μας έκ τής σχέσεως μέ τό 'Άγιον ’Όρος, ώσαύτως δέ καί τήν έπίδρασιν εις τό 'Άγιον ’Όρος διά του πνευματικού αύτού καί θεολογικού καί πολιτιστικού έδράνου.
Ούτως οι έλλογιμώτατοι κύριοι καθηγηταί τής Θεολογικής Σχολής είναι τακτικώτατοι έντρυφηταί του άθωνικου τούτου έξωκοσμίου καί ύπερκοσμίου φροντιστηρίου. Καί ή άνθησις τών παλαμικών σπουδών καί ή εύγενής θεολογική μαρτυρία είναι πολυκαρπία ταύτης τής ίεράς συναλλαγής. Τό πνευματικόν συνάλλαγμα είναι: καθηγηταί ταπεινοί καί εύσεβείς, μοναχοί δσιοι καί καλλιεργημένοι.
Τελειώνοντας δέν μπορώ νά πώ τίποτε, παρά μόνον νά μνησθώ τής 'Υπεραγίας Θεοτόκου.
Αύτη ή Θεοτόκος, άφ ότου, κατά τήν παράδοσιν, περιεπάτησεν εις τον ’Άθωνα, τον έδιάλεξε καί εκτοτε δέν τον έγκατέλειψε.
Αύτή ή Θεοτόκος εύλογεί τούς μόχθους καί τά μαρτύρια τών οσίων Πατέρων, 'να έκατονταπλασίως καρποφορήσουν.
Η Θεοτόκος πάλιν έπλήρωσε τήν μακεδονικήν γήν μέ όσιους, μάρτυρας καί νεομάρτυρας.
Έγέμισε πάλιν ή Θεοτόκος τήν Μακεδονίαν μέ ιερά έξαρτήματα, όπως είπομεν, καί μετόχια πού μεταδίδουν τήν οσμήν του Άθωνος.
Ωσαύτως έγιναν καί γίνονται ώς άπαύγασμα κατερχόμεναι σημαντικαί μορφαί ιεραποστολής, πού είναι πάντοτε άναγκαία εις πασαν έποχήν.
Το Όρος λοιπόν της Παναγίας, όπως ένδεικτικώς άνεφέραμεν προηγουμένως, δέν ύστέρησεν ούτε εις τούς ιερούς άγώνας τού έθνους,  ούτε εις κάποιαν χρείαν πού θά υπήρχε.
Ολα αύτά σημαίνουν μίαν σχέσιν άνάμεσα εις τό Όρος και τήν Μακεδονίαν, μίαν σχέσιν δώδεκα αιώνων, πού έγγυώνται τήν άδιάσπαστον κοινήν πορείαν.


Ο Γέρων Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης ερμηνεύει τον Αββά Ησαΐα

 Η ασκητική γραμματεία είναι ένα είδος πατερικής θεολογίας το οποίο εμφανίστηκε και καλλιεργήθηκε στα πλαίσια των μοναστικών κοινοτήτων. Κάθε έργο ή ακόμη και απόφθεγμα της ασκητικής γραμματείας στόχευε στην πνευματική οικοδομή της συγκεκριμένης κοινότητας στην οποία αναφέρεται. Ωστόσο όλες οι αναφορές των ασκητικών έργων στοχεύουν στην αποκατάσταση και προαγωγή των σχέσεων του ανθρώπου με τον Θεό και τον συν-άνθρωπο, αλλά και ολόκληρη την κτίση, πράγμα το οποίο είναι ο κεντρικός στόχος της χριστιανικής ζωής.
Ο στόχος αυτός είναι ενιαίος και διαχρονικός αφορώντας όλους τους χριστιανούς όλων των εποχών ανεξαιρέτως. Αυτό δικαιολογεί το ενδιαφέρον των χριστιανών κάθε εποχής για τα ασκητικά κείμενα. Το ενδιαφέρον αυτό αυξάνεται όταν έχουμε να κάνουμε με ασκητικό κείμενο της δικής μας εποχής, όταν δηλαδή το κείμενο αυτό απευθύνεται σε πρόσωπα τα οποία γεννήθηκαν, μεγάλωσαν και ζούνε στην δική μας κοινωνική πραγματικότητα, διότι η κοινότητα των βιωμάτων είναι αυτονόητα μεγαλύτερη και αμεσότερη σε σχέση με τις παλαιότερες γενιές.

 Στο είδος της ασκητικής γραμματείας ανήκει ένα από τα σχετικώς νεοεκδοθέντα έργα του Γέροντος Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου «Λόγοι ασκητικοί: Ερμηνεία στον Αββά Ησαΐα[1]». Ο Γέρων Αιμιλιανός σε αυτό το έργο του, όπως και σε άλλα τα οποία εκδόθηκαν μετά από αυτό, ακολουθεί την μέθοδο του συστηματικού υπομνηματισμού, η οποία υπήρξε το βασικό ερμηνευτικό εργαλείο όλης της πατερικής γραμματείας. Ο υπομνηματισμός στο έργο του Αββά Ησαΐα έχει όμως μια ιδιαίτερη βαρύτητα. Πρόκειται για ένα έργο το οποίο διεισδύει βαθειά στις ανθρώπινες σχέσεις. Παρουσιάζεται και αναλύεται με τρόπο λεπτομερή η στάση του ανθρώπου απέναντι στον πλησίον και την κοινότητα στην οποία ζει, τη μοναστική εν προκειμένω. Οι αναλύσεις είναι τόσο εκτενείς και λεπτομερείς, που ορισμένες φορές ενδέχεται να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι πρόκειται για κάποιο εγχειρίδιο χριστιανικού «savoir vivre». Η παρανόηση, ως προς την κατανόηση και την χρήση του Αββά Ησαΐα, είχε συντελεστεί στην χριστιανική Δύση.
Δεν συμβαίνει όμως αυτό στον Γέροντα Αιμιλιανό. Η διδασκαλία του Γέροντος Αιμιλιανού μέσα από την ερμηνεία του Αββά Ησαΐα στοχεύει στην ανάδειξη και μεταμόρφωση του ανθρώπου ως ολότητας. Ο Γέρων Αιμιλιανός δεν προσπαθεί να αναπτύξει κάποιο σύστημα ηθικής, αλλά θεωρεί τον άνθρωπο μέσα από την προοπτική της τελειώσεώς του. Η τελείωση του ανθρώπου περνά αποκλειστικά μέσα από την δυναμική των σχέσεών του με τον «Άλλον», όπου ο «Άλλος» είναι ο πλησίον, ο κάθε συγκεκριμένος άνθρωπος, ολόκληρη η ανθρωπότητα και ο Θεός. Αυτά τα δύο ζεύγη σχέσεων άνθρωπος-συνάνθρωπος και άνθρωπος–Θεός δεν μπορούν να νοηθούν το ένα χωρίς το άλλο. Δεν μπορεί κανείς να «φθάσει» στον Θεό εάν δεν «περάσει» μέσα από τον συν-άνθρωπο και δεν μπορεί να αγαπήσει και να κατανοήσει τον συν-άνθρωπο παρά μόνον μέσα από τη σχέση του με το Θεό.
Βέβαια αυτό το πλέγμα σχέσεων δεν το συναντά κανείς για πρώτη φορά στο Γέροντα Αιμιλιανό. Είναι κάτι που διατρέχει ως βασική γραμμή ολόκληρη την χριστιανική γραμματεία από τα καινοδιαθηκικά κείμενα έως τα παλαιότερα και σύγχρονα θεολογικά συγγράμματα των πατέρων της Εκκλησίας και των σύγχρονων ακαδημαϊκών θεολόγων. Πεποίθησή μας ωστόσο αποτελεί ότι ο Γέρων Αιμιλιανός με την διδασκαλία του φωτίζει πτυχές αυτών των σχέσεων με έναν ιδιαίτερο τρόπο και αναδεικνύει μία δυναμική, η οποία αν και κινείται μέσα στο ρου της ασκητικής νηπτικής παράδοσης, ενέχει στοιχεία πρωτοτυπίας και μοναδικότητας.
Ένας άλλος λόγος που καθιστά την περί του πλησίον διδασκαλία του Γέροντος Αιμιλιανού ιδιαίτερα σημαντική σε σχέση με τα αρχαιότερα έργα της ασκητικής γραμματείας, είναι ότι γράφεται στη σημερινή εποχή. Η κοινωνία έχει αλλάξει σε πολλά σε σχέση με τις αρχαιότερες. Ίσως η σημαντικότερη αλλαγή έγκειται στην ανάδειξη και βίωση της ατομικής διάστασης στον άνθρωπο. Κοινός τόπος πια είναι ότι το άτομο ως οντολογικό και κοινωνικό μέγεθος αποτελεί εδώ και αιώνες τη βάση του σύγχρονου πολιτισμού. Η ατομοκεντρικότητα διαποτίζει το σύνολο σχεδόν των σχέσεων του ανθρώπου.
Τα ασκητικά κείμενα τα οποία υπομνηματίζει και αναλύει ο Γέρων Αιμιλιανός έχουν συνταχθεί σε εποχές όπου η θεώρηση του ανθρώπου ως ατόμου με τη σύγχρονη έννοια δεν υπήρχε. Ως εκ τούτου, πολλά ζητήματα που αφορούν τις δι-ανθρώπινες σχέσεις να θεωρούνταν εντελώς διαφορετικά από ό,τι σήμερα. Αυτό δημιουργεί την υπόνοια ή και τον προβληματισμό ότι καταστάσεις οι οποίες περιγράφονται σε ένα τέτοιο κείμενο όπως του Αββά Ησαΐα δεν μπορούν να θεωρηθούν αυτονόητες για τη σημερινή εποχή.
Στο σημείο αυτό πιστεύουμε ότι έγκειται και η σημαντικότερη προσφορά του Γέροντος Αιμιλιανού. Όντας ο ίδιος οργανικό μέλος της μακραίωνης ασκητικής παράδοσης της ορθόδοξης Εκκλησίας, αφομοιώνει την αγιοπνευματική πείρα και διδασκαλία των νηπτικών Πατέρων, μεταφέροντάς την ζωντανά στην σύγχρονη πραγματικότητα στην οποία και ο ίδιος ζει, δημιουργεί και καλλιεργεί τις μοναστικές κοινότητες στις οποίες προΐσταται. Έτσι μας δίνει έναν λόγο αυθεντικό και πιστό στην παράδοση, ταυτόχρονα όμως ζωντανό και επίκαιρο, που διεισδύει στα βάθη της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης και αγκαλιάζει όλες τις πτυχές της  κοινωνικότητας του ανθρώπου εκείνου, ο οποίος παρά το γεγονός ότι είναι γέννημα και θρέμμα της σύγχρονης ατομοκεντρικής εποχής, τολμά να προσεγγίσει και να ακολουθήσει τη ζωή του Πνεύματος.
Το κείμενο είναι ρέον και γλαφυρό. Ο αναγνώστης έρχεται σε επαφή με περιγραφές τις οποίες εύκολα μπορεί να αναγνωρίσει ως δικό του «καθρέφτη». Έννοιες υψηλές και ταυτόχρονα με μεγάλο βάθος τις βλέπουμε να εκτυλίσσονται μέσα στην ζωή της καθημερινότητας. Ορισμένες φορές μας φαίνεται ότι το κείμενο επαναλαμβάνεται. Ωστόσο μέσα από την προσεκτική μελέτη κατανοούμε ότι δεν πρόκειται για επαναλήψεις, αλλά για την ανάδειξη νέων πτυχών της πνευματικής ζωής και της χριστιανικής κοινωνικότητας. Ο «άλλος» καθίσταται η κύρια μελέτη και το ενδιαφέρον μας. «Ο Θεός χάνεται από τα μάτια του ανθρώπου, όταν χαθεί ο πλησίον. Η διατάραξις των ανθρωπίνων σχέσεων συνιστά μία κατάσταση εντελώς αφύσικη». (σ. 34).
Υπάρχει εκτός από την καλή και η κακή κοινωνικότητα. Η γνώμη-κρίση για κάποιον γίνεται αφετηρία απομονώσεώς μας από αυτόν (σ. 15). Ο άνθρωπος για τη σχέση με την οποία επιλέγει να ζήσει, τη σχέση με το Γέροντά του και την κοινότητα εν προκειμένω, πρέπει να είναι έτοιμος να θυσιάσει ακόμη και ό,τι θεωρούσε ως  ιδανικά του (σ.18). Παρά το γεγονός ότι το έργο όλο απευθύνεται σε μοναχούς, το πνευματικό «φιλτράρισμα» των ανθρώπινων σχέσεων που μας προσφέρει ο Γέρων αφορά σαφώς και την έγγαμη ζωή. Ο ίδιος δεν διστάζει να κάνει και απευθείας αναγωγές σε αυτήν λέγοντας ότι «Ο γάμος είναι ο ωραιότερος συμβολισμός της πνευματικής σταδιοδρομίας…» (σ. 305).
Η ερμηνεία στον Αββά Ησαΐα του Γέροντος Αιμιλιανού είναι ένα σύγγραμμα που απευθύνεται σε κάθε σύγχρονο άνθρωπο. Σε μία εποχή όπως η δική μας που κρύβει άπειρες δυνατότητες για τον καθέναν μας και ταυτόχρονα μεγάλη μοναξιά, ένα έργο που ανατέμνει το βάθος των δι-ανθρώπινων σχέσεων με σκοπό το σπάσιμο της απομόνωσης, από μία ήδη εν ζωή αναγνωρισμένη εκκλησιαστική φυσιογνωμία, όπως ο Γέρων Αιμιλιανός, σίγουρα έχει πολλά να μας πει.
Νίκος Κόϊος
Διευθυντής Σύνταξης

[1]  Εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 2005.
http://www.pemptousia.gr



Αν μου μιλήσουν για άλλους θα σηκωθώ να φύγω 

Το να γνωρίζουμε την πονηρία των ανθρώπων, δηλαδή το κακό που κάνουν οι άλλοι, μικρό ή μεγάλο, μας αλλοιώνει την λογική, μας εξασθενίζει τις δυνάμεις μας, διότι δεν συμμαρτυρεί με τον Θεό. Τελικά έχουμε αδιαλείπτως έναν πειρασμό μπροστά μας.

Γι' αυτό δεν πρέπει να θέλουμε να μαθαίνουμε, να γνωρίζουμε τί κάνει ο άλλος. Αν έρθουν αν μου μιλήσουν για άλλους, θα τους κλείσω το στόμα ή θα σηκωθώ να φύγω. Και αν κάποιος έρθει να μου πει τον πόνο του, θα του πω, δεν έχεις Γέροντα; στον Γέροντά σου να μιλήσεις. Και αν μου απαντήσει ότι δεν έχει, θα του πω: Να βρεις! Εγώ δεν είμαι Πνευματικός ... πήγαινε να βρεις έναν Πνευματικό που θα μπορεί να σε παρακολουθεί. Ξέφυγε δηλαδή εσύ την αμαρτία του άλλου. Όσο μένεις άτρωτος από τα κακά του άλλου, τον βοηθάς.

Διότι, μόλις ο άλλος σου πει κάτι κακό, αμέσως ξεπέφτει στα μάτια σου και μειώνεται η αγάπη σου, όσο και αν νομίζεις ότι τον βοηθάς. Έτσι είμαστε εμείς οι άνθρωποι. Καταστρέφεται όλως διόλου η αγάπη μας και προς τον Θεόν και προς τους ανθρώπους, εφ' όσον αναμειγνυόμεθα στην ιδιωτική ζωή τους. Αυτή είναι υπόθεση μόνο του αρμοδίου προσώπου και ποτέ εμού του μοναχού ή λαϊκού.

Το να αγαθοποιώ όσους με κακοποιούν, με οδηγεί στην ειρήνη. Διότι όλοι οι άνθρωποι τελικώς μας βάζουν προσκόμματα. Με έναν λόγο, με ένα βλέμμα, με το περπάτημά τους, με την χαρά τους, με την λύπη τους, παρεμβαίνουν στην πορεία μας. Γι' αυτό χρειάζεται φόβος και τρόμος, μην τυχόν και αντιδράσωμε στα προσκόμματα που μας βάζουν και διασαλευθή η ειρήνη του νου και της καρδιάς μας, μήπως δηλαδή προκαλέσωμε τον χωρισμό από τον Θεόν. Χρειάζεται φόβος και τρόμος, μην τυχόν και περιφρονήσω τον αδελφό μου, μην τυχόν νομίζω ότι αυτός είναι υπεύθυνος για τις συμφορές μου, διότι αυτό είναι ξεπεσμός μου από τον Θεόν. Ο άγιος Ισαάκ τονίζει: «Ουδέποτε φταίει ο άλλος για κάποιο παράπτωμα, πάντοτε φταις εσύ». Δεν σου φταίει ο άλλος επειδή εσύ κουράσθηκες, αμάρτησες, δυσπίστησες, αλλοιώθηκες. Βλέπεις κάποιον να τρώη με τα χέρια του και αγανακτείς. Αυτό δείχνει σαφώς ότι δεν άρχισες ακόμη την πνευματική σου ζωή. Η άσκησίς σου είναι στα προοίμια.

Για να μπορέσης να ξεπεράσης αυτούς του σκοπέλους, να αγαθοποιής όποιον σε κακοποιεί. Σκόρπα, όσο μπορείς, αγαθότητα. Είσαι στον κόσμο; Μπορείς να του βρεις δουλεία. Είσαι στο μοναστήρι; Εάν σε καταρασθή, να τον ευλογήσης, εάν σε χτυπήση από την δεξιά σιαγώνα, να του πης, χτύπα με και από την άλλη. Δείξε την αγάπη σου, ανάλογα με το πώς σου ανοίγει δρόμο ο ίδιος ο Θεός.

Όμως διαρκώς συμβαίνουν στην ζωή μας απρόοπτα. Έρχεσαι στο μοναστήρι για να βρης πνευματική ζωή, και συναντάς κακούς. Είναι απρόοπτο. Ζητάς κελλί από την πλευρά του μοναστηριού που δεν έχει υγρασία, το αποκτάς, διαπιστώνει όμως ότι η θάλασσα σου προκαλεί αλλεργία, οπότε δεν μπορείς να χαρής ούτε την ημέρα ούτε την νύχτα. Αμέσως θα σου πη ο λογισμός, σήκω να φύγης. Είναι απρόοπτο. Σε πλησιάζω με την ιδέα ότι είσαι καλός άνθρωπος και βλέπω ότι είσαι ανάποδος. Απρόοπτο.

Παρουσιάζονται συνεχώς απρόοπτα ενώπιόν μας, διότι έχομε θέλημα και επιθυμίες. Τα απρόοπτα είναι αντίθετα προς το θέλημα και την επιθυμία μας, γι' αυτό και μας φαίνονται απρόοπτα, στην ουσία όμως δεν είναι. Διότι άνθρωπος που αγαπά τον Θεόν προσδοκά τα πάντα και λέγει πάντοτε «γενηθήτω το θέλημά σου». Θα έρθη βροχή, λαίλαπα, χαλάζι, κεραυνός; «Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον». Επειδή αυτά κοστίζουν στην σαρκικότητά μας, γι' αυτό εμείς τα βλέπομε ως απρόοπτα.

Για να μην ταράσσεσαι λοιπόν κάθε φορά και στεναχωριέσαι, για να μην αγωνιάς και προβληματίζεσαι, να τα περιμένης όλα, να μπορής να υπομένης ό,τι έρχεται. Πάντα να λες, καλώς ήλθες αρρώστια, καλώς ήλθες αποτυχία, καλώς ήλθες μαρτύριο. Αυτό φέρνει την πραότητα, άνευ της οποίας δεν μπορεί να υπάρχη καμία πνευματική ζωή.


Δεν νοείται τις ζωντανός εν Χριστώ άνευ προσευχής.

Κανείς μας δὲν ἀγνοεῖ, ὅτι ἡ προσευχὴ εἶναι πρωταρχικὴ ἀνάγκη κάθε ψυχῆς, δένδρον ζωῆς, τὸ ὁποῖον τρέφει τὸν ἄνθρωπον καὶ τὸν ἀφθαρτοποιεῖ, διότι τὸν καθιστᾶ κοινωνὸν τοῦ ἀϊδίου καὶ ἀφθάρτου Θεοῦ. Ὅπως δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος χωρὶς ψυχήν, ἔτσι καὶ δὲν νοεῖται τὶς ζωντανὸς ἐν Χριστῷ ἄνευ προσευχῆς. 

http://anastasiosk.blogspot.gr


Το κελλί μας είναι ο τάφος μας, που συμβολίζει την ανάσταση 

 Το κελλί μας είναι ο τάφος μας, που συμβολίζει την ανάσταση, διότι καθόμαστε σε αυτό όπως περίπου το έμβρυο στην κοιλιά της μάνας. Ο τάφος της εμβρυϊκής ηλικίας είναι η μητρική κοιλιά, από την οποία ανατέλλει η ανάστασις σε μια καινούρια ζωή. Το ίδιο πράγμα είναι και το δικό μας κελλί, καθώς και το κρεβάτι μας και το στασίδι μας. Όλα συμβολίζουν τον τάφο.
.
…Παιδιά μου, μη πλανάσθε! Σταθήτε ενώπιον του Θεού και τα υπόλοιπα θα σας τα δώσει ο ίδιος ο Θεός. Γι’ αυτό γίναμε μοναχοί. Πως μπορούμε να το πετύχουμε αυτό; Μόνον με το κλείσιμό μας στην ησυχία του κελλιού μας, στον εαυτό μας. Εκεί είναι η ζωή μας. Γι’ αυτό πρέπει κανείς να διορθώνει το πρόγραμμά του, τη ζωή του, την ψυχή του, τα πάντα, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορή να έχει ώρες ησυχίας στο κελλί του, ιδιαίτερα βεβαίως την νύκτα. Από εκεί ξεκινάει η ζωή μας. Η ζωή μας εξαρτάται από το πόσο ησυχάζουμε και αγρυπνούμε…



Η βίωσις της Μεταμορφώσεως στην ζωή του Αγιορείτου Μοναχού


 Ἀπὸ αἰῶνες, κάθε χρόνο, τὴν παραμονὴ τῆς Μεταμορφώσεως, ἀρκετοὶ μοναχοὶ ἀναχωροῦν ἀπὸ τὴν Μεγίστη Λαύρα μὲ ζῶα φορτωμένα μὲ τρόφιμα, σκεπάσματα καὶ λειτουργικὰ σκεύη καὶ ἀνεβαίνουν πρὸς τὴν «Ἁγίαν κορυφήν» τοῦ Ἄθωνος, σὲ ὕψος 2.033 μέτρων, ἐπάνω ἀπὸ τὰ σύννεφα, ὅπου βρίσκεται ἕνα μικρὸ παρεκκλήσι τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος. Ἐκεῖ, τὴν ἄλλη μέρα τὸ βράδυ, θὰ κάνουν τὴν ὁλονύχτιον ἀγρυπνίαν μὲ τρόπο παρόμοιο πρὸς ὅλα τὰ μοναστήρια τοῦ Ἁγίου Ὄρους.
Ἀνεβαίνοντας σιγά-σιγά, ὅπως τότε, οἱ Ἀπόστολοι ἀνεβαῖναν μὲ τὸν Ἰησοῦν «εἰς ὄρος ὑψηλόν» (Ματθ. 17, 1), ψάλλουν τοὺς προεόρτιους ὕμνους στὸ ρυθμὸ τῶν κωδωνίσκων τῶν μουλαριῶν: «Δεῦτε συνανέλθωμεν τῷ Ἰησοῦ ἀναβαίνοντι εἰς τὸ ὄρος τὸ ἅγιον...»1.

Στὸν δρόμο, μοναχοὶ ἀπὸ διάφορα μέρη τοῦ Ὄρους καὶ προσκυνηταὶ ποικίλων ἐθνοτήτων, συνάπτονται μαζί τους, καὶ αὐτὴ ἡ πομπὴ ποὺ συναποτελεῖται ὁμοιάζει τότε μὲ τοὺς Ἑβραίους ποὺ συγκεντρώνονταν ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τῆς Παλαιστίνης μαζὶ μὲ τοὺς προσήλυτους γιὰ νὰ ἑορτάσουν εἰς τὸν οἶκον Κυρίου εἰς τὴν Σιών (βλ. Β΄ Παραλ. 30, 25). «Ἐκεῖ γὰρ ἀνέβησαν αἱ φυλαί, φυλαὶ Κυρίου, μαρτυρίου τῷ Ἰσραήλ, τοῦ ἐξομολογήσασθαι τῷ ὀνόματι Κυρίου» (Ψ. 121, 4).
Αὐτὴ ἡ «ἁγία Κορυφή», ἡ ὁποία τακτικὰ ἐνδύεται μὲ λαμπρὸ χιόνι, ποὺ ἄλλοτε ἀντανακλᾶ τὶς ἀκτίνες τοῦ ἡλίου καὶ ἄλλοτε κρύβεται ὑπὸ τὴν νεφέλη, ἦταν προορισμένη νὰ γίνη «Ὄρος τοῦ φωτός»· διότι ἡ ἀρχαία λέξις «αἴθων» σημαίνει: πυρώδης, ἀναλαμπῶν, ἀστράπτων... Ἡ κορυφὴ κατέχει μιὰ ἰδιαίτερη θέση στὴν καρδιὰ τῶν ἁγιορειτῶν. Βλέπουν αὐτὸ τὸ ὄρος σὰν τὸν ἄξονα τοῦ κόσμου, ποὺ ἑνώνει τὸν οὐρανὸ καὶ τὴν γῆ, σὰν τὸν στύλον διὰ τοῦ ὁποίου οἱ προσευχές τους ἀναβαίνουν πρὸς τὸν Θεόν, σὰν τὸ ὑποπόδιον τοῦ Θεοῦ, σὰν τὴν ἐκλεκτὴν κατοικίαν τῆς Παντανάσσης, τῆς «Μητρὸς τοῦ Φωτός»2. Ἀναρίθμητες εἰκόνες ἢ χαλκογραφίες δείχνουν τὴν Παναγίαν στὸν οὐρανό, πάνω ἀπὸ τὴν χιονισμένη κορυφὴ τοῦ Ἄθωνος, ποὺ ἐξαπλώνει στὸν κόσμο τὸ Μαφόριόν της, τὴν «ἁγίαν Σκέπην» τῆς προσευχῆς της.
Ἐκεῖ ἐπίσης, κατὰ μιὰ ἀρχαία καὶ ἀδιάρρηκτη παράδοση, οἱ μοναχοὶ ἀναβαίνουν μερικὲς φορὲς γιὰ ἕνα προσωπικὸ προσκύνημα, γιὰ νὰ προσευχηθοῦν πλησιέστερα πρὸς τὸν οὐρανὸ καὶ γιὰ νὰ λάβουν ἀπὸ τὸν Θεὸν μιὰ πληροφορία γιὰ τὶς ἀποφασιστικὲς στιγμὲς τῆς ζωῆς τους.
Ἐκεῖ, στὸν δέκατο αἰώνα, ἐν ἡμέρᾳ Μεταμορφώσεως, ὁ κτίτωρ τῆς μονῆς τῶν Ἰβήρων, ὅσιος Εὐθύμιος, εἶδε τὸ φῶς τοῦ Θεοῦ νὰ ἐξαστράπτει ὡς πῦρ φλέγων ἐνῷ λειτουργοῦσε: «αἴφνης φῶς ἀμέτρητον περιήστραψεν ἅπαντας καὶ σεισμὸς ἐγένετο καὶ ὅλοι ἔπεσαν πρηνεῖς κατὰ γῆς. Μόνος δὲ ὁ μακάριος Εὐθύμιος ἵστατο, φαινόμενος ὡς στῦλος πυρὸς καὶ μένων ἀκίνητος πρὸ τοῦ ἱεροῦ θυσιαστηρίου»3.
Τέσσερεις αἰῶνες ἀργότερα, ἡ Παναγία ἐμφανίστηκε στὸν ἅγιον Μάξιμον τὸν Καυσοκαλυβίτην μέσα σὲ ἄφθονο θεῖο φῶς καὶ ἀρώματα, κρατώντας στὴν ἀγκαλιά της τὸν Κύριον, ποὺ εὐλόγησε τὸν ἅγιον καὶ τὸν γέμισε μὲ θείαν ἀγαλλίασιν4. Ἐκεῖ ἀκόμα, ὕστερα ἀπὸ αἰῶνες τέτοιων γεγονότων ποὺ ἔμειναν κρυφά, ὁ Γέρων Ἰωσὴφ (+1959), ὁ μέγας ἡσυχαστὴς καὶ πραγματικὸς πατὴρ τῆς σημερινῆς ἀναγεννήσεως τῆς παραδόσεως τῆς νοερᾶς προσευχῆς στὸ Ἅγιον Ὄρος, συνάντησε τὸν συνασκητή του, τὸν Γέροντα Ἀρσένιον (+1983) καὶ ἄρχισε τὴν ζωὴ σκληροῦ ἀγῶνος καὶ περιπλανήσεως στὶς κλιτῦς τοῦ Ἄθωνος. Καὶ ἀπὸ τὴν κορυφὴν αὐτήν, μία μέρα, ποὺ εἶχε φθάσει στὴν ἀπελπισία, μιὰ λαμπρὴ ἀκτίνα φωτὸς ἐξήστραψε καὶ μπῆκε στὴν καρδιά του. Καὶ ἀπὸ τότε, ὅπως σ’ ἕνα Θαβώρ, ὁ νοῦς του δὲν σταμάτησε νὰ μένει διαρκῶς μὲ τὸν Ἰησοῦν ἑνωμένο μέσα στὴν καρδιά του5.
Ὑπάρχει ἐπίσης ἡ διήγησις ὅτι ἑπτὰ ἀσκηταὶ ζοῦν σ’ αὐτὰ τὰ ὕψη γυμνοὶ καὶ ἄγνωστοι καὶ διατηροῦν διὰ μέσου τῶν αἰώνων, ἀπὸ γενεὰ σὲ γενεά, τὴν μυστικὴ παράδοση τῆς ἀσκήσεως καὶ τῆς θεωρίας.
Μύθος ἢ ἀλήθεια ἡ διήγησις αὐτὴ δείχνει ἀκριβῶς πόσο κεντρικὴ εἶναι ἡ θέσις τῆς «Ἁγίας Κορυφῆς» στὴν συνείδηση καὶ στὴν ζωὴ τῶν ἁγιορειτῶν. Γι’ αὐτὸ τὸ μικρὸ παρεκκλήσι τῆς Μεταμορφώσεως καὶ δίπλα του ὁ πελώριος σιδερένιος σταυρός, ποὺ στέκονται σ’ αὐτὸν τὸν στενὸ βράχο, ἔχουν μιὰ ἰδιαίτερη συμβολικὴ ἀξία καὶ δείχνουν, σὰν δυὸ σημεῖα, στὸν οὐρανὸ καὶ στὸν κάτω κόσμο, τὰ δυὸ χαρακτηριστικὰ τῆς μοναστικῆς πολιτείας, ἡ ὁποία εἶναι βίωσις τοῦ σταυροῦ, ἑκουσία καὶ ἀδιάλειπτη συμμετοχὴ στὸ πάθος τοῦ Κυρίου, καὶ εἶναι ταυτόχρονα ἡ ὁδὸς τῆς θεώσεως, μιὰ ζωὴ μέσα στὸ φῶς τῆς ἐσχατολογικῆς δόξης, ποὺ ἀπεκάλυψε ὁ Χριστός, γιὰ μιὰ στιγμή, στοὺς Ἀποστόλους του, πάνω στὸ ὄρος Θαβώρ.
Ὅπως ὁ Κύριος ἀνέβηκε στὸ ὄρος «κατ’ ἰδίαν» μὲ τοὺς ἐκλεκτοὺς Μαθητὲς γιὰ νὰ προσευχηθεῖ (Λουκ. 9, 28), ἔτσι καὶ οἱ μοναχοί, ἀπαρνούμενοι τὸν κόσμο, ζοῦν στὸν Ἄθωνα «ἐν ἡσυχίᾳ καὶ προσευχῇ», ζοῦν ἐδῶ καὶ τώρα, μέσα στὸ φῶς τῆς Μεταμορφώσεως. Ὁ Ἄθως εἶναι γιὰ αὐτοὺς Θαβώρ, προτύπωσις τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν.
Στὴν δύση τοῦ Βυζαντίου, ὅταν ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ ἁγιορείτης καὶ μέγας διδάσκαλος τοῦ θείου φωτός, ἀγωνίστηκε ἐναντίον τῶν οὑμανιστῶν γιὰ τὴν ὑπεράσπιση τῶν ἡσυχαστῶν καὶ τὴν ὑποστήριξη τῆς ὀρθοδόξου διδασκαλίας περὶ τῆς θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου — δηλαδὴ τῆς πραγματικῆς συμμετοχῆς του στὴν ζωὴ τοῦ Θεοῦ διὰ μέσου τῆς ἀκτίστου χάριτος — τὸ θέμα τῆς Μεταμορφώσεως καὶ τῆς φύσεως τοῦ Θαβωρίου φωτὸς βρισκόταν στὸ κέντρο τῆς διαμάχης. Σ’ ὅλα τὰ ἔργα τους, ὁ ἅγιος Γρηγόριος καὶ οἱ ὁμόφρονές του, κάνουν ἀναρίθμητες ἀναφορὲς σ’ αὐτὸ τὸ θεῖο γεγονὸς καὶ δείχνουν ὅτι ἡ Μεταμόρφωσις τοῦ Κυρίου, ὡς πρότυπον τῆς δικῆς μας θεώσεως, εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ἡ ἑορτὴ τοῦ μοναχισμοῦ, ἡ πανήγυρις τοῦ Ἁγίου Ὄρους6. Γιὰ χρόνια ὁ ἅγιος Γρηγόριος εἶχε ζήσει στοὺς πρόποδες τοῦ Ἄθω, στὴν Μ. Λαύρα, καὶ ὡς ἡσυχαστὴς στὸ ὑψηλότερα εὑρισκόμενο κελλίον τοῦ ἁγίου Σάββα7. Γι’ αὐτὸν ὅπως καὶ γιὰ κάθε σύγχρονο ἁγιορείτη, ὁ Ἄθως ταυτίζεται μὲ τὸ Θαβὼρ καὶ μὲ κάθε «ὄρος τοῦ Θεοῦ», ὅπου ὁ Θεὸς ἀποκαλύφτηκε στοὺς ἀνθρώπους. Γιὰ αὐτοὺς εἶναι καὶ ὄρος Σιών, καὶ ὄρος Σινᾶ, ὄρος Κάρμελ, ὄρος τῶν Ἐλαιῶν καὶ ὄρος τοῦ Γολγοθᾶ. Εἶναι ἐπίσης παρόμοιο μὲ ὅλα τὰ «ἅγια ὄρη» ὅπου ὁ Κύριος κατοίκησε «ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ» (Ψ. 150,1) «ἐν συναγωγῇ θεῶν» (Ψ. 81,1), ὅμοιο μὲ τὸ ὄρος τοῦ Ὀλύμπου τῆς Βιθυνίας, ἀπὸ τὸ ὁποῖο προῆλθαν οἱ πρῶτοι ἁγιορεῖτες, μὲ τὸ ὄρος τοῦ Λάτρου, μὲ τὸ ὄρος τοῦ Γάνου, μὲ τὸ βουνὸ τοῦ Ἁγίου Αὐξεντίου καὶ μὲ ὅλα τὰ ἔνδοξα μοναστικὰ Κέντρα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας· μὲ τὰ ἅγια ὄρη τῆς Ἑλλάδος, καὶ παραλληλίζεται τέλος μὲ τὸ ὄρος τοῦ Ὀλύμπου - τῆς ἀρχαίας κατοικίας τοῦ δωδεκαθέου. Συγγενεύει μὲ τοὺς Ἱεροὺς βράχους τῶν Μετεώρων, ὅπου στὸν πιὸ ψηλὸ βράχο βρίσκεται κτισμένο μοναστήρι τῆς Μεταμορφώσεως, μὲ τὰ ὄρη τῆς Πελοποννήσου, τῆς Μακεδονίας, τῶν Καρπαθίων, τῆς Σερβίας, τῆς Ἀρμενίας, μὲ τὸ σεβαστὸ Ἀραράτ, τὰ Καυκάσια ὄρη· μὲ τὰ ὄρη τῆς Ρωσσίας καὶ μὲ τὸ μικρὸ «Ἅγιον ὄρος» τοῦ ἁγίου Σεραφεὶμ στὸ δάσος τοῦ Σαρώφ· μὲ τὸ Monte Cassino τοῦ ἁγίου Βενεδίκτου, μὲ τὸ ὄρος τοῦ Μερκουρίου — φρούριο τῶν βυζαντινῶν ἀσκητῶν στὴν Καλαβρία —, καὶ μὲ ὅλα τὰ ἅγια ὄρη τῆς ὀρθοδόξου Δύσεως. Ὁ Ἄθως ταυτίζεται λοιπὸν μὲ ὅλ’ αὐτὰ τὰ ὅρη ποὺ ἔγιναν Θαβώρ, γιὰ τοὺς μοναχοὺς ὅλων τῶν αἰώνων, καὶ ποὺ «μεταναστεύουν ἐκεῖ ὡς στρουθία» (Ψ. 10, 11).
Σ’ αὐτὴν τὴν νύχτα, μέσα στὸ στενὸ παρεκκλήσι, ὅπου μόνον λίγα πρόσωπα μποροῦν νὰ χωρέσουν, ἐνῷ οἱ ἄλλοι προσπαθοῦν νὰ ζεσταθοῦν λιγάκι δίπλα στὴ μεγάλη φωτιὰ ποὺ καίγεται ἀπ’ ἔξω, οἱ φωνὲς τῶν ψαλτῶν γίνονται σάλπιγγες τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἀνακηρύττουν στὸν κόσμο τὸ μήνυμα τοῦ ἀϊδίου φωτός.
ΠΗΓΗ : «ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ» (συλλογικό έργο), εκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ


Ομιλεί ο πολυσέβαστος Γέρων Αιμιλιανός ο Σιμωνοπετρίτης 

 


Χωράει ο Θεός στην καρδιά σου;

 Μη διαμαρτύρεσαι λέγοντας: Πού είσαι Θεέ μου; Προσεύχομαι και δεν μου αποκάλυψες ποτέ τον εαυτό σου, δεν μου έδωσες ούτε μία χαρά, δεν μου πραγματοποίησες κανένα από τα όνειρά μου. Σου ζητάω υγεία, μου δίνεις αρρώστια. Σου ζητάω βοήθεια, μου δίνεις θάνατο. Σου ζητάω αρετή, μου δίνεις πόνο. Τι Θεός είσαι;
Όχι! Μη σκεφθείς ποτέ έτσι. Ο Θεός ξέρει πότε η καρδιά σου θα είναι χωρητική. Εάν ακόμη δεν πήρες κάτι, σημαίνει ότι δεν χωράει η καρδιά σου. Η καρδιά σου είναι στουμπωμένη, όπως όταν βάζεις πολλά πράγματα μαζί και τα πιέζεις, για να μη μείνει καθόλου κενό αέρος. Ούτε αέρας δεν μπορεί να χωρέσει στην καρδιά σου, και θέλεις να χωρέσει ο Θεός, τον οποίο δεν χωρούν ολόκληροι οι ουρανοί;
«Μόλις δώ, παιδί μου, την κατάλληλη στιγμή, σε βεβαιώ ότι δεν θα καθυστερήσω ούτε ένα δευτερόλεπτο να σου πραγματώσω τους πόθους σου, τις λαχτάρες σου, τα θεϊκά σου όνειρα. Αμέσως θα το κάνω.»

Ο οδοντίατρος σου κάνει ένεση και περιμένει να μουδιάσεις για να σε εγχειρήσει. Εάν σου κάνει αμέσως την εγχείρηση, θα πεταχτείς από τον πόνο και μπορεί να σπάσει και το δόντι σου. Έτσι και ο Θεός περιμένει την κατάλληλη στιγμή, για να έρθει να σου φωτίσει την διάνοια, να σου χαρίσει όλο τον παράδεισο. Αυτό που νοσταλγούσες ένα, δύο, τρία, πέντε, είκοσι, πενήντα χρόνια, θα το πάρεις σε μια στιγμή. Η μετάνοια δεν πάει ποτέ χαμένη, και δεν χάνεις τίποτε όταν την ασκείς.


Η νηστεία ως προσμονή του Θεού, κατά τον Γέροντα Αιμιλιανό Σιμωνοπετρίτη


 Ο Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης, αυτός ο μεγάλος σύγχρονος θεολόγος και νηπτικός, προσέθετε στην νηστεία και μια άλλη βαθύτερη ερμηνεία πέραν των γνωστών και καθιερωμένων. Η νηστεία γι αυτόν, ήταν μια βαθιά υπαρξιακή προσμονή. Προσμονή του όλου ανθρώπου, ψυχής και σώματος, προς τον Θεό.
Η νηστεία κατα τον Γέροντα Αιμιλιανό, είναι μια κραυγή του πληγωμένου ανθρώπου, που μέσα στο σπίτι ή στο κελί του μοναστηριού, πεσμένος ενίοτε στα ψυχικά του πατώματα, γεμάτος δάκρυα ή πολλάκις στεγνωμένος ακόμη κι απ΄ αυτά, κραυγάζει προς τον Θεό «είμαι εδώ Κύριε και σε προσμένω…». Παρόλα τα κενά, τα λάθη, τα πάθη, τις αμαρτίες και αστοχίες μου, είμαι εδώ, ένα αδύναμο πλάσμα και σε προσμένω, σε ζητώ, ελθέ. Με τη νηστεία, την αίσθηση αυτή κενότητας στο σώμα από την ελάχιστη λήψη τροφής, φωνάζουμε προς τον Θεό, σε πεινώ, σε θέλω σε ζητώ, έλα προς συνάντηση μαζί
μου. Έχω μείνει νηστικός και περιμένω να με χορτάσεις. Η νηστεία γίνεται μια θυσιαστική ερωτική αναφορά του πιστού προς τον Χριστό, αφού μειώνει την τροφή στα απλά και απέριττα, ώστε ο χορτασμός να γίνει δια της κοινωνίας μετα του Θεού.
Αναφέρει ο Γέροντας Αιμιλιανός, «Η προσμονή του θεού εκφράζεται με την νηστεία, με την κενή γαστέρα… Η νηστεία έχει μία και μοναδική σημασία την έκφρασή της προσμονής του Θεού…. Το ίδιο ισχύει και για την προσευχή. Αν αυτή καθ’ εαυτή η προσευχή είχε σημασία, η ζωή μου θα ήταν η προσευχή, θα ήταν μια ανθρώπινη ενέργεια, μια τάσις και ανάβασις, δεν θα ήταν ο Θεός. Η προσευχή μου έχει σημασία γιατί ακριβώς εκφράζει αυτή την προσμονή μου, « το ελθέ και σκήνωσον…» το πού είσαι Θεέ μου…[1]».
Σε αυτή την δίψα και πείνα, προσπαθεί να απαντήσει η νηστεία και γενικά ή όλη πνευματική και ασκητική προσπάθεια αυτών των ημερών που ανοίγεται μπροστά μας δια της Μ. Τεσσαρακοστής. Η περίοδος αυτή θα κινηθεί πάνω σε τρείς εσωτερικές ψυχικές κατευθύνσεις, της νηστείας, της προσευχής και της μετάνοιας. Και οι τρείς θα λέγαμε δηλώνουν ακριβώς αυτό στο οποίο αναφερόμαστε, την προσμονή του Θεού. Εάν ο άνθρωπος στην κάθε μικρή του πράξη, στην πιο επιπόλαια κίνηση του, αναζητά την χαρά και ευτυχία, είναι γιατί η όλη του ύπαρξη σε οντολογικό επίπεδο διψά τον Θεό. Δηλαδή το απόλυτο νόημα, την πληρότητα και αιτία της ζωής, την θεοκοινωνία.
Κάθε μορφή αναζήτησης του τελείου, του κάλλους, της ομορφιάς, της ειρήνης και χαράς, είναι πόθος Θεού, ακόμη κι όταν για διαφόρους λόγους δεν ομολογείται. Δεν μπορείς να αναζητάς το κάλλος δίχως να διψάς τον Θεό που είναι η πηγή και αιτία αυτού. Σε αυτή την συνάντηση, στην κοινωνία μετα του Θεού, δεν μας μεταφέρουν, ούτε μας οδηγούν, οι ασκητικές επιδώσεις μας, τα πνευματικά κατορθώματα μας, μήτε οι αρετές μας, αλλά η ταπείνωση και η αγάπη προς Εκείνον. Η όλη άσκηση στην οποία υποβαλλόμαστε είναι κατάθεση διάθεσης και ευχαριστίας προς Εκείνον, είναι μέσα όχι ο σκοπός.
 Με την νηστεία και την προσευχή, καταθέτω μια πρόθεση, ανοίγομαι ως ύπαρξη, ομολογώ την οντολογική μου ανεπάρκεια, ότι δεν μπορώ να υπάρχω απόλυτος τηρητής του νόμου και των εντολών, ότι μονάχα με τις δικές μου δυνάμεις δεν δύναμαι να κοινωνήσω του προσώπου Του, γι αυτό συνθλίβομαι, αποδέχομαι την ανεπάρκεια μου, και ζητώ την έλευση Του.
Αναφέρει πάλι ο Γέροντας Αιμιλιανός Σιμονοπετρίτης, «Με την νηστεία, την αγρυπνία, την προσευχή, την χαμαικοιτία, την κακουχία δείχνομε τα κουρέλια μας στον Θεόν, όπως ο πτωχός δείχνει τα κουρέλια του στον συνάνθρωπο του για να τον λυπηθή και να τον βοηθήση, ή όπως ο τυφλός έκραζε τον Χριστόν να του χαρίση το φώς. Έτσι κι εμείς του δείχνομε την φτώχεια μας και του ζητάμε να μας ανοίξη τα μάτια, για να καταλάβωμε οτι είμαστε αμαρτωλοί, ώστε να μετανοήσωμε και να μας συγχωρήση…..»[2].
Ο Γέροντας Αιμιλιανός, ομιλεί όχι για μια ψυχολογικού τύπου ταπείνωση που αγγίζει πολλές φορές τα όρια της παθολογίας, ως έλλειψη αυτοεκτίμησης του ανθρώπου. Αλλά για μια εν χάριτι αποδοχή των υπαρκτικών μας ορίων. Ταπείνωση είναι η αποδοχή εκείνου που είμαι, η γνώση των κτιστών μου ορίων, η ανάληψης των κληρονομικών του ελλειμάτων, παθών και αδυναμιών, η κατάθεση ενώπιον του Θεού της γύμνιας μου, η απέκδυση του είναι μου από μάσκες και προσωπεία ή ρόλους δυνάμεως και ισχύος. Στην αυθεντική σχέση με τον Θεό, οδηγεί μια ουσιώδης πράξη, η απογύμνωσης και προσμονή. Στέκομαι γυμνός μπροστά στο Θεό και Τον προσμένω. Αυτός ξέρει πότε και πως θα με ντύσει, έτσι ώστε η ύπαρξης μου να μην πεθάνει από το δριμύ χειμώνα της ζωής.
Με αυτόν τον τρόπο μας λέει ο Γέροντας Αιμιλιανός, ο Θεός προσλαμβάνει την ελεύθερη βούλησή μας, δηλαδή την διάθεση μας, την προσμονή μας προς το πρόσωπό Του και την μεταμορφώνει σε μυστική βίωση της αοράτου ζωής. Βγαίνει δηλαδή ο Θεός από το κάδρο του μυαλού και εισέρχεται ως θείος εραστής στο βάθος της καρδιάς μας. Όλη η ύπαρξη μας βιώνει πλέον την παρουσία Του. Ο Θεός παύει να είναι μια ιδέα ή ιερή αντίληψη και γίνεται βίωμα, εμπειρία, ζωή, πόσις και βρώσις της ύπαρξης μας. Αναφέρει χαρακτηριστικά ο Γέροντας Αιμιλιανός, « τόσο κοντά έρχεται ο Χριστός, ώστε γίνεται μια παρουσία αισθητή. Δεν τον βλέπω, ακούω όμως τα βήματα του, νιώθω το χνώτο του, καταλαβαίνω ότι να, φαίνεται…».[3]
«Το έγγισμα λοιπόν είναι άκτιστη ενέργεια, αληθινή προβολή του είναι του. Γι αυτό και η δική μου ζωή είναι αληθινή μετάληψις του αληθινού Θεού. Ενώ ο Θεός ενεργεί, εγώ τον μεταλαμβάνω. Ενώ ο Θεός είναι απρόσιτος, εγώ τον προσλαμβάνω….»[4].
Ο Θεός σκύβει πάνω στο άνθρωπο, στην χοϊκή ύπαρξη μας, και μας γεμίζει με την παρουσία Του. Γίνεται ένα μαζί μας, ξέρουμε ότι είναι πλέον εδώ, ένα μ΄ εμάς και τις περιπέτειες του βίου μας, έτοιμος να μας αναστήσει από την πιο βαθιά και σκληροί κόλαση μας.
«Τα πάντα αρχίζουν από τον Θεό, είναι εν τω Θεώ, και εγώ είμαι στην αγκάλη του Θεού. Ο Θεός με αγκάλιασε και με σφίγγει τόσο πολύ, ώστε τώρα κινδυνεύω να πνιγώ από την αγαπητική μας σχέση.. Ο Θεός είναι τόσο εντός μου, που εγώ πλέον είμαι θεός…»[5].
Ας μην ξεχνάμε λοιπόν ότι η νηστεία είναι μια ψυχοσωματική έκφραση αυτής της βούλησής μας, μια κατάθεση προσμονής του Θεού στην ερημιά της καρδιάς μας. Μιας βούλησης που εάν είναι αυθεντική και ειλικρινής αναζήτηση του Θεού, αρκεί ώστε να κάνει ορατό στην καθημερινότητα της ζωής μας τον Χριστό, « Μόνο το, άχ που είσαι Θεέ μου, μπορεί  να μας κάνει ορατή της αόρατη παρουσία του Θεού…Εμείς δίνουμε την βούληση μας, το είναι μας, Εκείνος διευθετεί τα πάντα, μας ζυμώνει..»[6]. Κι αυτό το ζύμωμά στα χέρια του Θεού, είναι πραγματικά το πιο όμορφο και σωτήριο άγγιγμα στην ζωή μας.
https://www.orthodoxianewsagency.gr
http://plibyos.blogspot.com



Αγρυπνία και μετάνοια στη ζωή του μοναχού

 Μερικοί νομίζουν ότι πρέπει να έχουν πολλή μελέτη στην αγρυπνία τους, άλλοι πολλή προσευχή, άλλοι ότι πρέπει να τους χαρίση ο Θεός οράματα, ακροάματα, θεοπτίες, για να αποδείξη ότι υπάρχει ή ότι τους αγαπά. Όλα αυτά αναμφιβόλως είναι υπερβολές, τις οποίες εκμεταλλεύεται ο αντίδικος για να μας καταπιή.
 Πώς λοιπόν ιστάμεθα ενώπιον του Θεού; Κατ’ αρχάς, ιστάμεθα σαν απλά παιδιά του. Η αγρυπνία μας είναι η ώρα της αγάπης μας με τον Θεόν. Όπως οι άνθρωποι έχουν τις ώρες που θέλουν να αγαπούν και να αγαπιούνται, έτσι και εμείς έχομε τις ώρες που ζούμε μαζί με τον Χριστόν μας, τις ώρες που τον περιμένομε και μας περιμένει, που προσπαθούμε να δείξωμε την αγάπη μας κατά τον τρόπο που καταλαβαίνει εκείνος. Εμένα, αν μου φέρης ένα γλυκό, μου κερδίζεις την καρδιά. Του άλλου την κερδίζεις με το να του πας ένα βιβλίο· αν του πας γλυκό, θα αποτύχης. Το ίδιο και ο Θεός· θέλει να του πας τα δικά του δώρα, τα δικά του δωρήματα, αυτά που τα καταλαβαίνει. Επί πλέον, εφ’ όσον η ψυχή μας είναι αδύνατη και τρικυμίζεται, και εφ’ όσον υπάρχει «αντίδικος ωρυόμενος», η ψυχή μας θέλει ενίσχυσι, θέλει τον τρόπο της για να μπορή να ξεπερνά τον εαυτό της και να νικά και να χαίρεται τον Θεόν. Γι’ αυτό θα αναφερθούμε σε μερικά πολύ απλά θέματα.
Το πρώτο, που πρέπει να επιτύχω στην αγρυπνία μου, μετά την έγερσί μου, είναι το ξύπνημά μου. Πώς θα ξυπνήσω; Άλλος κάνει μετάνοιες, άλλος πλένει το κεφάλι του, τα μάτια του, άλλος κάνει περίπατο έξω από το κελλί του μέσα στο μοναστήρι ή, όταν είναι ερημίτης, επάνω στα βουνά. Αλλά οι Πατέρες χρησιμοποιούσαν πολλούς τρόπους και για να ξυπνούν. Άλλοι ζητούσαν να τους χτυπούν την πόρτα. Άλλοι είχαν κάτι επάνω τους, μια σφαίρα επί παραδείγματι, η οποία έπεφτε και ξυπνούσαν. Σε άλλους έφθανε μία καρφίτσα, που θα έπεφτε από πάνω τους ή από το χέρι τους ή από την βάσι ενός κεριού, που το άναβαν και, όταν έλειωνε, έπεφτε η καρφίτσα και ξυπνούσαν.
Ο ύπνος είναι ένας δούλος που μπορείς να τον κάνης ό,τι θέλεις. Όποτε θέλομε καλούμε τον δούλο μας, όποτε θέλομε του λέμε, πήγαινε τώρα να ξεκουρασθής και, όταν σε χρειασθώ, θα σε ξαναφωνάξω. Ο ύπνος ξέρει να υποτάσσεται στον άνθρωπο, αλλά ο άνθρωπος υποτάσσεται στο αφεντικό του, τον Θεόν;
Τα αγρίμια της γης υποτάσσονται στον Θεόν και στον αφέντη τους. Δεν θα υποταχθη ο ύπνος στον άνθρωπο; Αρκεί ο καθένας μας να βρη το δικό του μέτρο και τις δικές του σημερινές δυνατότητες, διότι δεν χρειαζόμαστε πάντοτε τις ίδιες ώρες ύπνου. Τώρα χρειάζομαι οκτώ ώρες, αλλά μετά από έναν χρόνο μπορεί να χρειάζωμαι πέντε ώρες και μετά τρεις ώρες. Αν τυχόν μετά από τρία χρόνια αρρωστήσω, θα χρειάζωμαι έξι ώρες. Όταν θα είμαι ταπεινός, δεν θα επιδιώκω να κάνω το θέλημά μου και τις επιθυμίες μου, αλλά αυτό που θα μπορώ να κάνω εξ αιτίας των νέων συνθηκών.
Αλλά, για να υποτάξω τον δούλο που λέγεται ύπνος και να τον θέσω υπό τις διαταγές μου, είναι ανάγκη να ξεπεράσω τα ορμέμφυτά μου, τις επιθυμίες μου, διότι αυτά είναι, ως επί το πλείστον, η αιτία και δεν έχω τον ύπνο στα χέρια μου. Θα πρέπει να μάθω να λέγω, έλα ύπνε, να κλείνω τα μάτια και να κοιμάμαι. Πολλοί όμως είναι τόσο σπασμένοι από τα αποτυχημένα τους όνειρα, από τους πόθους και τα βουλήματά τους, από τα θελήματα και τις απογοητεύσεις τους, από τις ελπίδες και τις απελπισίες τους, ώστε μπορεί να πέσουν στο κρεββάτι, και να τους πάρη ο ύπνος μετά από τρεις και τέσσερις και πέντε ώρες, ή μπορεί να μην τους πάρη και καθόλου. Έκτος αν είναι καθαρώς θέμα υγείας, αλλά και τότε ο παράγων ψυχή παίζει τον ρόλο του. Σε κάθε άλλη περίπτωσι ο άνθρωπος μπορεί να κυβερνά τον ύπνο του: θέλω να κοιμηθώ; να κοιμάμαι· θέλω να ξυπνήσω; να ξυπνώ.
Για να επιτύχω λοιπόν στον κανόνα μου, πρέπει, πρώτον, να κάνω υποχείριο τον υπηρέτη μου που λέγεται ύπνος. Δεύτερον, χρειάζεται να ηρεμήσω, να νοιώσω ειρήνη και γαλήνη· να σταθώ χωρίς υπερδιέγερσι, χωρίς υπερέντασι του νευρικού και του ψυχικού συστήματός μου, και εν συνεχεία να ανεβάσω τον νου μου εκεί που εγώ θέλω. Ο νους μου δεν πρέπει να είναι σαν ένας αλήτης που πάει από εδώ και από εκεί· δεν πρέπει να γυροφέρνη όπως οι κυκλευταί μοναχοί, αλλά να επιστρέφη στον εαυτό του.
Πού όμως θα καθίσω; Προτιμώ να καθίσω σε πολυθρόνα; Μπορώ να καθίσω. Η πολυθρόνα έμενα μου φέρνει ύπνο; Θα καθίσω σε μια άλλη καρέκλα, ή στον ξύλινο καναπέ, ή στο ξύλινο χαμηλό κρεββάτι μου. Επίσης, μπορώ να κάνω ένα σκαμνάκι με τρία πόδια, ώστε, εάν με πάρη ο ύπνος, να πέσω και να ξυπνήσω. Ό,τι θέλω μπορώ να κάνω, μόνο να είμαι ήρεμος, διότι, όταν είμαι ήρεμος, εξουσιάζω την αναπνοή μου, τους χτύπους της καρδιάς μου, το πνεύμα μου, τα πάντα. Μπορώ τότε να πω: έλα, Θεέ μου, και να το αντιληφθώ. Όταν όμως η καρδιά χτυπάη άτακτα, όταν η αναπνοή μου γίνεται άτακτα, όταν μέσα μου τα βουλήματά μου είναι δυνατά, πώς να πάρω είδησι τον Θεόν; Μόνον αν έχω καμιά σατανική φαντασία, τότε θα πω: «Κύριε Ιησού Χριστέ, σε ευχαριστώ που καταδέχθηκες να μπης στο αμαρτωλό μου κελλί», αλλά δεν θα είναι αυτός ο Χριστός. Χρειάζεται λοιπόν να ηρεμήσω, να είμαι ξεκούραστος, όχι τόσο σωματικά, όσο πνευματικά. Η υποδούλωσις του ύπνου και η ηρεμία είναι μία προετοιμασία.
Τρίτον, θα επιδιώξω την συντριβή της καρδίας και τις μετάνοιες. Μόνον «καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουδενώσει». Όταν όμως εγώ έχω την επίγνωσι της αρετής μου, των χαρισμάτων μου, των αγιοτήτων μου, όταν ζητώ από τον Θεόν θείες ελλάμψεις, όταν του ζητώ να γίνω και εγώ μεγάλος, δεν μπορώ να έχω συντριβή καρδίας. «Ζηλούτε τα χαρίσματα τα κρείττονα», λέγει, ο Απόστολος, και το μείζον είναι η αγάπη προς τον Θεόν. Δεν θα ζητήσω λοιπόν κάτι άλλο από την συντριβή, ούτε θα καθίσω σαν δίκαιος ενώπιον του Θεού και θα του απαιτήσω. Αυτό που θα κάνω θα είναι να του ομολογήσω την αμαρτία μου, την ανομία μου, την φτώχεια μου, με τέτοια διάθεσι, ώστε να μη μου υποθάλπη τον εγωισμό, αλλά να μου συντρίβη την καρδιά. Τότε ό Θεός θα επίβλεψη στην καρδιά μου, διότι ο ίδιος λέγει: «Επί τίνα επιβλέψω; Αλλ’ ή επί τον ταπεινόν και τον ησύχιον και τρέμοντα τους λόγους μου».
Επομένως, δεν αρκεί μόνον να διαβάζω ή να προσεύχωμαι. Είναι απαραίτητο να επιδιώξω την συντριβή της καρδίας, η οποία μπορεί να γίνη και με την στάσι μου και με ορισμένες σκέψεις που θα κάνω για τον Θεόν, ή με οτιδήποτε άλλο. Όλα αυτά βεβαίως είναι εισαγωγικά. Μπορώ ακόμη να γονατίσω ενώπιον του Θεού και να τον παρακαλέσω να μου συγχώρηση την αμαρτία μου, που πιθανόν δεν την ξέρω, δεν την φαντάζομαι, αλλά ξέρω πως είμαι αμαρτωλός.
Εν συνέχεια θα κάνω μετάνοιες· με τον όρο «μετάνοιες» εννοούμε και τις σωματικές μετάνοιες. Συμβάλλουν πολύ και αυτές, όπως το βλέπομε καθημερινά. Μερικοί μοναχοί έκαναν χιλιάδες μετάνοιες, ενώ ήταν ακόμη στον κόσμο. Οι μετάνοιες είναι και υπόθεσις εποχής, υγείας, τόπου. Πάντως, έχουν μία σημασία, όπως μαρτυρεί η προσωπική πείρα, οι Πατέρες της Εκκλησίας και τα βιβλία μας. Είναι ένας κόπος, μία θυσία ενώπιον του Χριστού. Οι κοσμικοί άνθρωποι σηκώνονται το μεσονύκτιο για τα παιδιά τους, για τον άνδρα τους, για άλλες υποθέσεις. Η δική μας η κούρασις την νύκτα είναι οι μετάνοιες.
Κυρίως όμως με τον όρο «μετάνοιες», εννοούμε διεγέρσεις της ψυχής μας για να μετανοήση, διότι το πιο ισχυρό γεγονός της ζωής μας είναι η παχυλότητα της σαρκἰνης και της δήθεν πνευματικής καρδιάς μας, που δεν θέλει ποτέ να αναγνωρίση ότι είναι αμαρτωλή. Εάν λέμε ότι είμαστε αμαρτωλοί, το λέμε με τα χείλη, αλλά δεν το παραδεχόμαστε και δεν το καταλαβαίνομε. Μπορεί να πούμε «Κύριε Ιησού Χριστέ, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ» ή «ήμαρτον ενώπιόν σου», εάν όμως μας ρωτήσουν τί αμαρτίες κάναμε, θα πούμε, δεν έκλεψα, δεν σκότωσα, ό,τι λένε οι κοσμικοί άνθρωποι. Τουλάχιστον αυτοί δικαιολογούνται, διότι δεν καταλαβαίνουν. Εμείς δικαιολογούμεθα να μην καταλαβαίνωμε; Όταν λοιπόν λέμε μετάνοιες, εννοούμε τέτοιες προσπάθειες, να ξεσηκώνωμε την καρδιά και τον νου μας, για να καταλάβουν την αμαρτωλότητά τους και να έχουν όχι μία, αλλά αλλεπάλληλες μετάνοιες.
Για να βοηθήσωμε την καρδιά και τον νου μας να μετανοήσουν, προσπαθούμε να δημιουργήσωμε μία ατμόσφαιρα σοβαρή, αξιοπρεπή, κατανυκτική. Την ώρα εκείνη, και μάλιστα τις ευγενέστερες και ωραιότερες στιγμές, αν θυμηθής κάτι, μην το γράψης. άφησέ το. Όταν ο κανόνας σου είναι πέντε ώρες, είναι φυσικό, κάτι που θα σου πη ο Θεός, να θέλησης να το γράψης για να το παρουσίασης στον Γέροντα σου· παρ’ όλα αυτά, μην το κάνης τις στιγμές που η καρδιά πια αρχίζει να ανεβαίνη στον Θεόν. Τότε δεν θέλομε κανέναν, ούτε και τον Γέροντα· έχομε τον Κύριόν μας και τον Θεόν μας.
Πώς όμως πετυχαίνω την συντριβή; όχι τεχνικά, αλλά με την φυσική μου στάσι και τοποθέτησι ενώπιον του Θεού. Έστω, και αν δεν το νοιώθω, το ξέρω ότι είμαι αμαρτωλός. Παρουσιάζω λοιπόν τον εαυτό μου σαν αμαρτωλά ενώπιον του Θεού, για να μπορέσω κάποτε να το καταλάβω και να οδηγηθώ στην αληθινή μετάνοια. Αυτή είναι δώρο του ιδίου του Θεού, αποτέλεσμα των πολλών μου εξομολογήσεων και μετανοιών, των πολλών μου κόπων και συντριβών.
 Οι Πατέρες της Εκκλησίας αποκαλούσαν τον εαυτό τους μοιχό, τάλα, πόρνο, κλέφτη, ληστή, ενώ ούτε στο όνειρό τους δεν είχε συμβή κάτι τέτοιο. Εν τούτοις, απέδιδαν στον εαυτό τους όλα αυτά τα αμαρτήματα, είτε σαν μία προσπάθεια να προσφέρουν το είναι τους στον Θεόν, είτε σαν μία προσπάθεια να πετύχουν το έλεος του Θεού, ή να συντριβή επί τέλους αυτή η μαλθακή και σκληρή καρδιά και να καταλάβη ότι είναι αμαρτωλή. Εμείς δεν καταλαβαίνομε την αμαρτία μας. Ενώ είμαστε γεμάτοι από αμαρτίες, δεν καταφέρνομε να έχωμε την αμαρτία μας διαρκώς ενώπιον των οφθαλμών μας, όπως λέγει ο Ψαλμωδός: «Η αμαρτία ενώπιόν μού έστι διά παντός». Εμείς έχομε το ιδανικό μας, την ιδεολογία μας, τις απαιτήσεις μας από τον Θεόν, τα όνειρο να φθάσωμε ψηλά, να επιτύχωμε πολλά. Γι’ αυτό δεν υψωνόμαστε ούτε ένα δακτυλάκι πάνω από την γη.
Πολλοί Πατέρες, για να πετύχουν την συντριβή, κτυπούσαν τα στήθη τους όπως ο τελώνης, λέγοντας «ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ»· άλλοι διερρήγνυαν τα ιμάτιά τους. Εμείς βέβαια δεν θα κάνωμε τέτοια πράγματα, θα στεκώμαστε όμως με αξιοπρέπεια. Δεν θα καθίσω, λόγου χάριν, επάνω στο κρεββάτι μου για να διαβάσω, ή δεν θα ξαπλώσω για να προσευ¬χηθώ. Άλλο όταν προσεύχωμαι νοερά με το «Κύριε Ιησού Χριστέ» επί ώρες. Τότε θα το πω και καθιστός και όρθιος και ξαπλωμένος, μπρούμυτα και ανάσκελα. Αυτή η προσευχή είναι ολονύκτια αγωνία για τον Χριστόν. είναι μία πάλη. Επειδή φέρω την αδυναμία της σαρκός, τότε θα τα χρησιμοποιήσω όλα, για να μπορέσω να νικήσω.
Στέκομαι λοιπόν ενώπιον του Θεού επιδιώκοντας την συντριβή της καρδίας, το σπάσιμο του πάγου, με τις εξομολογήσεις ενώπιον του Θεού, και προσπαθώντας να κατανοήσω ότι εδώ είμαστε εγώ, ο τιποτένιος, και ο Κύριός μου.
Κύριε, του λέγω, είσαι αόρατος, αλλά είσαι αληθινός. Είμαι ένα σκουπίδι της γης, και συ είσαι ο μεγάλος Θεός, «ο επί θρόνου χερουβικού εποχούμενος, ο των σεραφίμ Κύριος και βασιλεύς του Ισραήλ». Συ είσαι ο πλάστης μου. Είσαι αυτός που με ξέρεις μέχρι της τελευταίας λεπτομερείας ξέρεις και το πνεύμα μου και την ψυχή μου και την σάρκα μου. Δεσπόζεις της οικουμένης. Είσαι αυτός δίχα του οποίου τίποτε δεν γίνεται και έκτος του οποίου δεν υπάρχει τίποτε και εν τω οποίω υπάρχουν τα πάντα. Είσαι ο μεγάλος Θεός, ο πλήρης δόξης, ο πλήρης άγιότητος, ο πλήρης τελειότητος, και εγώ είμαι ο μηδαμινός.
Θα σκύψω, θα κλάψω, θα γονατίσω, θα προσκυνήσω, θα ξαναπροσκυνήσω, θα ξανακλάψω, μέχρις ότου συντριβή η ψυχή μου. Αν μπορώ να το κάνω αυτό σε έναν ναό, είναι προτιμότερο. Αν δεν μπορώ, ας το κάνω μέσα στο κελλί μου. Ο καθημερινός μου στίβος είναι το κελλί μου. Αν έχω κελλί που είναι ναός του Θεού, κερδίζω. Αν δεν έχω, ας βρω κάτι άλλο.
Θα επιδιώξω όμως την συντριβή της καρδίας και τις μετάνοιες όχι σαν ένα μέσο μαγικό, αλλά σαν κάτι που μου χρειάζεται. Η συντριβή δεν χρειάζεται στον Θεόν. Δεν έχει ανάγκη ο Θεός ούτε από τις αρετές μου ούτε από τις κακίες μου ούτε και από την συντριβή της καρδίας μου. Εγώ έχω ανάγκη αυτής της συντριβής, για να μπορώ να παρίσταμαι ενώπιόν του. Μόνον να μη συγχέωμε την πραγμάτωσι των επιθυμιών μας με την συντριβή, διότι, όταν έχωμε μια λαχτάρα και πραγματοποιήται, όταν έχωμε κάποιο όνειρο και νομίζωμε ότι το πλησιάζομε, όταν φαντασθούμε ότι ο Θεός αρχίζει να μας πλησιάζη. τότε εμείς χαιρόμαστε ή και κλαίμε και συντριβόμαστε. Επίσης, όταν σκεφθούμε την αμαρτία μας, μπορεί να κλάψωμε, αλλά δεν σημαίνει ότι κλάψαμε για τον Θεόν. Κλάψαμε γιατί θυμηθήκαμε την αμαρτία μας. Δεν είναι αυτό το θεϊκό κλάμα, το κλάμα της ταπεινοφροσύνης και της συντριβής· είναι το κ/άμα το χοϊκό, το ανθρώπινο, το ψυχικό. Έκλαψα, γιατί εγώ έκανα το τάδε κακό. Αυτό είναι θυμίαμα στο εγώ μου. Χρειάζεται προσοχή να μην μπερδεύεται ο πόθος μας, η ελπίδα μας και η απελπισία μας με την παρουσία του Θεού. Το πραγματικά δάκρυ είναι ξένο προς ό,τι αφορά τον εαυτό μας.
Μετά την συντριβή της καρδίας και της μετανοίας έρχεται η καθαρότης του βίου διά της οποίας βλέπομε τον Θεόν. Εμείς οι άνθρωποι θέλομε να δούμε τον Θεόν, αλλά πώς θα τον δούμε;
Ο κάθε άνθρωπος έχει πάρει το δικό του δώρημα από τον Θεόν, για να τον δη. Στον κάθε άνθρωπο ο Θεός έχει ξεδιαλύνει το πως θα τον δη. Το βέβαιο είναι ότι ο Θεός οράται με μύριους τρόπους, αυτό όμως εξαρτάται από την δική μας καθαρότητα. «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται», λέγει ο Κύριος.
Με τον όρο «καθαρότητα» εννοούμε την καθαρότητα από την αμαρτία, αλλά προπάντων την καθαρότητα του νου. Ιδιαίτερα στο στάδιο αυτό δεν πρέπει να επιτρεπωμε στον νου μας να ασχοληθή με κάτι άλλο, έκτος από την προσευχή. Την ώρα που αγρυπνείς, είναι δυνατόν να σου μπη μία ωραιότατη σκέψι. Διώξε την. Μπορεί να σου έρθη μία ανάμνησις της αγάπης του Θεού, ο οποίος σταυρώθηκε για σένα. Μακριά τώρα και ο σταυρός του Χριστού. Δεν σου χρειάζεται τίποτε. Το μόνο που σου χρειάζεται είναι η καθαρότης, δηλαδή το άδειασμα του νου από το κάθε τι, καλό ή κακό. Μπορεί να σου γεννηθή η επιθυ¬μία να πης: Θεέ μου. ας είμαι για σένα νεκρός, άδειος. Τίποτε από όλα αυτά. Την ώρα εκείνη ο νους πρέπει να μείνη αχρωμάτιστος, κενός, να απαλλαγή από το κάθε τι, για να μπορής να τον γέμισης με την ευχή του Ιησού ή με άλλες μικρές προσευχές των αγίων. Αν δεν μπορούμε διαρκώς να κάνωμε την νοερά προσευχή, είναι δυνατόν να γεμίζουμε την ώρα μας με πολλές προσευχές. Οπωσδήποτε όμως η νοερά προσευχή είναι η πιο θετική, η πιο σύντομη, η πιο αποφασιστική, η πιο καρποφόρος και η πιο αρεστή εις τον Χριστόν.
Η καθαρότης του νου είναι βασική προϋπόθεσις, για να επιτύχωμε εν συνεχεία την καθαρότητα του βάθους της ψυχής μας από τα πάθη. Η καθαρότης του νου προσελκύει μέσα μας τον Θεόν, και τότε ο Θεός μπορεί να καθαρίση την καρδιά μας από τα πάθη τα οποία έχομε είτε από τον Αδάμ και την Εύα, είτε εκ κληρονομικότητος, είτε από τις δικές μας απροσεξίες. Εμείς δεν μπορούμε να κάνωμε κάτι, για να είμαστε «καθαροί τη καρδία». Μπορούμε όμως να έχωμε καθαρότητα νου.
Επιδιώκομαι λοιπόν το άδειασμα του νου και το γέμισμά του με τις λέξεις που λέμε στον Θεόν. Ο νους μας πηγαίνει μόνον στο γράμμα και στο νόημα των λέξεων. Ούτε τον ίδιον τον Θεόν δεν θα ζητάμε, διότι ζητώντας τον ζητάμε τον εαυτό μας και χάνομε τον Θεόν. Ο Θεός ευρίσκεται σε εκείνους που δεν τον ζητούν, σε εκείνους που δεν ερωτούν γι’ αυτόν.
Επίσης, στην προσευχή μας θα ζητάμε από τον Θεόν την ευφροσύνη της καρδίας μας, θα την ζητάμε δε ως μαρτυρία της παρουσίας και της αγάπης του. Αυτή δικαιούμεθα να την ζητάμε. Αγνοώντας τον Θεόν και ζώντας χωρίς αυτόν, η ζωή μας είναι τόσο βαρειά και σκληρή, ώστε θέλομε κάτι που να μας κάνη πιο ελαφριά την ζωή μας και πιο αερίσια την προσευχή μας, για να μπορή να ανεβαίνη άνετα. Αυτό μπορούμε να το επιτύχωμε με την ευφροσύνη. Η ευφροσύνη είναι μία πανήγυρις της καρδιάς, μία εκδρομή, μία ξεκούρασις και απόλαυσις του νου, ένα βίωμα της ψυχής, κάτι που μένει στην ζωή μας. Η ευφροσύνη, μας κάνει να αρχίζωμε με πολύ θάρρος και διάθεσι και χαρά την αγρυπνία μας, να την επιθυμούμε, να την αυξάνωμε.
Αλλά, εάν υποθέσωμε ότι η αγρυπνία μας είναι σκληρή σαν τον θάνατο, μαύρη σαν την σκοτεινιά της νύκτας, βαρειά σαν το πιο βαρύ σύννεφο που μπορεί να πέση επάνω μας, τότε τί θα κάνωμε; Τότε ας κλαύσωμε, ας μοχθησωμε, ας παρακαλέσωμε, ας απειλήσωμε τον Θεόν, για να μας δώση την ευφροσύνη. Δεν θα σταματήσωμε την αγρυπνία μας· θα την κάνωμε σαν μία προσφορά της καρδιάς μας, σαν μία αγωνιστικότητα, σαν μία θυσία. Όπως η χήρα έβαλε στο γαζοφυλάκιο το μοναδικό δίλεπτο πού είχε, όπως οι Ιουδαίοι προσέφεραν τα πρωτότοκά τους ή τον εαυτό τους στον Θεόν, έτσι και εμείς θα προσ¬φέρωμε την νύκτα μας, το ωραιότερο μέρος της ζωής μας. Παράλληλα όμως, θα παρακαλάμε τον Θεόν να μας χαρίζη ευφροσύνη.
Μη νομίζετε πως είναι δύσκολο. Ο Θεός αμέσως απαντάει. Εάν, όταν παρακαλάς έναν άνθρωπο, αυτός συγκινήται και σε αγκαλιάζη, σε φιλά και σου φέρνη δώρα, πόσο μάλλον ο Θεός. Αλλά και εάν δεν μας απάντηση, εμείς θα συνεχίσωμε να ζητάμε την ευφροσύνη. Δεν θα ζητάμε να δούμε τον Χριστόν, να μας μιλήσουν οι άγγελοι, να νοιώσωμε το Άγιον Πνεύμα, να έλθη ο άγιος Νικόλαος να μας λύση το πρόβλημα· δεν θα πειράζωμε τον Θεόν, θα ζητάμε όμως την ευφροσύνη μας. Τα άλλα είθε να μας τα δώση, όποτε Εκείνος νομίζει ότι θα μας είναι χρήσιμα στην ζωή μας. Η ευφροσύνη έχει μεγαλύτερη αξία και από χίλιες θεοφάνειες, διότι είναι η ατμόσφαιρα της συναντήσεώς μας με τον ερχόμενον Χριστόν, είναι το έρεισμα, η κρηπίς, επάνω στην οποία θα προστεθή όλη μας η αγρυπνία. Αν δεν έχωμε ευφροσύνη, σπάνε τα νεύρα μας, δημιουργούνται καχεξίες, πόνοι, παραλυσίες, μουδιάζουν τα πόδια μας, ζουζουνίζουν τα αυτιά μας, πονάει η καρδιά μας.
Στην αγρυπνία μας χρειαζόμαστε και κάτι ακόμη, το φλέγον πυρ. Και αυτό δεν μπορούμε να το αποκτήσωμε μόνοι μας, μόνον ο Θεός μπορεί να μας το δώση. Ο Θεός είναι «ο ποιών τους λειτουργούς αυτού πυρ φλέγον». Το πυρ είναι η φωτιά που ανάβει μέσα μας, η όρεξις να αγρυπνούμε, η αναβίβασις του εαυτού μας, το πτέρωμά μας, το οποιο μας κάνει όχι μόνον να αντέχωμε στην αγρυπνία μας, αλλά και να μη θέλωμε να σταματήσωμε. Μπορεί να περάσουν δύο, τρεις, επτά, δεκαπέντε ώρες, και να νομίζωμε ότι δεν πέρασαν παρά μόνον πέντε λεπτά. Έρχεται η ώρα να τελειώσωμε, γιατί οι υποχρεώσεις μας καλούν, και πονάει η καρδιά μας να διακόψωμε την αγρυπνία μας.
Όταν όμως ο Θεός μας κάνη μια φωτιά την ώρα της αγρυπνίας μας, σιγά-σιγά γίνεται φωτιά και όλη η ζωή μας. Όπως τα δάκτυλα των αγίων γίνονταν σαν αναμμένες λαμπάδες και το φως τους ανέβαινε προς τα πάνω, έτσι μπορεί να γίνη και η δική μας ύπαρξις. Χωρίς φωτιά, ο δορυφόρος δεν ανεβαίνει στην σελήνη· πώς θα ανέβω εγώ στον ουρανό;
Ας παρακαλούμε λοιπόν τον Θεόν να κάνη πυρφόρα την προσευχή μας, τα ανεβάσματά μας, την αγρυπνία μας, τις κραυγές της καρδιάς μας, τις γονυκλισίες μας, τους κόπους μας, την χαμαικοιτία μας, τα πάντα. Όταν η ζωή μας δεν είναι κάτι τέτοιο, τότε κοιμόμαστε ύπνο βαθύτατο ακόμη και μέσα στην αγρυπνία μας. Αλλά, εν πάση περιπτώσει, ας κοιμώμαστε αγρυπνούντες, παρά στο κρεββάτι μας. Προτιμότερο να κοιμάμαι όρθιος ενώπιον του Κυρίου και να βλέπη την αγωνία μου και τον αγώνα μου, παρά να πηγαίνω να κοιμηθώ.
Με την συντριβή της καρδίας, με τις μετάνοιες, με την καθαρότητα του νου διά της οποίας βλέπομε τον Θεόν, με την ευφροσύνη και το φλέγον πυρ, το οποίο είναι αναγκαίο για να μεθιστάμεθα στην άλλη ζωή, η αγρυπνία μας, η προσευχή μας, το κελλί μας, η ψυχή μας γίνεται εύφορος τόπος, όπου μπορεί κανείς να βρη τον Θεόν, να τον αγκαλιάση, και ο γεωργός, ο Θεός, μπορεί να γεωργή την ύπαρξί μας.
Ο προφήτης Ησαΐας μακαρίζει τους ανθρώπους οι οποίοι σπείρουν «επί παν ύδωρ», σε χωράφια ποτιστικά, «ου βους και όνος πατεί», όπου μπορούν να πατούν ελεύθερα ο βους και ο όνος και να τα καλλιεργούν. Το λέγει αυτό. διότι στην Παλαιστίνη υπήρχε πολλή ξηρασία. Επειδή συνήθως έπεφταν κατακλυσμιαίες βροχές, η ξηρασία συνεχιζόταν. Γι’ αυτό η Παλαιά Διαθήκη μιλάει συνεχώς για δίψα και βροχή, γι’ αυτό και οι Ιουδαίοι φαντάζονταν τον Θεόν μέσα στον κατακλυσμό.
Επίσης, με την βροχή το έδαφος γινόταν πολύ εύφορο, και η βλάστησις ήταν άφθονη. Τότε μπορούσαν να αφήνουν τα ζώα τους να βόσκουν ελεύθερα.
Και εμείς μπορούμε να κάνωμε την αγρυπνία μας, το κελλί μας, το μοναστήρι μας, την λειτουργία μας, όλη την ζωή μας, εύφορο χώμα. Χρειάζεται όμως να ζούμε όπως είπαμε προηγουμένως. Διαφορετικά, θα είμαστε ξηρή γη και δεν θα μπορούν να την καλλιεργούν ο όνος και ο βους, οπότε δεν θα έχωμε καρπούς. Μπορεί να κουραζώμαστε μια ολόκληρη ζωή και να μην κάνωμε τίποτε. Μπορεί όμως μία φορά να σπείρωμε και να θερίσωμε δυό και τρεις και είκοσι φορές. Γιατί να μην το προτιμήσωμε; Είναι τόσο εύκολο να το πετύχωμε, αρκεί να κατανοήσωμε τον μακαρισμό αυτό. Ο Θεός μάς έφερε στο μοναστήρι, για να μπορή να έρχεται και να σπέρνη στα σπλάγχνα μας και να βγάζη όλους αυτούς τους θησαυρούς· να βάζη τους αγγέλους και τους αγίους του να αντλούν από μέσα μας όλα τα δώρα και τα καρπώματα που μας έχει δώσει. Δεν μας έφερε για κάποιο πενιχρό αποτέλεσμα.
Προχωρώντας ο Προφήτης λέγει: Με δοξολογούν τα θηρία του δρυμού, τα αγρίμια του λόγγου, τα τέρατα της γης, διότι γέμισα όλη την έρημο με ύδατα και την άνυδρο γη με ποταμούς. Δηλαδή ο Θεός μπορεί να αλλοιώση το παν.
Και εμείς ζούμε την ερημιά μας, το άνυδρό μας, την φτώχεια μας, την απουσία του Θεού, αλλά ο Θεός μπορεί να μας γέμιση με ύδατα, ακόμη και με ποτάμια, και τότε η σχέσις μας με τον Γέροντα θα είναι αληθινή, μυστηριακή, μυστική.
Τί θα κάνωμε; Θα σταθούμε στην φτώχεια μας; Τα αγρίμια νοιώθουν το γέμισμα της ανύδρου γης με ποτάμια. Οι δικές μας ψυχές θα ζουν μέσα στην ανυδρότητά τους; Δεν υπάρχει καμιά δικαιολογία. Μπορούμε να πληρωθούμε από την δοξολόγησι του Θεού, τουλάχιστον από όμοια με αυτή των αγριμιών. Τότε μπορεί να γίνη λόγος περί πνευματικής ζωής. Τότε μπορεί να υπάρχη ελπίς για την επιβίωσι και της ψυχής και της οικογενείας. Τότε δεν θα μας νοιάζουν τα χρόνια της ζωής μας, αλλά ο καρπός τον οποίο θα μαζέψωμε. Ας ευχώμεθα μία τέτοια ζωή για τον εαυτό μας.

(Αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου. 
«Νηπτική ζωή και Ασκητικοί κανόνες», 
εκδ. Ίνδικτος- Αθήναι 2011, σ. 458-472)



Εξεγειρόμενοι πρωί επισκέπτεστε τους παρ’ υμίν ασθενείς 

 Την παλαιά εποχή οι ασκηταί συνήθιζαν να σηκώνωνται περί το μεσονύκτιο και να τελούν την νυκτερινή ακολουθία. Εν συνεχεία το πρωί, όταν πια είχε φέξει, τελούσαν την θεία λειτουργία. Και τώρα ακόμη σε πολλά μοναστήρια του Αγίου Ορούς η πρωινή ακολουθία, ιδιαίτερα η λειτουργία, προϋποθέτει φως. Ήδη στην τελευταία ευχή του όρθρου ο ιερεύς ευχαριστεί τον Θεόν για το ότι μας έφερε το φως του ήλιου. Εμείς έχομε ενώσει την νυκτερινή ακολουθία με τον όρθρο και την θεία λειτουργία.
Μόλις σηκωθήτε, λέγει ο άγιος, το πρώτο που έχετε να κάνετε είναι να επισκεφθήτε τους ασθενείς. Ο ασθενής, επειδή διέρχεται μία ιδιάζουσα κατάστασι, πιο εύκολα ρέπει προς την αμαρτία, προς τον πειρασμό, προς την στενοχώρια, προς τους λογισμούς. Η φύσις του είναι πιο αδύνατη, γι’ αυτό ζητάει παρηγοριά, ενίσχυσι. Όταν τον επισκεφθής το πρωί, παίρνει θάρρος και αλλοιώς αντιμετωπίζει την ήμερα του. Λέγοντας όμως ο άγιος, επισκέπτεστε τους παρ’ υμίν ασθενείς, δεν εννοεί να ψάχνετε πού υπάρχουν άρρωστοι, αλλά εννοεί αυτούς που είναι στο περιβάλλον σας. Δηλαδή δεν βάζει βραχνά, αλλά θέτει έναν περιορισμό,
Ο άγιος απευθύνει αυτόν τον κανόνα στους υγιείς και όχι στους ασθενείς, ώστε να περιμένουν να τους κάνουν πρωί-πρωί επίσκεψι. Ο άρρωστος πρέπει να θυμάται ότι η ασθένεια που του χαρίζει ο Θεός είναι μοναδική ευκαιρία για την τελείωσί του. Η ασθένεια αντικαθιστά την προσευχή, που δεν μπορούμε να κάνωμε, αντικαθιστά την λατρεία, στην οποία δεν μπορούμε να συμμετάσχωμε. αντικαθιστά τα κατορθώματα της πίστεως, των παλαισμάτων, την νηστεία, όταν πρέπει να φάμε. Όταν είμαστε άρρωστοι, με ελάχιστο αντίδωρο εξοφλούμε όλες μας τις υποχρεώσεις απέναντι του Θεού.
Ο σατανάς όμως μας τα παρουσιάζει ανάποδα και μας δημιουργεί απογοήτευσι. Αυτό δεν είναι σωστό. Η ασθένεια που μας δίνει ο Θεός είναι με το σταγονόμετρο ζυγισμένη για μας, που θέλομε να γίνωμε τέλειοι. Αποκλείεται να γίνωμε τέλειοι χωρίς την αρρώστια, και μάλιστα την απρόσμενη, την απρόοπτη, η οποία ενδεχομένως μας ταπεινώνει ενώπιον των άλλων με το να τους χρειαζόμαστε και να μην μπορούμε να ζήσωμε μόνοι μας.
Όταν λοιπόν ασθενούμε, ας γνωρίζωμε πως αυτό είναι το άθλημά μας, το μεταγωγικό μέσον μας για τον ουρανό, και ότι είναι ανάγκη να στομώνωμε τον εαυτό μας και όσο μπορούμε να μην έχωμε ανάγκη τους άλλους. Να μοιάζωμε του Κυρίου και τους αγίους, οι οποίοι ούτε παρηγοριές ζητούσαν, ούτε ελάφρυνσι του ζυγού της ασθενείας τους. Επίσης, ας είμαστε πραγματικοί αθληταί στην νηστεία. Ας μη ζητάμε εύκολα την κατάλυσι και τα πιο παράξενα φαγητά ή εκείνα που ποτέ δεν τα τρώγαμε. Χρειάζεται να είμαστε πολύ προσεκτικοί, μήπως, αντί να αγιάσωμε, πέσωμε σε βάραθρο και εξέλθουμε χωρίς στέφανο.
Τους παρ’ υμίν ασθενείς. Εάν διαβάσωμε την ζωή του αγίου, θα διαπιστώσουμε ότι με την λέξι ασθενείς εννοεί τους σωματικώς, αλλά προπάντων τους ψυχικώς και πνευματικώς ασθενείς, οι οποίοι δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τον αγώνα τους και τα τρωτά της υγείας τους. Πνευματική ασθένεια είναι τα πάθη, τα αμαρτήματα, οι λογισμοί, οι φαντασιώσεις… Αλλά όποιος έχει λογισμούς, δεν έχει ισορροπημένη ψυχή, έχει ψυχικά νοσήματα. Και όποιος αμαρτάνει, δεν είναι σωματικώς υγιής. Γι’ αυτό οι ασθενείς είναι συνήθως τα πιο συμπαθή μέλη μιας αδελφότητος, είτε έχουν μια βαρειά ασθένεια, έναν καρκίνο, είτε έχουν έναν πονόδοντο. Ο ασθενής έχει ανάγκη από ειδική περιποίησι και δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς αυτόν, διότι ο Θεός μας συγκληρωνει, μας παρέχει την ίδια κληρονομιά.
Δεν μπορεί να στηριχθή η αδελφότητα, όταν υπάρχη σκληρότητα, αδιαφορία προς τον ασθενή. Διότι ασθενής δεν είναι ο άλφα ή ο βήτα· στην πραγματικότητα όλοι είμεθα ασθενείς. Μπορεί να μη φαίνεται σήμερα η ασθένεια μας, θα φανή όμως αύριο ή μεθαύριο, όταν θα βρεθούμε σε μια δύσκολη στιγμή. Όλοι λοιπόν είμεθα ασθενείς και έχομε την χρεία ιατρού, όπως λέγει ο ίδιος ο Κύριος. Γι’ αυτό μία παλαιότατη, ωραιότατη μοναχική παράδοση, την οποία τιμούσαν και οι μεγάλοι Πατέρες, είναι το εξεγειρόμενοι πρωί εττισκέπτεσθε τους παρ’ υμίν ασθενείς.
Η επίσκεψις όμως των ασθενών δεν μπορεί να γίνεται χωρίς την γνώσι και την ευλογία του ειδικού προσώπου, του Γέροντος ή του νοσοκόμου. Διότι ο άρρωστος είναι δυνατόν να κουράζεται ή να βλάπτεται από τις πολλές επισκέψεις μας. Η ενότης της αδελφότητας, η διατήρησις του ενός σώματος είναι σημαντική. Ο ένας έχει την ανάγκη του άλλου, αλλά τόσο όσο για να συγκρατούμεθα και όχι να γινώμεθα χειρότεροι. Όταν συνηθίσωμε τον αδελφό μας να νοιώθη ως ανάγκη τις επισκέψεις μας, τον ρίχνομε στο βάραθρο και δεν τον βοηθούμε να αναστηθή.
(Αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου. 
«Νηπτική ζωή και Ασκητικοί κανόνες», 
εκδ. Ίνδικτος- Αθήναι 2011, σ. 6-9)


Η Μοναχική Κλίμαξ του Γέροντος Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου 
 ΑΡΧΙΜ. ΕΛΙΣΑΙΟΥ ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΥ Ι.Μ. ΣΙΜΩΝΟΣ ΠΕΤΡΑΣ

 Είναι μεγάλη και βαθιά η συγκίνησής μας που με την ευκαιρία της εκδόσεως χαριστηρίου τόμου προς τιμήν του πατρός ημών, του Γέροντος Αιμιλιανού, έχομε την ευλογία να δώσομε «ως κοινόν κτήμα», χάριν αγάπης και ωφελείας, μερικά στοιχεία, στοιχεία ζωντανής εμπειρίας και πατερικού φρονήματος, από την ζωή και την διδαχή του, ολίγα από τα πάμπολλα, όσα έγιναν ανάμεσά μας και όσα τα αυτιά μας άκουσαν.
Το εγχείρημα σε θέλγει, αλλά, καθώς το επιχειρείς, ταπεινώνεσαι. Ενώ εντρυφώντας στις διδαχές του νοιώθεις ανάπαυση, ευφροσύνη στην ψυχή σου, υιοθεσία θεϊκή και επιθυμία Θεού, εν τούτοις όταν αγωνίζεσαι να διατύπωσης αυτά, αισθάνεσαι την ευτέλεια και την πτωχόνοιά σου. Αντικρίζεις μπροστά σου μακρύ δρόμο, τον δόλιχον της θαυμαστής διαγωγής των αγίων πατέρων, και βρίσκεσαι να περιπατείς επί τα ίχνη «των την ουράνιον πολιτείαν εθελοντών κατορθείν και την εις βασιλείαν ουρανών άγουσαν βουλομένων οδεύειν οδόν».
Όντως έτι και έτι νοιώθαμε πτωχοί και πένητες να διαχειρισθούμε την βαρύτιμη κληρονομιά του Γέροντος, συστελλόμενοι φόβω μπροστά στο πνευματικό βάρος της βιοτής του και στην απόπειρα να ψηλαφίσομε πράγματα ανώτερά μας.
Έχοντας όμως ως σκέπη την πατρική ευλογία του και ως βακτηρία την επίμονο παρότρυνση των αδελφών και πατέρων συμμοναστών μου, θα ανέλθωμε για να συλήσωμε τρόπον τινά το θεόκτιστο σπήλαιό του και να προσφέρομαι τους θησαυρούς του.
Η όλη άσκησης μοιάζει με ιχνηλασία δυσπρόσιτων τόπων, με αθωνική ανηφορική οδοιπορία, με ανάβαση βιβλικής κλίμακος. Αλλά μήπως η ίδια η ζωή του Γέροντος δεν είναι μία ιχνηλασία, μία ανάβασης, μία κλίμαξ;
Πως είδαμε λοιπόν εμείς την πορεία του Γέροντος Αιμιλιανού; Ας ιστορίσομε με αδρές γραμμές αυτή την εικόνα.

1. ΜΥΣΤΗΣ ΤΗΣ ΟΥΡΑΝΙΟΥ ΑΝΟΔΟΥ
 «Κλίμακι προσέοικεν η άσκησις», λέγει ο Μέγας Βασίλειος, ο οποίος υπήρξε βάσης και αφετηρία και αναγωγική έλξης της πνευματικής πορείας του Γέροντος.
Βλαστός της αγιοτόκου Καππαδοκίας και αυτός, «μύστιν έχων ψυχήν ουρανίης ανόδου», ανατραφείς με τα παραδοσιακά ήθη των δημοδιδασκάλων παππούδων του, στο ιδιωτικό παρεκκλήσιο των οποίων «λειτουργούσαν» συχνά οι Τρεις Ιεράρχαι, ο μικρός Αλέξανδρος ακτινοβολούσε καθαρότητα ψυχής και πνεύματος. Η εκ παιδός αγάπη και ο θαυμασμός του προς τον ουρανοφάντορα Ιεράρχη τον είλκυσαν από πολύ νωρίς προς μία ζωή υπεράνω των συνήθων μέτρων. Η κατανόησης της μοναχικής κλήσεως και η βαθιά άρνησης της φύσεως προς επιτυχία των υπέρ φύσιν, τον κατέστησαν κοινωνό του αγίου και οριοθέτησαν τον σκοπό της κοινοβιακής ζωής και τάξεως.
Τότε, στην πρώιμη εκείνη εποχή, αναζητώντας ζωντανές μαρτυρίες της κατά Θεόν ζωής, επισκέφθηκε τον παπα-Εφραίμ, τον ερημίτη των Κατουνακίων, για να τον ερωτήσει περί νοερός προσευχής. Ο Γέρων Εφραίμ δίσταζε ν' Ανοίξη τους θησαυρούς της καρδίας του, εάν πρώτα δεν ελάμβανε «πληροφορίαν» από την Παναγία. Εκείνος αναχώρησε. Ο παπα-Εφραίμ, όπως συνήθιζε, αποσύρθηκε σε προσευχή και αναπαύθηκε έπ' αυτόν το πνεύμα του, ώστε να δεχθεί τον πατέρα Αιμιλιανό ως «άλλον Βασίλειον». Από τότε συνάφθηκε ο άρρηκτος πνευματικός δεσμός των δύο πατέρων.
Λίγο αργότερα τον ακούσαμε εμείς κηρύττοντα στην Μητρόπολη των Τρικάλων. Την αλησμόνητη εκείνη πρώτη εντύπωσή μας την αναγνωρίσαμε αργότερα στα λόγια του οσίου Εφραίμ: «ακήκοα φωνής και είπε προς με ιδού εν τω οίκω μου το βασιλικόν σκεύος. Και αναστάς κατέλαβαν τον ναόν του Υψίστου, και ειδον εις τα άγια των αγίων το σκεύος της εκλογής λαμπρώς τεταννυμένον έμπροσθεν του ποιμνίου, λόγοις θεοπρεπέσι πεποικιλμένον, και πάντων τους οφθαλμούς αύτω ατενίζοντας».
Ήδη στις πρώτες οικογενειακές συνάξεις της τότε νεοπαγούς αδελφότητός μας στο Μεγάλο Μετέωρο, μας ανέπτυσσε με μια θεία γαλήνη και γλυκύτητα τα «περί του Αγίου Πνεύματος» του Μεγάλου Βασιλείου, διαπλάθοντας με πολλή σοφία «εραστάς δογμάτων Χριστού».
Έτσι, όχι απρόσωπα κινούμενος από κάποια ιδανικά, ή για να εφαρμόσει κάποιες αντιλήψεις περί μοναχικής ζωής, αλλά από την βασιλειανή πνοή εμπνεόμενος -«εγώ σε πνέω μάλλον ή τον αέρα», όπως θα έλεγε ο φίλος Γρηγόριος- και «προσλαμβάνων κέντρον και βέλος πυρός και ζήλον εν καρδία» φλέγεται να ακολουθήσει τον Χριστό με τον τρόπο που τον ακολούθησε, αγάπησε, λάτρευσε και δόξασε το «βασίλειον άγαλμα», το «σκεύος το βασιλικόν».

2. Η ΛΕΛΗΘΥΙΑ ΑΝΑΒΑΣΙΣ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ
«Όταν ήμουνα μικρός» -μας έλεγε κάποτε ο Γέροντας- «επειδή και ο χαρακτήρας μου ήταν ζωηρός, η γιαγιά μου -μετέπειτα Ευταξία μοναχή- ως δασκάλα που ήταν, μου θύμιζε συχνά: Αλέξανδρε, όσο θα σιωπάς, τόσο θα φωνάζει μέσα σου ο Θεός". Έτσι απλά έμαθα από πολύ μικρός να σιωπώ, για να αφουγκράζομαι την φωνή του Θεού».
Στο απλοϊκό αυτό μάθημα ήλθαν βεβαίως, σαν πάνω σε γερό υπόβαθρο, να προστεθούν τα εντάλματα της χάριτος• οι λόγοι των θεοφόρων Διδασκάλων της Εκκλησίας μας, τους οποίους ο Γέροντας είχε το σπάνιο προνόμιο, αλλά και χάρισμα, να μελετά και να κατανοεί από νηπιακής ηλικίας. Έτσι, πριν ακόμη αρχίσει να πηγαίνει στο Σχολείο, η καθαρά του ψυχή είχε απορροφήσει όλα τα κυκλοφορούντα την εποχή εκείνη πνευματικά βιβλία• τον Ευεργετινό, την Κλίμακα, το Γεροντικό.
Ασφαλώς θα είχε αναγνωρίσει την άσκηση, που με παιδική αφελότητα εκτελούσε, στα διακριτικά λόγια του αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου: «σιωπή εν γνώσει, μήτηρ προσευχής λογισμών επίσκοπος- παρρησίας έχθρα• ησυχίας σύζυγος• φιλοδιδασκαλίας αντίπαλος• αφανής προκοπή• λεληθυΐα ανάβασις» (=ανεπαίσθητος πνευματική ανάβασις).
Σιωπηλά λοιπόν και αθόρυβα ετελεσιουργείτο στο βάθος της ψυχής του «η συμπλήρωσης του λόγου» κατά Βασίλειον. Διότι ο Γέροντας έλαβε από τον Θεό και χάρισμα λόγου, σπανίας δυνάμεως και κάλλους. Γνώριζε όμως «λόγου μέτρα και σιωπής», ώστε να μπορεί να καρποφορεί «ώσπερ εύλογον σιωπήν, ούτω και λόγον ένθεον».
Και όταν άρχισε ο Θεός να του στέλνει ανθρώπους, όπως έλεγε ταπεινοφρονών, για να τους βοηθήσει, εμιμείτο και σ' αυτό τον ελλογιμώτατο Βασίλειο, νομοθετούντα στους αρχαρίους την έλλογο άσκηση: «πρώτον πάντων σπουδάζειν προσήκει περί την του λόγου χρήσιν μη αμαθώς έχειν, άλλ' ερωτάν μεν αφιλονείκως, αποκρίνεσθαι δε αφιλοτίμως, μη διακόπτοντα τον προσδιαλεγόμενον όταν τι χρήσιμον λέγη, μηδέ επιθυμούντα τον εαυτού λόγον επιδεικτικώς παρεμβάλλειν, μέτρα ορίζοντα λόγω και ακοή, μανθάνειν δε ανεπαισχύντως και διδάσκειν ανεπιφθόνως...».
Η σιωπή, μας έλεγε αργότερα, είναι η μόνη φωνή της έρημου του μοναχού. Μία τελεία σιωπή στο περιβάλλον του, μία τελεία σιωπή μέσα στην ψυχή του, μέσα στο πνεύμα του, μέσα στην καρδιά του. Μόνον ένας σιωπηλός άνθρωπος μπορεί να εικονίζει αληθινά τον Θεόν και ο μοναχός είναι ο τέλεια σιωπηλός. Αύτη η σιωπή του μοναχού είναι η αιώνια κραυγή του ενώπιον του Θεού.

3. ΤΟ ΥΨΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΚΟΝΙΑΣ
Ο Γέροντας ακτινοβολούσε από χαρά όταν διαπίστωνε σε κάποιον νέον άνθρωπο ένα σπινθήρα έστω ησυχαστικού πόθου και μεριμνούσε ακούραστα για να του εξασφαλίσει τις δυνατές συνθήκες μιας ησυχαστικής βιοτής. Την μόνωση την θεωρούσε σαν μια προϋπόθεση ζωής, που δεν μπορεί να εκλείψει ποτέ από τον άνθρωπο, τον οποίο έκτισε ο Θεός έτσι, ώστε να μπορεί κατ' ιδίαν να διαλέγεται μετά του Δημιουργού του. Αυτή η μόνωσης τον καθιστά δυνατόν να γίνεται τρόπον τινά ισόθεος• να μπορεί δηλαδή κατά μία, κατά χάριν, ίση μοίρα να συνομιλεί με τον θεό ενώπιος ενωπίω.
Αλλά την μόνωση, έλεγε η Εκκλησία μας, δεν την έθεσε ποτέ μακράν της κοινότητος. Η κοινωνία είναι το σκαλοπάτι που ανεβάζει τον μοναχό στη ζωή της μονώσεως, η οποία με την σειρά της είναι μία τελεία πλέον κοινωνία με τον θεό.
Εντεύθεν πίστευε ότι κάποιος που δεν μπορεί να ζήση μέσα στην κοινωνία, σημαίνει ότι είναι ένας ασθενέστατος άνθρωπος, ανίκανος να βιώσει όχι μόνο τα κοσμικά, αλλά πολύ περισσότερο και τα πνευματικά.
Αυτό σημαίνει ότι πρέπει στην κοινωνική μας ζωή να είμαστε επιτυχημένοι. Εάν αποτύχομε στην κοινωνική σχέση με τους αδελφούς μας, δεν θα μπορέσομε ποτέ να συνάψομε κοινωνία ούτε με αγίους, ούτε με αγγέλους, ούτε με την Αγία Τριάδα.
Την αυταπάρνηση, την κένωση της ιδίας υπάρξεως, η οποία μας καθιστά ελκυστικότατους και στον θεό και στους ανθρώπους, την ονόμαζε «αιχμαλωσία της αγάπης» και την εστίαζε κυρίως στην καθημερινή πρακτική διακονία.
Ανάμεσα στα βιβλία, από τα οποία ερμήνευε στις συνάξεις της αδελφότητας, υπήρχε και κάποιο, το οποίο και μόνο από την γλυκύτητα, με την οποία ο Γέροντας το ξεφύλλιζε, καταλαβαίναμε ότι σίγουρα θα περιέχει κάτι σπάνιο και ξεχωριστό. Ήταν οι αρχαίοι Κανονισμοί των Μεγάλων Καθηγητών του μοναχισμού, Αντωνίου και Παχωμίου, πάνω στους οποίους ο Γέροντας θεμελίωσε και οικοδόμησε όλο το συγκρότημα των μοναστηριών του.
Διάβαζε λοιπόν πέντε λέξεις από τον βίο ή τον Κανονισμό του Μεγάλου Παχωμίου και σαν να άρπαζε πυρκαγιά ένα ολόκληρο δάσος, άρχιζε να λέγει: Η μοναχική μας εργασία δεν είναι δουλειά κοινωνικής συμβάσεως, ούτε απλώς ένα μέσο βιοποριστικό.
Είναι προ πάντων το εργαλείο, το οποίο παρέχει ο Θεός στα χέρια μας, για να μπορέσομε να ανοίξομε τον ουρανό. Είναι μία καρδία μεταδίδουσα στον οργανισμό τη δυνατότητα του βιούν όχι μόνο κατ' άνθρωπον, αλλά και κατά Θεόν. Το διακόνημα, μας καθιστά ικανούς να αγαπώμεν τον Θεόν, γι' αυτό και οι Πατέρες το ονομάζουν «σαγήνην αρετών». Θυμηθείτε τον όσιο Παλάμωνα και τον Παχώμιο, ανέβαζαν και κατέβαζαν πέτρες για να μπορέσουν να συνηθίσουν την αγρυπνία. Ήταν μία πνευματική διακονία αυτό, κι ο ένας ταυτοχρόνως υπηρετούσε τον άλλο για την έξι της αγρυπνίας.
Και παρατείνονταν μέχρι αργά οι κατηχήσεις αυτές• οψίας δε γενομένης, ο Γέροντας, απέλυε την σύναξη, διότι «ήσυχου σιγής περιεχούσης τα πάντα και νυκτός μεσαζούσης», άρχιζε η πρόσκλησης και ο ερχομός του παντοδυνάμου Λόγου για να διαυγάσει το φως το αληθινόν.

4. ΟΙ ΦΥΛΑΚΕΣ ΤΗΣ ΝΥΚΤΟΣ
Όταν άρχισε να σχηματίζεται στα Μετέωρα ο πρώτος κύκλος γύρω από τον Γέροντα, εκείνος είχε ήδη απηρτισμένη την πνευματική του προσωπικότητα. Γι` αυτό και τα θέματα, τα οποία ανέπτυσσε στις συνάξεις μας, ήσαν ενδεικτικά των αναβάσεων, τις οποίες «διέθετο εν τη καρδία του».
Μας είχε τότε αναλύσει, σε διαδοχικές αλησμόνητες συνάξεις, το βιβλίο του προφήτου Αββακούμ. Τι παράξενα λόγια! Αλλά και τι παράξενη δύναμη μας μετέδιδαν! Με την ανάλυση του Γέροντα, όλα αποκτούσαν έναν φυσικό ρυθμό και ειρμό και έμοιαζαν τόσο οικεία, τόσο ειπωμένα ακριβώς για μας, που αρχίζαμε τότε την μοναχική μας ζωή.
Επί της θείας φυλακής του προφήτου Αββακούμ ιστάμενος δια βίου, αναζητούσε πάντοτε τον τόπο του απόκρυφου, του σκότους, του μυστηριακού γνόφου, όπου μπορεί κανείς να κρύπτεται από τα όμματα πάντων και να ζει μόνος στον μυστικό του περίκοσμο, εν μέσω άγιων και αγγέλων. "
Η νύχτα, έλεγε, είναι ο χώρος μέσα στον οποίο βυθίζεται και ζει αληθινά ο μοναχός. Η νύχτα έχει μια πολύ μεγάλη σημασία, διότι είναι η ώρα και η τόπος των μυστικών συναντήσεων, η βίωσης του πόνου και του αγώνος μας, είναι και το σκοτάδι των ψυχών μας και η ελπίδα του φωτός μας. Η νύχτα είναι μια μετωπική συνάντησης με τον εαυτό μας, ο οποίος δεν είναι παρά μια γύμνια και μια φτώχεια. Την νύχτα δεν υπάρχει κάποιος να του μιλήσεις, δεν υπάρχει ο φίλος, η κάποια ανάπαυσις του άλλου, δεν υπάρχει ο έπαινος, ή και η αντίδρασης, που και αυτή είναι μία αγάπη. Σαν να είναι ένας χώρος γυμνός από δένδρα και βλέποντας αυτή την ατέρμονα διάσταση σε πιάνει απελπισία. Γι' αυτό και πολλοί δεν έχουν το σθένος και την αντοχή και την μαρτυρική επιμονή και υπομονή να προχωρήσουν αυτό το αγώνισμα της νυκτός.
Μέσα λοιπόν στον ατέρμονα ορίζοντα της νυκτός εδαπανάτο μαρτυρικώς ο Γέροντας για να απλώνει τις πνευματικές του ρίζες, να πιάνεται από τον Θεόν και να ανέρχεται από δυνάμεως εις δύναμιν το ευσκιόφυλλον του δένδρον.
Την νυκτερινή αγραυλία και αποσκόπευσι του ουρανού, ένοιωθε ταυτοχρόνως και ως υψίστη αποστολή έναντι του πληρώματος της Εκκλησίας.
Οι αγρυπνούντες μοναχοί, έλεγε, είναι η φωνή της Εκκλησίας. Η Εκκλησία εύχεται «υπέρ των εν νυκτί βοώντων», αλλά και εύχεται δια «των εν νυκτί βοώντων»• εμπιστεύεται δηλαδή στους μοναχούς τις προσευχές της. Σε μας εμπιστεύεται «τας φυλακάς της». Εάν λοιπόν η Εκκλησία μας υψεί τόσο πολύ και μας έχει στο ιδιαίτατο μέρος του τείχους της, του πύργου, της βαρέως, όπως λέγει ο προφήτης, τότε δεν μπορούμε εμείς να εφησυχάζομε, παρά να αγραυλούμε και να αγρυπνούμε γι' αυτόν τον ουρανό, για τον οποίο έχομε κληθεί.

5. ΕΝ ΠΥΛΗ, ΚΑΡΔΙΑΣ
«Το τίμιον σκεύος της ψυχής εν πολλή βαθύτητι τυγχάνει, ως που φησιν Άβυσσον και καρδίαν αυτός έρευνα. Και αυτή δε η χάρις νομήν λαμβάνει εν τη ψυχή και έως των (Βαθύτατων αυτής μερών και διαλογισμών ερριζούται, έως ου όλη η ψυχή περιληφθεί υπό της επουρανίου χάριτος, λοιπόν βασιλευούσης εν αύτω τω σκεύει». Είναι από τον άγιο Μακάριο, είπε ο Γέροντας, αφού πρώτα έκανε την ευχαριστία της εξ οσπρίων και ελαίων μοναστηριακής μας τραπέζης. Συνήθιζε τότε, μετά το ολιγόλεπτο όχι γεύμα, αλλά απλώς σκάλισμα του φαγητού του, να μας διαβάζει κάτι πατερικό.
Ήθελε να μεταδώσει και σε μας την βαθεία εσωτερική του ζωή, ή τουλάχιστο την επιπόθησί της. Ζητούσε πάντοτε να εργαζώμεθα στο μυστικό βάθος της ψυχής, και τ΄άλλα πάντα προστεθήσεται ημίν.
Έτσι, χωρίς να συνειδητοποιούμε τότε την μεγίστη δωρεά του Θεού, καθημερινό μας εντρύφημα ήταν οι ασκητικοί και νηπτικοί Πατέρες, στους οποίους ο Γέροντας με μία θαυμαστή άνεση και οικειότητα μας μυσταγωγούσε.
Ιδιαιτέρως επέμενε στο θέμα της νήψεως, την οποία ταύτιζε με την μοναχική και αποστολική μας κλήσι, την πράξι μας και την ζωή μας• την ονόμαζε δε «αναπνοή» μας. Όπως αν προς στιγμήν, έλεγε, σταματήσωμε να αναπνέομε, ο ζωτικός αήρ δεν εισέρχεται μέσα μας και αποθνήσκαμε• έτσι και αν για μία στιγμή λείψει από τον νουν μας η νήψις, σημαίνει ότι σταματάει η είσοδος του ζωαρχικού άνεμου, του άγιου Πνεύματος• και κινούμεθα σε μία ατμόσφαιρα πνικτική, που πολύ απέχει από του να είναι χαρισματική και αποστολική, και η οποία μας στερεί την χαρά, την άνεση, την ειρήνη, την βεβαιότητα της ζωής μας.
Συναφώς δε, πάλιν και πολλάκις επανερχόταν με ποικίλα παραδείγματα στο θέμα της «αλλοτριότητος» των λογισμών: Περιπίπτομε, έλεγε, σ' ένα είδος πνευματικού λήθαργου και νομίζομε ότι επικίνδυνοι λογισμοί είναι μόνον οι λογισμοί της αμαρτίας. Οι Πατέρες όμως τονίζουν ότι είναι τελείως αλλότριο πράγμα οι λογισμοί, αν και εμείς τους νοιώθομε ότι είναι δικοί μας. Είναι αλλότριοι και του Θεού, στον Οποίο ανήκει ο ναός της καρδιάς και του ιδίου του εαυτού μας. Πρέπει να είμεθα ελεύθεροι από κάθε λογισμόν όταν προσευχόμεθα, ώστε να παριστάμεθα ημείς αυτοί ενώπιον του Θεού. Αφ' ης στιγμής μπαίνει λογισμός, διασπάται η ενότητα της προσευχής, καταργείται η παράστασής μας και αυτό που καταλαμβάνει μίαν θέση ενώπιον του Θεού είναι ο λογισμός.
Και δεν παρέλειπε ασφαλώς να υποδεικνύει τον πονηρό δάκτυλο, ο οποίος κινεί όλον αυτόν τον συρφετό: Πάσα φαντασία, πάσα ροπή η οποία ζει ακόμη μέσα μας, πάσα κατάφασης μιας στιγμής, η οποία δεν ανήκει στην αιωνιότητα, είναι προβολή και υποβολή ενός όντως, διότι το κακό δεν έχει ουσία και οντότητα, κι επομένως πρέπει από κάπου να προέρχεται. Γι' αυτό και οι Πατέρες πάντοτε το απέδιδαν στο πονηρό πνεύμα, το οποίο στην ενέργεια του μας είναι «συμπαθέστατον»• πάντοτε μας περιβάλλει με μίαν αγάπησι φαινομενική βεβαίως. Εισηγείται μέσα στο μυαλό μας και στην καρδιά μας «δεξιοστρόφως»
Αλλά οι αναλύσεις και ερμηνείες του Γέροντος πάνω σε νηπτικά θέματα, θα προσέθεταν ολόκληρο τόμο στους ήδη υπάρχοντας της Φιλοκαλίας.

6. ΑΕΙ ΦΙΛΟΠΟΝΕΙ ΤΗΝ ΚΑΘΑΡΣΙΝ
«Μην αγνοήσεις, αγαπητό μου παιδί, το μέτρον της χάριτος. Επίφθονος τω πονηρώ γεγονώς δια την καθαρότητα, μη πάλιν σεαυτόν ελεεινόν κατάστησες δια της αμαρτίας• μη τω αγαθών περιχαρείς και υψωθείς άμετρα, καταπέσεις εν τω επαρθήναι' αεί φιλοπόνει την κάθαρσιν, αναβάσεις εν τη καρδία τιθέμενος• και ης έτυχες κατά δωρεάν-αφέσεως, ταύτην επιμέλεια συντήρησαν ίνα το μεν αφεθηναί σοι παρά Θεού, το δε συντηρηθήναι και παρά σου γένηται».
Ο Γέροντας ίστατο στην Ωραία Πύλη του Καθολικού της Σιμωνόπετρας. Το σεπτό πρόσωπο του, από χλωμό και ιλαρό λόγω της ολονυκτίου αγρυπνίας του -όπως το συνήθιζε πάντοτε όταν επρόκειτο να κείρει μοναχό- είχε μεταμορφωθεί κατά την Θείαν Λειτουργίαν σε μία αγγελοπρεπή φαιδρότητα• και τώρα, προσφωνώντας τον κειρόμενο με τα παραπάνω λόγια Γρηγορίου του Θεολόγου, προσελάμβανε είδος πύρινο.
Πάντοτε στις κούρες αποκαλύπτετο ένας άλλος, βαθύτερος Αιμιλιανός, πυρ πνέων και ένας άλλος λόγος, ανερχόμενος από βαθύτερα ταμιεια των πατρικών του είτε σπλάγχνων είτε εγκάτων, προκαλούσε «τον φόβον και τον έλεον». Στις περιπτώσεις αυτές φαινόταν και κάπως ευρύτερα το πόσο ο Γέροντας έπασχε τα θεία, και πόσο έπασχε για τα παιδιά του. Ήτο πάσχουσα και μαρτυρική η αγάπη του προς τον Θεό και τους ανθρώπους.
Ήταν οι καλύτερες ευκαιρίες αυτές για να αναθεωρήσει κανείς, είτε μοναχός είτε λαϊκός, την προσωπική του ζωή και την σχέση του με την Εκκλησία και με την αγιότητα. Καταλάβαινε κάτι από το υψηλό επίπεδο στο οποίο ζούσε ο Γέροντας και αποφάσιζε να βάλει αρχή, να μετανοήσει. Ενώ ο Γέροντας, λαμπάδα καιγόμενη μπροστά στο λαό του Θεού, συνέχιζε: «Κανένας μας δεν γεννήθηκε για άλλο λόγο, παρά για να εξαγγέλλει την αγάπη και την μεγαλειότητα του Θεού. Λαμβάνοντες κούρα αγαπητό μου παιδί, αποκαθιστάμεθα εις έναν έτερο κόσμο και όχι στον δρώμενο. Ως μοναχοί στον κόσμον αυτόν είμεθα ξένα δράματα. Θα πρέπει οι ενέργειές μας να είναι απόρροιες του Θεού, να είναι θεοειδεiς ενέργειες, οι οποίες φθάνουν εις ένα βάθος, εις ένα ύψος, εις μίαν δύναμη, εις μίαν ζωηρότητα, εις μίαν απολυτότητα».
Έκανε μια μικρή παύση και με αλλοιωμένη φωνή συνέχισε:
«Η Παναγία μας εισήλθε στο άδυτο του ναού για να ανατραφεί, να παιδαγωγηθεί, να πληροφορηθεί, να ωριμάσει, να καλλιεργηθεί, να φθάσει στο σημείο που την θέλει ο Υιός της, που την θέλει ο Πατήρ ο ουράνιος, που την θέλει η ίδια η Εκκλησία.
»Αυτή είναι και η δική μας αποστολή μέσα στο μοναστήρι: να παραμένομε, όπως η Παναγία, σε συγκεκριμένο τόπο, με συγκεκριμένο τρόπο, "καθήμενοι", για να ελκύομαι το πρόσωπο του ουρανίου Πατρός.
»Αφ' ης στιγμής εκάρημεν μοναχοί μοιάζομε σαν το ζυμάρι που το βάλανε επάνω στην πυρά και αρχίζει πλέον να δέχεται θερμότητα μέχρι να καταστεί άρτος. Εν συνεχεία ο άρτος να γίνει πρόσφορο και αυτό να γίνει σώμα Χριστού. Αυτή η τελείωσης, που είναι ένας ολόκληρος αγώνας σκότους και φωτός, καταχθόνιων και ουρανίων, θανάτου και ζωής μέσα στη Θεία Λειτουργία, αυτός ο αγώνας πρέπει να γίνει και στην προσωπική μας λειτουργία, ώστε να "τελειώσωμε" το δώρο μας».

7. ΤΑ ΣΥΜΒΟΛΑ ΤΗΣ ΗΤΤΩΜΕΝΗΣ ΓΕΝΕΣΕΩΣ
Όσο περισσότερο το δωρηθέν τω Κυρίω τελειούται, τόσο δραματικότερος γίνεται ο αγώνας της τελειώσεως. Και ήδη στην κορυφή της μικρός μας κλίμακος αναχθέντες, πρέπει μετά πάσης ευλάβειας να προσβώμεν στον ιερό αυτό χώρο.
Ο Γέροντας τα τελευταία χρόνια συνείχετο από τον αγώνα και την αγωνία της τελειώσεως. Έτρεχε αγαλλομένω πόδι προς την «τελείαν των τελείων ατέλεστον τελειότητα»• δια μιας τελειώσεως όμως μαρτυρικής, περί της οποίας ο ίδιος ο Κύριος έλεγε: «βάπτισμα έχω βαπτισθήναι και πως συνέχομαι έως ου τελεσθεί».
Οριστικά και αποφασιστικά δ Γέροντας είχε στηριγμένο το πρόσωπο προς την άνω Ιερουσαλήμ και δεχόταν ταπεινώς τη μαρτυρική του πορεία. Αλλά ποιος μπορεί να εξιχνιάσει τους κόσμους που κινούνταν αυτή την εποχή εντός του; Ποιος μπορεί να διαζωγραφήσει τα μεγάλα κινήματα του νοός του;
Ο ίδιος παλαιότερα έλεγε προβλεπτικώς, ότι σ' αυτό το προχωρημένο στάδιο, κριτήριο πλέον της υπάρξεως του μοναχού είναι το κατά πόσον δύναται «τω νοϊ προϊέναι τω Θεώ». Κατά πόσον δια του νοός -διότι νοερά είναι η κοινωνία μας με τον Θεό- μπορεί να προχωράει μέσα στα άβατα του Θεού, τα οποία άβατα τα έχει για να μπαίνομε μέσα εμείς. Και τα άδηλα και τα κρύφια της σοφίας του τα κρατάει, για να γινώμαστε εκπορθηταί των θυρών εμείς και να έχομε την χαρά ότι εγενώμεθα δεκτοί μέσα σ' αυτά. Για να έχομε κάτι, το οποίο θα μπορεί να υποκινεί την πνευματική μας υπερηφάνεια, τουτέστι τον ζήλο του Θεού. Για να μας υποκινεί στο να εισχωρούμε νοϊ στην ζωή του Κυρίου.
Το να εισέλθεις και να εισέρχεσαι στην εν Χριστώ κεκρυμμένη ζωή, στον μυστικό χώρο όπου άγγελοι και μοναχοί αμιλλώνται στην ανάβαση της ιεράς Κλίμακος, απαιτεί τιτάνιον αγώνα και πάλη, ισοσθενή εκείνης του πρώτου μύστου της ουρανοδρόμου ζωής, του πατριάρχου Ιακώβ.
Ο Γέροντας λάτρευε τον πατριάρχη και τον είλκυε ιδιαίτερα η γεμάτη προφητικό μυστήριο ζωή του. «Επαινώ την Ιακώβ κλίμακα» -έλεγε με τον μυστηπόλο Γρηγόριο- «και την στήλην ην ήλειψε τω Θεώ και την προς αυτόν πάλην ή τις ποτέ ην οίμαι δε του ανθρωπείου μέτρου προς το θείον ύψος αντιπαρέκτασις και αντίθεσις, όθεν και άγει τα σύμβολα της ηττωμένης γενέσεως».
Ο ίδιος αποσιωπώντας εν γένει τα προσωπικά του βιώματα, κρυβόταν πάντοτε πίσω από τον Ιακώβ, και όλος ηλλοιωμένος περιέγραφε τον αγώνα του να ευλογηθεί από τον Θεό. Πάντοτε δε, τις δεκάδες φορές που αναφερόταν στην πολυσήμαντη αύτη συμπλοκή, την παρουσίαζε σαν πρότυπο βαθείας μοναχικής εμπειρίας. Και από υπέρμετρη αγάπη ακολούθησε αυτήν την οδό.
Σήμερα, μετά από σαράντα περίπου χρόνια, το πύρινο στόμα έχει αποσυρθεί στην αγαπημένη παιδιόθεν σιωπή του• ο δυναμικός Γέροντας που ανόρθωσε χιλιάδες ψυχές φέρει επάνω του «τα σύμβολα της ηττωμένης γενέσεως», αλλά και την θεϊκή ευλογία και χάρι, την οποία αφειδώς διανέμει καθ' εκάστην στα παιδιά του, στα μοναστήρια του, στον μοναχισμό, στην τροφό αγία μας Εκκλησία.
Σύμφωνα λοιπόν με την «ψιλήν γνώσιν μας», όπως θα έλεγε ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, «ως ου σοφός αρχιτέκτων, κλίμακα αναβάσεως του Γέροντος πεπελέκηκα», ως ελάχιστο αντίδωρο ευγνωμοσύνης και μικρό εγχείρημα ψηλαφήσεως σημείων της πνευματικής του πορείας για την κατάκτηση της ποθητής «πόλεως»• την φερέπονο και ζείδωρο άσκησι, την ηδύλαλο σιωπή, την ταπεινοποιό διακονία, την αγνιστική αγρυπνία, την ευκτική νήψι, την τελειοποιό κάθαρσι, το κενωτικό πάθος και καινοποιό' και στην κορυφή την θείαν αντίληψη της δεξιάς του Υψίστου, την οποία τείνει με χαρά και αγάπη και ευαρέσκεια για να μας εισαγάγει στην βασιλεία Του.
Δεύτε αναβώμεν προθύμως.


Οι περιζήτητοι άνθρωποι 

 Όποιος στηρίζεται στην γνώση του και ανατρέπει την γνώμη του άλλου με επιπολαιότητα, όποιος επίσης είναι πρόθυμος να απαντήσει, να δικαιολογηθεί και να δικαιολογήσει, ή έχει θέλημα που είναι βγαλμένο μέσα από τη ζωή του, αυτός απολαμβάνει ως καρπό την έχθρα. Δεν μπορεί να συμφωνήσει με κανένα.
Έχετε παρατηρήσει ποιοι άνθρωποι είναι αγαπητοί και περιζήτητοι; Όσοι διακονούν, όσοι είναι πέρα για πέρα ήρεμοι και πρόθυμοι να αποδεχθούν την γνώμη του άλλου, την επιθυμία του, την σκέψη, την ενέργεια του, το αμάρτημα του, το πάθος του, την ευγένεια του, την αγένεια του, που η ευαισθησία τους είναι στραμμένη προς τον Θεόν και προς τους ανθρώπους.
Αντιθέτως, αυτοί που θέλουν να υπερασπίζουν τον εαυτό τους, που θέλουν να έχουν θέση, γνώμη, σκέψη, να διεκδικήσουν ένα δικαίωμα, να επιβάλλουν την γνώμη τους – άκουσε με, λένε, και μετά κάνε ότι θέλεις – γίνονται αντιπαθητικοί. Γιατί να σε ακούσω, βρε αδελφέ; Εγώ αυτό θέλω να κάνω. Βέβαια, από ταπείνωση ή εξυπνάδα – το ίδιο είναι – θα σε ακούσω, αλλά εσύ έχασες.

Όποιος αφήνει ανέγγιχτους τους άλλους από την παρουσία του, όποιος τους αφήνει ελεύθερους να κάνουν ότι θέλουν και η μόνη σχέση του μαζί τους είναι η σχέσης της διακονίας, της υπηρεσίας, του εσχάτου ανθρώπου, ο απλός, ο ταπεινός, ο ανεπιτήδευτος, αυτός είναι πάντοτε ο αγαπημένος. Όσοι ζητούν, απαιτούν, παρακαλούν, αυτούς, από μακριά τους βλέπεις και τους αποφεύγεις.
Όλα αυτά δεν έχουν θέση σε μια ψυχή η οποία αγνίζει αυτή και την ευτρεπίζει για το Θεόν. Όποιος δεν προσέχει και υποστηρίζει το θέλημα Του, την γνώση Του, αυτός κερδίζει την έχθρα, δεν τον αγαπάει κανείς. Όλοι σαν να δαιμονίζονται, έχουν απέναντι του ένα ένστικτο αντιδράσεως και θέλουν να του πουν όχι. Βέβαια, αυτός τα βάζει με τους άλλους. Προφανώς όμως ο ίδιος είναι υπαίτιος και άξιος της μοίρας του, του στρώματος το οποίο στρώνει. Αυτός εκ του πνεύματος ου δύναται είναι του φέροντος λύπην εν τη καρδία, δεν είναι δυνατόν να ενεργείται από το Άγιον Πνεύμα, το οποίο φέρνει συντριβή στην καρδιά.


Άθως: 1000 χρόνια σαν μια μέρα (Σιμωνόπετρα) 

Οι απαρχές της αγιορείτικου μοναχισμού σμπίπτουν συμβατικά με την ίδρυση του πρώτου μεγάλου κοινοβίου το 963, τη Μεγίστη Λαύρα, από τον όσιο Αθανάσιο Αθωνίτη. Στην υπερχιλιόχρονη ιστορία και παρουσία του το Άγιον Όρος αναδεικνύεται το μείζον κέντρο της λατρευτικής, πνευματικής και εκκλησιαστικής ζωής. Το μωσαϊκό της αγιορείτικης μοναχικής βιοτής εκπροσωπούν οι 20 κυρίαρχες μονές, οι ιερές σκήτες, τα κελλιά και τα ερημητικά ασκηταριά, χώροι και τρόποι που ποτίζουν το δέντρο της ασκητικής ζωής.
Ο μοναχός επιθυμεί διακαώς να γίνει ουρανοπολίτης. Αυτή είναι η εικόνα που αναδύεται από το καθημερινό πρόγραμμα ενός μοναστηριού. Με τον ευλογημένο συνδυασμό της προσευχής και της εργασίας, η τέχνη της καλογερικής, διαιρεί το ημερονύκτιο ισομερώς σε προσευχή, εργασία και ανάπαυση. Οι μοναχοί με αγώνα, νηστείες, αγρυπνίες, «εν στεναγμοίς αλαλήτοις», επιδιώκουν την καλλιέργεια των αρετών, βιώνοντας την ορθόδοξη πνευματικότητα σε όλο της το μεγαλείο.
Η Ιερά Σίμωνος Πέτρα χτισμένη από τον Όσιο Σίμωνα το 13ο αι., σε υψόμετρο 300 μέτρα από τη θάλασσα, πάνω σε βράχο από γρανίτη, αποτελεί ένα από τα τολμηρότερα οικοδομήματα της αγιορειτικής πολιτείας. Παρά τις αλλεπάλληλες καταστροφές, οι οποίες στέρησαν στη Μονή πολύτιμα κειμήλια, η Σιμωνόπετρα δεσπόζει της αθωνικής χερσονήσου με το επταώροφο πυργωτό  της οίκημα.
Στο ντοκιμαντέρ που ακολουθεί παρουσιάζεται με ενάργεια και επιτυχημένη σκηνοθετική ματιά ο αγιορείτικος μαναχικός τρόπος ζωής, έτσι όπως βιώνεται στην Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρας. Στο ντοκιμαντέρ αποτυπώνεται όλη η καθημερινότητα του μοναστηριού από το πρώτο τάλαντο της πρωινής ακολουθίας έως τη τελευταία κοινή προσευχή των μοναχών. Ιδιαίτερη ευλογία για την παραγωγή είναι η παρουσία του Προηγουμένου της Σιμωνόπετρας Γέροντα Αιμιλιανού.

 


Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης: Τι σημαίνει τα "χούγια" δεν αλλάζουν; 

 Η  παροιμία λέγει ότι τα «χούγια» δεν αλλάζουν μέχρι να πεθάνη ο άνθρωπος.
Αυτή στην ουσία έχει δύο έννοιες. Πρώτον, εκφράζει ότι εμείς οι άνθρωποι τόσο πολύ αγαπάμε τις συνήθειές μας, ώστε οι ίδιοι δεν θέλομε να τις βγάλωμε, όχι ότι δεν βγαίνουν οι συνήθειες.
Τις αγαπάμε τις συνήθειές μας, τις υποστηρίζουμε, μας αρέσουν και προτιμούμε καλύτερα να μας σφάξουν παρά να αλλάξωμε μία συνήθειά μας.
Παρατηρήστε, όταν θελήσουν να μας αλλάξουν κάποια συνήθειά μας, κάποια σκέψι μας, κάποια γνώμη μας, πως αμέσως αντιδρούμε. Αμέσως ταραζόμαστε, γιατί την αγαπάμε την συνήθειά μας, όχι ότι αυτή δεν αλλάζει. Ίσα ίσα που η Αγία Γραφή λέγει ότι και ο ηλικιωμένος Νικόδημος η οποιοσδήποτε άλλος μπορεί να ξαναγεννηθή λαμβάνοντας το βάπτισμα. Η Αγία Γραφή λέγει ότι καρδίαν καινή δίνει ο Θεός, κάνοντάς μας ανάπλασι του νου, του βαθυτέρου είναι μας, και έτσι γινόμεθα καινούργιοι ημέρα τη ημέρα.
 
Επομένως, αλλάζει ο άνθρωπος.
Δεύτερον, εκείνα που πράγματι δεν αλλάζουν είναι τα σωματικά και ψυχικά ιδιώματα του ανθρώπου –αμφότερα φυσικά είναι-, στα οποία χωράει ένα πράγμα, η δική μας κατάφασις: τα δέχομαι και προχωράω. Εγώ παραδείγματος χάριν, πάω στο μοναστήρι αγράμματος και θέλω να παρουσιάζωμαι ως εγγράμματος. Τότε είναι φυσικό να αποτύχω. Διότι, εάν δεν έμαθα γράμματα μέχρι της ηλικίας των δεκατεσσάρων, δεκαπέντε χρόνων, μετά δεν μπορώ να μάθω. Δεν μπορώ να αποκαταστήσω την άγνοιάμου με μεταγενέστερες σπουδές, διότι θα γίνω χειρότερος. Να παραδεχτώ λοιπόν την αγραμματωσύνη μου και να πάω στο μοναστήρι ως αγράμματος. Εάν θελήσω να εξομοιωθώ με τους μορφωμένους, θα χάσω την ειρήνη μου.
Υπάρχουν πολλά φυσικά ιδιώματα. Εκ φύσεως είμαι εξωστρεφής ή νωθρός ή έξυπνος ή αφελής ή ζωηρός ή σοβαρός ή έχω τούτο το κακό ή το καλό. Μεταβολή βέβαια σε αυτά γίνεται· αύξηση, πρόοδος, μείωσις γίνεται, αλλά όχι τελεία αλλαγή.
Αυτά αποτελούν το περιεχόμενο που μας χάρισε ο Θεός, επί τη βάσει του οποίου θα προχωρήσωμε, και το οποίο θα χρησιμοποιήσωμε ως αντάλλαγμα, για να πάρωμε την χάρι του Θεού.
Όταν λοιπόν λέμε, τα ανθρώπινα «χούγια» δεν αλλάζουν, εννοούμε: ή ότι δεν θέλουν οι άνθρωποι αλλαγή, ή ότι πρόκειται περί φυσικών και ψυχικών ιδιοτήτων του ανθρώπου. Αυτά δεν μας εμποδίζουν στον δρόμο μας. Αυτά είναι το χωράφι, το οποίο πρέπει να καλλιεργήσουμε· δεν χρειάζεται να αλλάξουν αυτά, μόνον να τα προσφέρωμε στην υπηρεσία του Θεού. Εγώ θα προσφέρω την χαρά μου, εσύ την εξυπνάδα σου, ο άλλος την μόρφωσί του. Να τα προσφέρω όμως σαν σκύβαλα, διότι τίποτε δεν είναι, πεταγμένα πράγματα είναι, αν και είναι αγαθά, και τότε μπορώ θαυμάσια να προχωρήσω.
Τα «χούγια», και μάλιστα τα πνευματικά, δεν αλλάζουν, επειδή εμείς δεν θέλομε. Εμείς τα ράβομε επάνω στην ψυχή μας με την μεγάλη εκείνη βελόνα και με την κάμιλο, με το χονδρό δηλαδή σχοινί, με το παλαμάρι του θελήματος.
Και επειδή είναι τόσο δύσκολο να αλλάξη το «χούγι» του ανθρώπου, αφού το αγαπάει, γι’αυτό είναι φρόνιμο να μην θέλωμε να αλλάζωμε τους άλλους, τον εαυτό μας όμως να τον αλλάζωμε. Λόγου χάριν, θα δης ότι ο άλλος είναι τεμπέλης. Μη θέλης να αλλάξη. Θα διαπιστώσης ότι ο διπλανός σου είναι πολυλογάς. Δέξου τον όπως είναι. Τί μπορείς μόνον να κάνης; Όταν δης τα παπούτσια του, κλείσε την πρότα σου και μη μιλάς, ώστε να κτυπήση και να αναγκασθή να φύγη. Ή βλέπεις ότι ο άλλος είναι υβριστής· φωνάζει, νευριάζει. Όταν σε πλησιάση, πες στον εαυτό σου: Τώρα θα έρθουν τα σύννεφα, οι βροντές, οι αστραπές· θα αρχίσουν οι φωνές, οι θυμοί. Να το περιμένης αυτό, και να μη θέλης να αλλάξη. Να μη λες: Μα, καλόγερος και να θυμώνη; Διότι από την ώρα εκείνη διακυβεύεται η δική σου ζωή.
Όπως, όταν αμαρτάνη ο άλλος τον δικαιολογούμε και λέμε ότι άνθρωπος είναι, το ίδιο να λέμε και για το «χούγι» των άλλων. Αλλά, όταν αμαρτάνωμε εμείς, να λέμε: Δεν μπορεί να αμαρτάνη ο άνθρωπος που γεννήθηκε από το Πνεύμα το Άγιον, διότι η αμαρτία είναι χωρισμός από τον Θεόν. Άλλα θα πούμε για τον εαυτό μας και άλλα για τους άλλους. Και όντως, είναι αφελέστατος και αποτυχημένος, όποιος συλλάβη έστω και απλώς την ιδέα να αλλάξη τους άλλους. Αποτυγχάνει καθημερινά, όταν θελήση να επιφέρη κάποια αλλαγή στον άλλο και ιδίως στην γνώμη του άλλου.
Θα θυμάστε το περιστατικό από το Ευαγγέλιο, που πήγαν στον Χριστό δύο αδέλφια και του είπαν: Χώρισέ μας το χωραφάκι μας, σε παρακαλούμε. Τί τους απάντησε; Δεν είναι δουλειά μου. (Λουκ.12.3-14) Γιατί; Διότι θα ερχόταν σε σύγκρουσι με την θέλησι του ενός εξ αυτών. Ουδέποτε ήρχετο ο Χριστός σε σύγκρουσι. Μία φορά μόνον το έκανε, με τους Φαρισαίους, με τα «ουαί». Έριχνε απλώς τον λόγο, την διδασκαλία του, τα δίχτυα του, και μάλιστα πώς; Με παραβολές· γιατί, εάν θα μιλούσε ανοιχτά, θα συγκρουόταν με τις ιδεές τους, με τις αντιλήψεις τους.
Ο άνθρωπος πάντοτε καταλαβαίνει αυτό που θέλει. Τα έλεγε λοιπόν κεκαλυμμένα, και τα καταλάβαιναν όσοι ήθελαν· όσοι δεν ήθελαν, έλεγαν μόνον, τί ωραία που μιλάει! Μέλι και γάλα βγαίνει από το στόμα του. Έτσι τους κέρδιζε όλους...
Χαρισματική Οδός
Αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου
εκδ. Ίνδικτος


Αρχιμ. Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης, περί μνησικακίας 

Η μνησικακία έχει εσωτέρα έννοια· όχι απλώς ρίχνομαι επάνω σου, αλλά το κακό που νομίζω ότι μου έκανες το βάζω μέσα μου, το κλειδώνω και περιμένω την ώρα που θα μπορέσω οριστικά να σε εξοντώσω. Θυμάμαι το κακό και ευκαίρως ακαίρως σε χτυπάω. Μνησίκακος είναι αυτός που καθιστά μόνιμη την κατάστασι της αντιθέσεως του προς τον άλλον, που καθιστά παράμονο το πείσμα του να κάνη αυτό που νομίζει, ή αυτό που πιστεύει, ή αυτό που τον συγκινεί, αυτό που τον κάνει να νοιώθη πληρότητα μέσα του. 
Μνησικακία είναι ο οριστικός χωρισμός μου από τον άλλον. Γι' αυτό όποιος μνησικακεί είναι αδύνατον να νοιώθη αγάπη, ευτυχία, συμπάθεια· νομίζει πως δεν τον αγαπούν, πως τον παρακολουθούν, πως τα βάζουν μαζί του, πως σκέφτονται εναντίον του, ότι μιλάνε γι' αυτόν: Αυτό το είπε για μένα οπωσδήποτε, αυτό υπονοούσε εμένα, φαίνεται το έμαθε εκείνο. Ο μνησίκακος είναι ο άνθρωπος ο φυλακισμένος μέσα σε μύριους τοίχους.
 Όσους και να σπάση, δεν θα μπορέση να επικοινωνήση με τον άλλον, παρά μόνον εάν επέλθη ο Θεός πλήρους ελέους και τους αποτινάξη.


Αγιορείτες είπαν για το Κελλί του μοναχού

«Το Κελλί του μοναχού είναι το καμίνι της Βαβυλώνας, μέσα στο οποίο οι τρεις παίδες βρήκαν τον Υιό του Θεού» (Γεροντικό)

Αν λοιπόν επιθυμεί κανείς τον πλούτο του αγιασμού, χωρίς τον οποίο κανείς δεν θα δει τον Κύριο, ας παραμένει στο κελλί του, κακοπαθώντας και προσευχόμενος με ταπείνωση. Το κελλί του καλού μοναχού είναι λιμάνι σωφροσύνης και εγκτατείας. Κι όλα τα έξω από το κελλί και μάλιστα όσα είναι στις αγορές και τις συγκεντρώσεις, αποτελούν έναν πορνικό κυκεώνα που σχηματίζεται από τα άκοσμα ακούσματα και θεάματα και καταποντίζει την αθλία ψυχή του μοναχού που θα βρεθεί σ’ αυτά. Αλλά και φωτιά να αποκαλέσεις τον κόσμο της κακίας, που καίει όσους τον πλησιάζουν κι αποτεφρώνει κάθε αρετή τους. Ενώ η φωτιά που δεν καίει, βρέθηκε στην έρημο. Εσύ, αντί για την έρημο, να μένεις στο κελλί σου και απομονώσου λίγο, έως ότου περάσει ο χειμώνας της εμπάθειας.

Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς

Ίσως να ετελείωσες το διακόνημά σου και έχεις ένα περιθώριο χρόνου. Τότε πήγαινε στο κελλί σου. Το κελλί είναι το εργαστήριο της μεταβολής του χαρακτήρος σου. Δεν πηγαίνεις να γονατίσης εκεί μέσα; Να κτυπήσης το μέτωπό σου κάτω, να κτυπήσης το στήθος, την «ενθήκη» των κακών, αλλά και την «ενθήκη» των καλών; Και να κτυπήσης εκεί του Ιησού την πόρτα; Να ζητήσης, να αιτήσης, να επιμένης, ούτως ώστε να σου ανοίξη;… Είδα και επιμένω και δεν υποχωρώ, ότι τόση Χάρι παίρνει ο μοναχός από τη μελέτη στο κελλί του, μέσα στο πνεύμα της απολύτου ησυχίας, σχεδόν ίση με αυτή που δίνει η προσευχή. Εις αυτό επιμένω, διότι χάριτι Χιστού, το εγεύθηκα όχι μια, αλλά πολλές φορές, στη ζωή μου.

Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός

Το κελλί μας είναι ο τάφος μας, που συμβολίζει την ανάσταση, διότι καθόμαστε σε αυτό όπως περίπου το έμβρυο στην κοιλιά της μάνας. Ο τάφος της εμβρυϊκής ηλικίας είναι η μητρική κοιλιά, από την οποία ανατέλλει η ανάστασις σε μια καινούρια ζωή. Το ίδιο πράγμα είναι και το δικό μας κελλί, καθώς και το κρεβάτι μας και το στασίδι μας. Όλα συμβολίζουν τον τάφο.

.

…Παιδιά μου, μη πλανάσθε! Σταθήτε ενώπιον του Θεού και τα υπόλοιπα θα σας τα δώσει ο ίδιος ο Θεός. Γι’ αυτό γίναμε μοναχοί. Πως μπορούμε να το πετύχουμε αυτό; Μόνον με το κλείσιμό μας στην ησυχία του κελλιού μας, στον εαυτό μας. Εκεί είναι η ζωή μας. Γι’ αυτό πρέπει κανείς να διορθώνει το πρόγραμμά του, τη ζωή του, την ψυχή του, τα πάντα, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορή να έχει ώρες ησυχίας στο κελλί του, ιδιαίτερα βεβαίως την νύκτα. Από εκεί ξεκινάει η ζωή μας. Η ζωή μας εξαρτάται από το πόσο ησυχάζουμε και αγρυπνούμε…

Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης



Η γλώσσα των κειμένων του Γέροντος Αιμιλιανού 

 Ο πρώτος τόμος με ομιλίες του Γέροντος Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου εκδόθηκε από το Ιερό Κοινόβιο του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου της Ορμύλιας Χαλκιδικής με τον τίτλο «Σφραγίς Γνησία». Πέραν του μεστού πνευματικών νοημάτων και βιωμάτων περιεχομένου αυτού του βιβλίου, μεγάλη αίσθηση προκαλεί στον αναγνώστη το εισαγωγικό σημείωμα. Πρόκειται για ένα κείμενο του γνωστότερου ίσως στις μέρες μας Έλληνα Γλωσσολόγου, καθηγητή Γεωργίου Μπαμπινιώτη, το οποίο επιγράφεται ως: «Η γλώσσα των κειμένων του Γέροντος Αιμιλιανού» (Αρχιμ. Αιμιλιανού, Κατηχήσεις και Λόγοι 1, Σφραγίς Γνησία, εκδ. Ορμύλια, Ορμύλια 1995, σ. 11-19.). 
Στο εξαίρετο αυτό κείμενο δίνεται η δυνατότητα στον αναγνώστη να κατανοήσει τη σημασία της γλώσσας ως μέσου επι-κοινωνίας της βιωμένης Αγιοπνευματικής εμπειρίας. Η Πεμπτουσία δημοσίευσε το εισαγωγικό αυτό σημείωμα με την ευχή να αποτελέσει μία αφορμή για τους επισκέπτες της να εντρυφήσουν στις διδαχές του Γέροντος Αιμιλιανού προς ωφέλεια πνευματική.

Όταν πριν από λίγους μήνες συζήτησα με μια μικρή ομάδα μοναχών του Ιερού Κοινοβίου Ευαγγελισμού στην Ορμύλια, γυναικών μοναχών, οι οποίες με υψηλό αίσθημα φιλολογικής ευθύνης θέλησαν να πληροφορηθούν από τον γράφοντα ως γλωσσολόγο, πώς θα έπρεπε να αντιμετωπίσουν γλωσσικώς την έκδοση των κειμένων του πνευματικού τους πατρός, του Γέροντος Αιμιλιανού, τους είπα απλά ό,τι πίστευα ορθό για την περίσταση: Αποδώστε πιστά τον γραπτό και τον προφορικό λόγο του Γέροντος, έτσι που να μην αλλοιώνεται και να μή προδίδεται η γλωσσική φυσιογνωμία και το γλωσσικό ήθος της πνευματικής του προσωπικότητας. Ό,τι κι αν σας πουν, δεν έχετε το δικαίωμα, προσέθεσα, εν ονόματι μιας συμβατικής και τεχνητής συνέπειας και ομοιομορφίας στη χρήση της δημοτικής ή της λογιότερης γλώσσας, να αλλοιώσετε τη δομή και τις προθέσεις ενός θεολογικού λόγου που πασχίζει να σπάσει τον γλωσσικό φλοιό, για να δηλώσει όσο πιο καθαρά, απλά και αποτελεσματικά γίνεται την ουσία. Είτε πρόκειται για την ουσία του μοναχισμού, είτε για την ουσία του Θεού κατά τη διδασκαλία της Εκκλησίας, είτε για την ουσία της ζωής και του πνεύματος του ανθρώπου κατά την ορθόδοξη χριστιανική πίστη. Σε μια τέτοια χρήση της γλώσσας ο γλωσσικός υποτάσσεται στον θεολογικό λόγο. Ο γλωσσικός τύπος υπηρετεί επικοινωνιακά το γλωσσικό περιεχόμενο. Το “σημαίνον” ακολουθεί το “σημαινόμενον” της γλώσσας.
Όσοι ζητήσουν από τον θεολογικό λόγο του ασυμβίβαστου αγιορείτη Γέροντα να συμβιβαστεί με τον γλωσσικό φορμαλισμό είτε αποκλειστικώς της λόγιας γλώσσας είτε και της δημοτικής, όσοι ζητήσουν να “αποτάξει” τη μία ή την άλλη μορφή της γλωσσικής μας παράδοσης, είναι προφανές ότι ματαιοπονούν. Μια θεολογική σκέψη που ζή και εμβαπτίζεται καθημερινώς, για χρόνια πολλά και για ώρες ατελεύτητες, στη γλώσσα των ιερών κειμένων, είτε πρόκειται για τη Γραφή, είτε για τα πατερικά κείμενα, είτε για την εκκλησιαστική υμνογραφία, είτε για τα κείμενα του μοναχισμού και των Κανόνων της Εκκλησίας, είναι αυτονόητο ότι βιώνει αδιαλείπτως μια μορφή γλωσσικής επικοινωνίας, η οποία περνάει μέσα από αιώνων συνεχιζομένη λόγια γλωσσική παράδοση. Αυτή η γλωσσική αναστροφή, που γίνεται με τον χρόνο βαθύτερη γλωσσική συνείδηση, συγκροτεί μια γλωσσική οικείωση και μια γλωσσική αίσθηση που λειτουργούν αυτόματα στη γλωσσική έκφραση του αθωνίτη Γέροντα. Γι’ αυτόν η χρήση της λόγιας γλώσσας σε πολλά κείμενά του, που είναι γραμμένα σε μια απλούστερη αλλά λόγια πάντα γλωσσική μορφή, είναι εξίσου φυσική και οικεία όσο η προσευχή, το χαμόγελο ή η αναπνοή. Δεν επιλέγεται η λογιότερη γλώσσα για να εντυπωσιάσει ή να αποτελέσει μορφή γλωσσικής διαφοροποίησης ή επίδειξης ή και απλής συμμόρφωσης σε κάποιους άτεγκτους γλωσσικούς κανόνες. Είναι αυθόρμητο γλωσσικό βίωμα το οποίο ενεργοποιείται αυτομάτως κάθε φορά που θέλει ο Γέροντας να εκφραστεί πιο απαιτητικά, πιο προσεγμένα, όπως όταν χρειάζεται να αναπτύξει ένα λεπτό θεολογικό θέμα.
Μιλώντας για τη γλωσσική επίδραση που έχει δεχθεί ο Γέροντας από κείμενα όπως αυτά που αναφέραμε προηγουμένως, βρισκόμαστε ήδη στην περιοχή που είναι γνωστή από τη σύγχρονη επιστήμη των κειμένων ως διακειμενικότητα. Πρόκειται για έναν τρέχοντα επιστημονικό όρο που χρησιμοποιείται, για να χαρακτηρίσει τις γλωσσικές επιδράσεις που δέχεται κανείς στη γλώσσα των κειμένων του από ορισμένο γλωσσικό περιβάλλον.
Συγκεκριμένα, η γλωσσική εμπειρία του Γέροντα, τα γραπτά και προφορικά κείμενα που την συνθέτουν, προερχόμενα από την εκκλησιαστική – θεολογική γλωσσική παράδοση, είναι φυσικό, όπως εξηγήσαμε ήδη, να έχουν διαμορφώσει έναν γλωσσικό κόσμο έντονα επηρεασμένο από αυτά, μια γλωσσική έκφραση διακειμενικά συνδεδεμένη με αυτά, χωρίς να μειώνεται μ’ αυτό στο ελάχιστο ο δημιουργικός χαρακτήρας και τα προσωπικά υφολογικά χαρακτηριστικά της γλώσσας του.
Μιλήσαμε για τη λόγια ή λογιότερη μορφή των κειμένων. Όταν, όμως, ο λόγος του κειμένου γίνεται περισσότερο προσωπικός, πιο πατρικός και γεροντικός, καθοδηγητικός για νέους μοναχούς ή μοναχές, ή όταν γίνεται έντονα βίωματικός, όπως λ.χ. όταν μιλάει για την επικοινωνία του ανθρώπου με τον Θεό, για τη διαδικασία της προσευχής, τότε ο λόγος του Γέροντα παίρνει απλούστερη και αμεσότερη μορφή∙ τότε εκφέρεται σε μια ρέουσα και εναργή δημοτική γλώσσα, εμβαπτισμένη κι αυτή σε λόγια θεολογικά παραθέματα και λεξιλόγιο από τη γλώσσα των ιερών κειμένων. Ότι τέτοια κείμενα, όπως είναι το κείμενο “Περί προσευχής”, έχουν το χαρακτηριστικό της προφορικότητας, του προφορικού ύφους, ως κείμενα ζωντανών προφορικών ομιλιών, αυτό όχι μόνο δεν μειώνει τη γλωσσική τους αξία, αλλά και την αυξάνει.
Κι αυτό γιατί η αξιοποίηση, από διαίσθηση περισσότερο καίριων μηχανισμών του προφορικού λόγου, όπως είναι η κοφτή φράση, ο εσωτερικός διάλογος, η εικόνα και γενικότερα η μεταφορά, η ερώτηση — ρητορική ή πραγματική – οι συχνές παρεκβολές (παρενθετικός λόγος), ο μεταγλωσσικός σχολιασμός (σχόλια για τη σημασία και τη χρήση των λέξεων), οι προσφωνήσεις, το οικείο, άτυπο και στοργικό ύφος, ο υγιής συναισθηματισμός, η βιωματική, προσωπική και σχολιαστική γενικότερα προσέγγιση του λόγου, δίνουν σ’ αυτά τα κείμενα μιάν ενάργεια και μιάν απλότητα που συνεπαίρνει τον αναγνώστη μαζί με τη σοφία των λεγομένων. Έχουμε εδώ λαμπρό παράδειγμα, πως και τα πιο υψηλά, σύνθετα και λεπτά νοήματα μπορούν να είπωθούν απλά, όταν είναι σαφή και κατασταλαγμένα στη διάνοια του λέγοντος.
Ο αναγνώστης των κειμένων του Γέροντος Αιμιλιανού διαπιστώνει – πράγμα ευνόητο για έναν γλωσσολόγο – ότι ο λόγος του είναι μια σύνθετη μορφή γλωσσικής εκφράσεως (δεν θα την πώ “μεικτή”, γιατί επιλέγει· δεν ανακατεύει τυχαία)∙ μιας σύνθεσης η οποία αντλεί από όλες τις πηγές της γλωσσικής μας παράδοσης, παρεμβάλλοντας – όπου χρειάζεται – απλές δημοτικές λέξεις ή φράσεις σ’ ένα λογιότερο περιβάλλον ή, αντιστρόφως, λόγιες λέξεις και φράσεις σ’ ένα δημοτικότερο κείμενο. Εδώ ο λόγος του Γέροντα λειτουργεί – τηρούμενων πάντοτε των αναλογιών — όπως ο λόγος των αληθινών δημιουργών της λογοτεχνίας μας: αρύεται στοιχεία από όλον τον πλούτο της γλωσσικής μας διαχρονίας και σε όλα τα επίπεδά της – λεξιλογικό, γραμματικό, συντακτικό. Έτσι τα παρεμβαλλόμενα στοιχεία, λόγια ή δημώδη, φαντάζουν σαν εκφραστικές ανταύγειες ενός πολυπρισματικού γλωσσικού φωτός, που είναι πράγματι η ελληνική μας γλώσσα. Αλίμονο στον δημιουργό — επιστήμονα, λογοτέχνη, κληρικό, απλό ομιλητή της γλώσσας — που, στον βωμό μιας ανέκφραστης φορμαλιστικής συνέπειας, θα θυσιάσει την εκφραστικότητα μιας πεποικιλμένης, εκλεκτικής και επιλεκτικής και, γι’ αυτό, δημιουργικής γλωσσικής επικοινωνίας.
Το να μιλάς για τον Θεό, για την Εκκλησία, για τον μοναχισμό, για τη χριστιανική ζωή και πίστη, για τον άνθρωπο σε σχέση με τον Θεό, γενικά το να μιλάς για τόσο μεγάλα, λεπτά, βαθύτατα πνευματικά, σχεδόν άϋλα, θα τα έλεγα, θέματα, σημαίνει πως έχεις κιόλας απογειωθεί (κυριολεκτικά και μεταφορικά) από τα πεζά και τα τετριμμένα, από τα καθημερινά και τα γήινα, και ανέρχεσαι επικοινωνιακά σε άλλο επίπεδο, που απαιτεί και άλλη γλώσσα: λιτή, αλλά δηλωτική∙ απλή, αλλά ακριβολόγο∙ απέριττη, αλλά διεισδυτική∙ ανεπιτήδεια, αλλά συνταρακτική∙ αυθόρμητη, αλλά αποκαλυπτική. Η σοφία του πνεύματος, πώς να το κάνουμε, έχει ανάγκη από το άρωμα του λόγου. Στο “Ονομαστικόν” του Πολυδεύκους βρίσκουμε έναν οξύνουν ορισμό της σοφίας που την συνδέει άμεσα με τη γλώσσα: «Της σοφίας το μέν τι εν τη της ψυχής αρετή, το δε εν τη χρεια της φωνής». Η σοφία, λοιπόν, είναι συνδυασμός της ψυχής και της γλώσσας του ανθρώπου∙ εσωτερικών, πνευματικών ιδιοτήτων της ψυχής και εξωτερικών, φυσικών χαρακτηριστικών της σωματικής υποστάσεως του ανθρώπου. Η ίδια η λέξη και, κατ’ επέκτασιν, η γλώσσα συνδυάζει, όπως και η φύσις του ανθρώπου, ένα στοιχείο άυλο, πνευματικό, νοητικό που είναι η σημασία της, η έννοιά της και μαζί ένα υλικό, εξωτερικό “σαρκίο”, που είναι η φωνητική της άρθρωση ή η γραπτή της απεικόνιση. Όλα αυτά δείχνουν, νομίζω, ότι η γλωσσική επικοινωνία, σ’ ένα απαιτητικότερο επίπεδο, είναι μια καθαρώς πνευματική διεργασία, που δεν μπορεί να επιτελείται με μηχανιστικούς κανόνες ή περιοριστικά και ανελεύθερα σχήματα.
Ποιός θα σκεφθεί να μεμφθεί τον Σολωμό, τον Παλαμά, τον Καβάφη, τον Σεφέρη ή τον Ελύτη γιατί, όπου το κρίνουν σκόπιμο, ανασύρουν και ενεργοποιούν στην ποίησή τους στοιχεία από όλες τις περιόδους της γλωσσικής έκφρασης των Ελλήνων; Στοιχεία της αρχαίας γλώσσας, της ελληνιστικής Κοινής, στοιχεία της λόγιας εκκλησιαστικής και θύραθεν γλωσσικής μας παράδοσης. Έτσι δρά ο δημιουργός, αφού δημιουργία σημαίνει πάνω απ’ όλα ελευθερία∙ ελευθερία σ’ όλες τις εκφάνσεις της∙ κατ’ εξοχήν δε ελευθερία στη γλωσσική έκφραση. Κοντολογής, ο λόγος περί Θεού, ο θεολογικός λόγος, από τη φύση του, είναι μεγίστη μορφή επικοινωνιακής ελευθερίας και έννοια ποιότητας, έτσι που να αυτοπροσδιορίζεται και να μορφώνει, κατά περίστασιν, τη γλωσσική του ιδιοσυστασία μέσα από τις επιλογές του δημιουργού του. Η γλώσσα των κειμένων του Γέροντος Αιμιλιανού είναι τρανή απόδειξη μιας τέτοιας γλωσσικής συμπεριφοράς – φυσικής, αυθόρμητης, αδέσμευτης, αντιμορφοκρατικής, εκλεκτικής και, γι’ αυτό, απόλυτα δηλωτικής και θελκτικής, με το χαρακτηριστικό μιας έντονης επικοινωνιακής αύρας να αναδύεται από αδρά, δηλωτικά στοιχεία του γλωσσικού παρελθόντος και δυνατά εκφραστικά στοιχεία του γλωσσικού μας παρόντος.
Το κατ’ εξοχήν δε γνώρισμα, που διέπει και φωτίζει τη γλώσσα του, είναι η επικοινωνιακή του ειλικρίνεια, η λαχτάρα του να επικοινωνήσει, να συναντήσει τον ακροατή του, να συνομιλήσει μαζί του, να τον καταστήσει κοινωνό των αληθειών που έχει ο ίδιος κατακτήσει μέσα από τη μακρόχρονη πνευματική του άσκηση. Αν δεν είναι αυτό κοινωνία γλωσσική και επικοινωνία, τότε τι είναι; Κατά πόσον αυτό το πάθος του Γέροντα για τον Χριστό, αυτή η αγωνία πνευματικής τελείωσης και συνάντησης με τον Θεό και ο πόθος να τα μεταδώσει στους άλλους μπορούσαν ή έπρεπε να υποκύψουν σε γλωσσικούς περιορισμούς και κανόνες, ας το κρίνει ο αναγνώστης των κειμένων αυτής της εκδόσεως.
Τέλος, η διακειμενικότητα της γλώσσας του Γέροντα, η σχέση της δηλ. με τη γλωσσική παράδοση συναφών θεολογικών κειμένων, είναι φυσικό να έχει τον αντίκτυπό της και στη γραφική παράσταση της γλώσσας του, στην ορθογραφία. Η τήρηση της ιστορικής ορθογραφίας, που αποτελεί τη γνώριμη εικόνα των κειμένων με τα οποία συναναστρέφεται βιωματικά επί χρόνια, είναι φυσικό να έχει παγιώσει στη συνείδησή του οικείες “οπτικές παραστάσεις” των λέξεων καθώς και συγκεκριμένη ορθογραφική πρακτική, η οποία δεν υπόκειται κι αυτή σε κανονιστικές ορθογραφικές ρυθμίσεις, σε συμβατικές απλουστεύσεις, σε ρυθμίσεις και μεταρρυθμίσεις στους ληκτικούς τύπους των λέξεων και στον τονισμό (μονοτονικό). Υπάρχει, τρόπον τινά, ενα οπτικό (γραφικό και ορθογραφικό) συνεχές ανάμεσα στα κείμενα αυτά και στα άλλα, τα ιερά και τα θεολογικά κείμενα, στα οποία παραπέμπουν και τα οποία απηχούν. Η πρακτική της γραφής, η ορθογραφία των λαϊκών και κοσμικών, που επηρεάζεται από τον Τύπο, την Εκπαίδευση, την ηλεκτρονική γραφή κ.ά., αφήνουν ατάραχο το γλωσσικό και ορθογραφικό αίσθημα του αθωνίτη μοναχού, όμοια όπως οι κοσμικές απολαύσεις και τεχνολογικές εξαρτήσεις, τις οποίες ο ίδιος έχει απαρνηθεί ως επιλογή ζωής. Έτσι η διατήρηση της ορθογραφίας των τύπων λ.χ. της υποτακτικής (-η, -ωμε, -θή κ.τ.ό.) ή των τύπων με χρονική αύξηση (ώρισα, ωρισμένος) είναι απολύτως φυσική στη γραπτή γλώσσα του Γέροντα και σε πλήρη αρμονία με τον τρόπο που είναι γραμμένα τα λοιπά κείμενα που μελετά, παραπέμπει και ερμηνεύει. Συμβιβασμοί και παραχωρήσεις στις μεταβαλλόμενες συνήθειες του αναγνώστη δεν είναι νοητοί για τέτοια κείμενα, για τα οποία ο ίδιος ο (υποψιασμένος ή επαρκής) αναγνώστης, από την επαφή του με συναφή κείμενα, αναμένει μια διαφορετική γλωσσική εικόνα και υφή, αυτήν που ταιριάζει σ’ έναν τέτοιο τύπο κειμένων.
* * *
Οι σκέψεις που εκθέσαμε για την ύφη της γλώσσας των κειμένων του Γέροντος Αιμιλιανού και για τη γλωσσική μορφή και ορθογραφία με την οποία εμφανίζονται στην παρούσα έκδοση, δεν είναι παρά μια απλή κατάθεση ενός γλωσσολόγου, για το πώς είναι φυσικό να λειτουργεί η γλώσσα σε κείμενα αυτού του τύπου και πώς εξηγούνται, από γλωσσολογικής πλευράς, όσα αυθόρμητα, υποσυνείδητα ή και συνειδητά εφαρμόζονται στα κείμενα αυτά. Ό,τι προσπάθησα να επισημάνω, έξ αφορμής των κειμένων του Γέροντος αλλά και όσων άλλων — και είναι πολλά — κινούνται στην ίδια γλωσσική κατεύθυνση, είναι ότι η ελληνική γλώσσα, με την καλλιέργεια που έχει αποκτήσει από το δούλεμά της πάνω στο αμόνι της έκφρασης μεγάλων κειμένων του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας, παρέχει τα μέσα σε όσους διαθέτουν αγάπη, ευαισθησία και παιδεία γλωσσική να εκφράζονται με έναν πλούσιο, προσωπικό και επικοινωνιακά αποτελεσματικό λόγο. Φτάνει να αποδεσμεύονται από τις ιδεοληψίες μιας τεχνητά επιβεβλημένης “γλωσσικής συνέπειας” και μιας νοοτροπίας γλωσσικού εξισωτισμού, που είναι και ιστορικά και γλωσσολογικά και πνευματικά και ανθρώπινα αφύσικες. Η γλώσσα, το είπαμε ήδη, είναι πάνω απ’ όλα δημιουργία, και ως δημιουργία προϋποθέτει την ελεύθερη γλωσσική συνείδηση του δημιουργού που επιλέγει και οικοδομεί ο ίδιος την έκφρασή του, δηλ. τη σκέψη του, το ίδιο του το είναι. Σ’ αυτό, στα “ιερά και τα όσια” της έκφρασης, στη διαδικασία συνάντησης ανθρώπου με άνθρωπο, παρεμβάσεις, ρυθμίσεις, ψευδοσυνέπειες και κάθε μορφής γλωσσικοί εξισωτισμοί δεν έχουν καμμία θέση.
Ας απολαύσουμε, λοιπόν, τη διδασκαλία του Γέροντα στον πρωτογενή, γάργαρο λόγο του κι ας βοηθήσουν οι άξιες μοναχές, που επιμελούνται την έκδοση αυτής της πολύτιμης πνευματικής παρακαταθήκης, να τηρηθεί αλώβητος ο λόγος αυτός. Το οφείλουμε στον Γέροντα, στην παράδοση τέτοιων κειμένων και στην ίδια την ελληνική γλώσσα.
Γ. Μπαμπινιώτης
Καθηγητής Γλωσσολογίας
Πανεπιστημίου Αθηνών
http://www.pemptousia.gr


ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ - Η ΕΙΚΟΝΟΜΑΧΙΑ

 


ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ - ΚΑΤΗΧΗΤΕΣ ΚΑΙ ΔΥΣΚΟΛΑ ΠΑΙΔΙΑ

 


Λόγια του γέροντα Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτη για την αντιμετώπιση των λογισμών. Απόσπασμα από το βιβλίο "Λόγος περι Νήψεως"

 


ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ

 


ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ - ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΙΕΡΕΑ

 


ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ - ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ



ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ - ΠΕΡΙ ΠΑΘΩΝ


ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ - Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ


ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ - ΕΝ ΟΡΕΣΙ ΚΑΙ ΣΠΗΛΑΙΟΙΣ ΚΑΙ ΤΑΙΣ ΟΠΑΙΣ ΤΗΣ ΓΗΣ


ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ - ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ


ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ - Η καθημερινή μας αναφορά προς το θεό


ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ - ΗΣΥΧΑΣΜΟΣ


ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ - ΟΙ ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΙ


ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ - ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ


ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ - ΟΜΙΛΙΑ Οι οπλίτες της Ειρήνης


ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΟΝ ΠΛΗΣΙΟΝ μέρος α' , ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΤΑΣΗ


ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΟΝ ΠΛΗΣΙΟΝ μέρος β', ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΤΑΣΗ



ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ - Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ


ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ - ΠΕΡΙ ΝΟΕΡΑΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ


ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ - Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΜΑΡΤΥΡΙΟΥ


ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ - ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ


ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ - ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΙΟΣ

 

 

Επικοινωνία

Αγίου Χριστοφόρου 2 Κατερίνη
Τηλέφωνο επικοινωνίας
2351 022461
Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

Επισκέπτες

16756