Άγιος Δημήτριος Γκαγκαστάθης

ΠΑΠΑ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΚΑΓΚΑΣΤΑΘΗΣ 1902 - 1975

Διηγείται ο πατέρας Δημήτριος .

Στις 30/12/1967, ημέρα Σάββατο και ώρα 3 μ.μ. πήγα στα Μετέωρα για να προσκυνήσω και ωφεληθώ πνευματικά.

Την Κυριακή λειτούργησα στην Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως και την Δευτέρα Στον Άγιο Στέφανο, νυχτερινή. Χαρά Θεού και ευλογία Κυρίου.

Αφού με την δύναμη του Θεού επέστρεψα στο χωριό μου, με ειδοποίησαν αμέσως να πάω να κοινωνήσω μια γρια Ζωή Αντωνίου Γκαγκαστάθη, που ήταν από καιρό κατάκοιτη, περίπου 85 ετών.

Πήγα λοιπόν και την κοινώνησα των Αχράντων Μυστηρίων, αμέσως φώναξε.

Με έκαψε η Κοινωνία, φωτιά έχω, δώστε μου νερό να πιω καίγομαι.

Με καίει μέσα. Στις λίγες ώρες που έζησε φώναζε συνεχεία η καημένη. Κατόπιν παρέδωσε το πνεύμα της.

«πυρ γαρ εστί τους αναξίους φλέγον».

Είπε πάλι.

Να έχετε αγάπη και ταπεινοφροσύνη και υπακουή.

Να σε φυλάξει ο Θεός και η Παναγιά από οικογενειακά.

Ο σατανάς στην οικογένεια είναι σαν έναν που πηγαίνει και βρίσκει το αμπέλι ξέφραγο θα μπει μέσα.

Το ίδιο είναι και στην οικογένεια.

Εάν την οικογένεια την βρει διαμοιρασμένη και λοιπά, ια μπει μέσα.

Εάν όμως έχουν αγάπη, τον Χριστό θα στέκεται μακριά.

Δεν μπορεί να μπει γιατι υπάρχει ο Χριστός. Ζει ο Χριστός λέει και βασιλεύει και τον κόσμο κυριεύει..

Έχω μια ζωή στην εκκλησία.

Μ` αρέσει πώς να το πω.

Με πονάει θέλω όλος ο κόσμος να έρθει στην εκκλησία.

Είναι γλυκύς ο Χριστός, είναι πολύ γλυκύς.

Είπε πάλι.

Εάν η Ελλάδα δεν ρίξει βλέμμα προς τους πολύτεκνους και δεν νοιαστεί η πολιτεία για κάθε παιδί που γεννιέται, δεν πρόκειται να γίνει τίποτα.

Τρεις μέρες πριν την επιστράτευση έλεγε.

Το μπουμ πλησιάζει. Και μετα τρεις μέρες έγινε η επιστράτευση.

Ένα μπουμ θα σιμώσει τον κόσμο και θα έλθουν και πάλι στον Χριστό, την Εκκλησία.

Όταν ψέλνεις να καταλαβαίνεις και να νιώθεις το τι λες.

Όχι να επαίρεσαι ότι δήθεν ψέλνεις ωραία, ότι είσαι καλλίφωνος.

Να ζεις αυτά που λες.

Κάποτε εγώ έλεγα στη εκκλησία ένα τροπάριο του αποστόλου Πέτρου, σχετικά με την άρνηση του. Όταν σε έφτασα στην λέξεις «ο δε έκλαυσε πικρώς» τότε είδα την εικόνα του Πέτρου να κυλούν δάκρυα.

Ευχαριστήθηκε ο Άγιος.

Άλλοτε πήγα στην Αίγινα.

Περιοδεύσαμε όλα τα εκκλησάκια που υπήρχαν απέναντι από το μοναστήρι του αγίου Νεκταρίου.

Στο δρόμο ακούγαμε εγώ και ο συνοδοιπόρος μου ένα θρόισμα.

Στο τέλος μπήκαμε σε ένα Ναό που υπήρχε ο Εσταυρωμένος.

Ψάλλαμε και Εκει από το βάθος της ψυχής.

Ο Εσταυρωμένος ευχαριστήθηκε και μας πλήρωσε με ευωδιά.

Το απολυτίκιο που λέμε είναι σαν να λέμε καλημέρα στον άγιο και εκείνος μας απαντά. 


Για τα νέα ζευγάρια

Ο αείμνηστος Γέροντας πατήρ Δημήτριος Γκαγκαστάθης σε κάθε νεαρό ζευγάρι τους έλεγε:

«Μάθετε από την αρχή της γνωριμίας σας και μάλιστα του γάμου, από την πρώτη νύκτα του γάμου σας, να κάνετε μαζί την πρώτη προσευχή, το πρώτο απόδειπνο. Και αφού τελειώσει το απόδειπνο -όπως γίνεται στα μοναστήρια- να κάνετε μια μετάνοια ο ένας στον άλλον και να ζητήσετε συγγνώμη».

Τον ρώτησα λοιπόν -τότε που μας το είπε ο Γέροντας αυτό:

«Κι αν δεν έχουμε καμία διαφωνία, γέροντα, γιατί να το κάνουμε αυτό;»

Λέει: «Να το κάνετε υποχρεωτικά, γιατί έτσι θα μάθετε να ζητάτε ο ένας από τον άλλο συγγνώμη». Διότι, όταν θα έρθει το πρόβλημα, κι όταν πλέον θα έρθει ο ίδιος ο διάβολος για να γεμίσει τον νου με τις δικές του αναρiθμητες πληροφορίες, τις αλλοτριωμένες πληροφορίες, τότε βλέποντας τους δύο συζύγους να κάνουν μετάνοια και να υπακούουν ο ένας στον άλλον, επειδή δεν μπορεί να σταθεί σε μια τέτοια ταπεινοφροσύνη, ασφαλώς θα φύγει, γιατί σιχαίνεται τους ανθρώπους αυτούς οι οποίοι έχουν ταπεινοφροσύνη και έχουν αυτό το φρόνημα των μετανοιών.

Πραγματικά, μια τέτοια κατάσταση, όταν από την αρχή λειτουργήσει, μπορεί να διαφυλάξει τον νου, τον ηγεμόνα νου και των δύο ανθρώπων από την παραπληροφόρηση, ώστε να μην κατέβουν οι πληροφορίες στην συνέχεια στην καρδιά και πλέον τραυματίσουν την αγάπη. 


ΔΙΑΦΟΡΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟ


Εμφανίσεις: 3135

15.  Έλεγε ότι είχε φοβερά ντοκουμέντα που τα είχε φανερώσει η δυνάμεις του Θεού.

Εκ της Αγίας Τραπέζης των αγίων Ταξιαρχών έβγαινε μύρος, ευωδιά.

Ιδίως κατά την μεταφορά των Αχράντων Μυστηρίων από την προσκομιδή στην Αγία Τράπεζα.

Τον τελευταίον καιρό, που πλησίαζε προς το τέλος του, οι εικόνες των Ταξιαρχών και της Παναγίας  ευωδίαζαν και αυτές.

16.  Ένα βράδυ έκανε τους χαιρετισμούς της Παναγίας στους φίλους του Ταξιάρχες.

Ύστατο μπροστά στην Ωραία Πύλη βλέπων προς την εικόνα της Παναγίας του τέμπλου και έψαλλε. Συνήθιζε να ψάλει και το Θεοτόκε Παρθένε….

Κατά την στιγμή εκείνη παρουσιάστηκε μια γυναίκα, τον έπιασε από το χέρι και

τον γύρισε ακριβώς απέναντι από την Ωραία Πύλη, που βρίσκεται τοιχογραφημένη

η Κοίμηση της Θεοτόκου και εξαφανίσθηκε.

Ο Θεός όμως ήδη του είχε στείλει την πρόσκληση για το Ουράνιο Δείπνο που του ετοίμαζε.

17.  Την 1ην Ιουνίου 1963 λειτούργησε στην ιερά μονή της Άγιας Τριάδος Μετεώρων. Κατά την ώρα του χερουβικού η Αγια Τράπεζα έβγαλε άρωμα, γιατι Εκει ήταν και ένα μικρό κουτάκι με λείψανα Αγίων.

Έβγαινε ως ένας μικρός στύλος καπνού, που ευωδίαζε όλο το Ναό. Κατανυκτική Λειτουργία που δεν περιγράφεται.

Να η Θρησκεία μας φωνάζει ότι είναι ζωντανή.

18.  Όλη την βδομάδα που εργαζόμουν το κεφάλι μου και το δεξί μου χέρι ευωδίαζε.

Την 7ην Ιουνίου Παρασκευή, εργαζόμουν όλη την μέρα στο κτήμα μου μακριά από τον κόσμο.

Όλη την μέρα έψαλλα διάφορα κατανυκτικά τροπάρια και προ παντός της Θεοτόκου.

Δεν αισθανόμουν ούτε κούραση, ούτε πεινά, ούτε και τον καύσωνα της μέρας, γιατι ήλθα Εκει που έπρεπε την κατάνυξη.

Εκάθησα λίγο να ξεκουραστώ Εκει και ακούω μια φωνή να λέγει.

«είσαι ευπρόσδεκτος όπως έλθεις στο Αγιον Όρος, στην μεγάλη μου εορτή.

Θα γράψεις στους Δανιηλαίους και αυτοί θα σε τακτοποιήσουν.

Τώρα σε περιμένω να έρθετε».

19.  Ενθύμιο Θερμοκρασίας.

Την 23ην Αυγούστου ημέρα Σάββατο και 24ην Κυριακή, έκανε ζέστη μεγάλη

47 βαθμούς και κινδύνευε ο κόσμος να χαθεί. Λίβας δυνατός ξέρανε τα αμπέλια και σχεδόν τα λαχανικά μποστάνια και δεντροφυτείες. Τα χάλασε τα περισσότερα.

Μεγάλο κακό. Τα νερά λιγόστεψαν.

Αυτά έγινα παρά του Θεού προς γνώση και συμμόρφωση

20.  Στο τέλος της Θείας Λειτουργίας την 15 Αυγούστου 1959 παίρνοντας την εικόνα της Παναγίας, για να σηκώσουμε το ύψωμα άρχισε να σείεται το τέμπλο επί 30 λεπτά. Πρωτοφανές αυτό.

Συνέβη και το 1931 την ώρα που ο δάσκαλος Χρήστος Ντάσκος έψαλε το,

«Οτε η μετάστασις του αχράντου σου σώματος»,

δάκρυσε ο Πέτρος μέχρι που τελείωσε το ύψωμα και τα δάκρυα τα πήραμε με το βαμβάκι.

Την 18ην Αυγούστου 1959 ενώ λειτουργούσα στους Ταξιάρχες περί την 4ην της νυκτός, μόλις πλησίασα την Ωραία Πύλη, βλέπω στο αριστερό μέρος και ακολουθούσε ένα εύμορφο παιδάκι μικρής ηλικίας και χάθηκε σαν σκιά, και κρότος ακούστηκε πάνω από την κανδήλα της Παναγίας και άρχισε να σείεται μέχρι το τέλος της Λειτουργίας.

21.  Και την 26 Σεπτεμβρίου ώρα 4ην την νύχτας που λειτουργούσα στους Ταξιάρχες είδα κατά την ώρα της δοξολογίας να στέκεται το ίδιο παιδάκι μπροστά στην προσκομιδή και χάθηκε σαν καπνός. 


ΠΕΡΙ ΠΟΝΗΡΟΥ ΕΧΘΡΟΥ

Διηγείται ο πατέρας Δημήτριος.

Ο εχθρός μας ο διάβολος πάντοτε μας πολεμά. Πιο πολύ όταν δεν του κάνουμε τα χατίρια

Τότε από την κακία του βρίσκει χίλιους τρόπους να μας πειράξει.

Μια φορά γύριζα το βράδυ στο σπίτι, με χιόνι. Μου παρουσιάστηκε σαν χοίρος.

Διαλύθηκε όμως σαν καπνός, μόλις έκανα το σημείο του Σταυρού.

8.  Κάποτε πάλι όταν λειτουργούσα , ακούω έξω να θορυβούν. Βγαίνω και βλέπω ότι χτίζανε πολυκατοικία Άλλος είχε μυστρί, άλλος φτυάρι. Κ.λ.π. τους σταύρωσα και εξαφανίστηκαν τα πάντα.

9. Ενα απόγευμα περνούσα από την πλατεία του χωριού και πήγαινα στο σπίτι μου. Βλέπω στο καφενείο πολλούς άνδρες, άλλοι πίνανε κρασί, άλλοι χαρτοπαίζανε. Οι σατανάδες ήταν γύρω – γύρω πάνω στα κεφάλια τους, σε έναν μάλιστα ήταν σαν αρκούδα.

10.  Μια μέρα γύριζα από το χωράφι και περνώντας έξω από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου βλέπω ένα σατανά ξαπλωμένο. Τον ρωτώ, τι κανείς εδώ;

Και μου απαντά. .Εγώ κάθομαι εδώ για να μην αφήνω κανένα να κάνει τον σταυρό του.

11.  Μια φορά ήταν καλοκαίρι, με καλέσανε στο χωριό Κούρσοβο να κηδεύσω κάποιον.

Όταν γύρισα στο χωριό μου στο δρόμο οι σατανάδες με πετροβολούσαν.

Θέλανε να με σκοτώσουν. Άρχισα να λέγω τους Χαιρετισμούς και διαλύθηκαν σαν καπνός.

12.  Κάποτε διηγήθηκε το εξής περιστατικό.

Κάποτε ένας ασκητής προσευχόταν στο Θεό να του φανερώσει με ποιους ανθρώπους  κάνει καλύτερα την δουλειά του ο πονηρός, και ποιοι τιμωρούνται περισσότερο.

Μόλις τέλειωσε ο ασκητής την προσευχή του παρουσιάσθηκε ο σατανάς.

Τότε ο ασκητής τον ρωτά αυτό που ήθελε να του φανερώσει ο Θεός.

«Εγώ κάνω καλύτερα την δουλειά μου με τις γυναίκες.

Αυτές είναι πιο καλόπιστες στα θελήματα μου και αυτές τιμωρούνται περισσότερο».

Ο ασκητής δεν πείστηκε και πολύ.

Τότε του λέει. Θα σου το αποδείξω και σε δυο τρις μέρες θα πιστέψεις.

13.  Σε ένα χωριό πιο πάνω από την Βάνια ζούσε ένα αντρόγυνο ευσεβές, πήγαινε στην εκκλησία τακτικά, κοινωνούσε νήστευε και προσευχόταν. Εκείνος το φθόνησε, και μηχανεύτηκε το εξής. Παίρνει μορφή γυναίκας και πηγαίνει σε μια άλλη γυναίκα και της λέει. Εγώ είμαι η Γεωργία από το τάδε χωριό.

Ήλθα να σε δω.

Μετα από συζήτηση της λέει.

Θέλω να με βοηθήσεις σε κάτι, και θα σου δώσω ένα κασελάκι λίρες.

Εκείνη προθυμοποιήθηκε, όποτε συνεχίζει, εάν κατορθώσεις να βάλεις το τάδε αντρόγυνο να μαλώσει τότε θα πάρεις τις λίρες.

Εγώ φεύγω και θα περάσω σε δυο μέρες να δω τι έκανες.

Εκείνη πήγε στο σπίτι αυτό το ευσεβές.

Εκει είχανε ένα σοφατζή και έκανε το σπίτι.

Αυτή πήγε και έβαλε τα χέρια της στον ασβέστη.

Μετα χτύπησε την πόρτα και της άνοιξε η σύζυγος ονόματι Μαρία. Εκείνη την χαιρέτισε  και την χάϊδευσε στο πρόσωπο, λέγοντα της τι όμορφη που είναι και πόσο πάχυνε.

Κάθισε λίγο και έφυγε.

Πήγε αμέσως και συνάντησε τον άνδρα της και του λέει.

Πήγα σπίτι σου και βρήκα την γυναίκα σου με τον σοφατζή να παίζουν και να ασχημονούν.

Εκείνος δεν την πίστεψε.

Εκείνη όμως τη απάντησε.

Πήγαινε και δε τα αποτυπώματα στο πρόσωπο της γυναίκα σου.

Αυτός έτρεξε αμέσως στο σπίτι του.

Μόλις είδε την γυναίκα με τα αποτυπώματα, άρχισε να την χτυπά.

Εκείνη του έλεγε ότι είναι αθώα, ότι δεν συνέβηκε τίποτα.

Αυτός όμως δε πίστεψε και εξακολούθησε να την κτυπά αγρίως έως ότου η Μαρία πέθανε.

Τότε πήγε ο σατανάς στην γυναίκα αυτήν και της λέει.

Ήλθα να σε ευχαριστήσω.

Εκείνη ζήτησε τις λίρες.

Της απαντά χαζή είσαι;

Που να τις βρω εγώ τις λίρες;

Εγώ χάλασα το δικό μου το κονάκι και το δικό σου θα φτιάξω;

Εγώ είμαι ο σατανάς και εξαφανίστηκε.

Ήλθε σ μένα και μου λέει.

Πείστηκες τώρα;

Πάει παιδί μου, σκοτώσανε τσάμπα και φερεσέ την Μαρία.

14.  Μην φοβάστε παιδί μου τον σατανά. Δεν έχει τόση δύναμη.

Είναι πολύ αδύνατος.

Σκόνη είναι και δυσωδία. Αυτός δουλεύει για εμάς.

Όταν έρχεται να σε πειράξει μα μην στεναχωριέσαι.

Ο θεός τον στέλνει για να στεφανωθείς εσύ.

Αυτός πλανά τους ανθρώπους, προπάντων τους εγωιστές και τους υπερήφανους,

φοβάται την καθαρή εξομολόγηση, την ταπείνωση την αγάπη.

Εκει μόνο δεν χωράει να μπει. 


ΕΙΔΕ ΕΝΑΝ ΝΕΟ ΣΑΝ ΑΣΤΡΑΠΗ, ΜΕ ΕΝΑ ΣΠΑΘΙ ΣΤΟ ΧΕΡΙ ΤΟΥ...

Ή Ευαγγελία Γ. , ετών 28 , κάτοικος Βάνιας, στίς 6 Αυγούστου τό απόγευμα, έπαθε τά εξής,

Ή Ευαγγελία από τά μικρά της χρόνια είχε μία άστατη ζωή.

"Έκανε τήν ζωή της" μή έχοντας καμμία σχέση μέ τόν Θεό καί τήν Εκκλησία, καί τελευταία συζούσε παράνομα μέ έναν παντρεμμένο, τόν Ν.Κ. 54 ετών, πού είχε αφήσει τήν γυναίκα του...

Ό Θεός όμως περίμενε τήν μετάνοιά της...

Στίς 6 Αυγούστου τού 1958 , ημέρα Τετάρτη, στίς 7 τό απόγευμα πήγε φαγητό στόν φίλο της πού έβοσκε τά πρόβατα. Τό έδωσε, καί φεύγοντας από εκεί γιά τό σπίτι της, τής παρουσιάστηκαν στόν δρόμο κάποια άγνωστα, περίεργα πλάσματα...

Τήν φοβέριζαν, γιατί είχε έλθει πιά ή οργή τού Θεού επάνω της καί έπρεπε νά ξεκαθαρίσει τήν θέση της. Άλλοι τήν έδερναν, άλλοι τήν τραβούσαν νά τήν πνίξουν στό νερό, άλλοι τήν έσπρωχναν δεξιά καί αριστερά...

Τελικά τήν πήγαν σ΄ ένα  μαντρί, καί εκεί όλη τήν νύκτα πέρασε αφάνταστη τιμωρία...

Τήν επόμενη μέρα, στίς 1 τό μεσημέρι, τήν βρήκαν σέ μιά καλύβα βασανιζόμενη από ακάθαρτα πνεύματα.

Είχε δαιμονισθεί !

Τήν πήραν καί τήν έφεραν στό σπίτι της, καί εκεί, δέν έπαψε νά φωνάζει δυνατά καί νά συνομιλεί μέ πονηρά πνεύματα δεχόμενη φοβερό ξύλο από αυτά...

'Ολα  τά παραπάνω τά διαβεβαιώνω σάν ιερέας τού χωριού καί σάν αυτόπτης μάρτυρας, μιά καί μέ κάλεσαν νά τής διαβάσω εξορκιστικές ευχές γιά νά ησυχάσει...

Στίς 6 τό απόγευμα φέραμε στήν δαιμονισμένη, τήν εικόνα τών Παμμεγίστων Ταξιαρχών, καί όπως ομολόγησε μετά ή ίδια, συνέβησαν περίεργα καί θαυμαστά πράγματα...

Μέ τήν είσοδο τής εικόνας τών Αρχαγγέλων στό σπίτι της είδε έναν αστραπόμορφο νέο μέ σπαθί πού τής είπε,

-- " Μή φοβάσαι, εγώ θά σέ απαλλάξω από όλα αυτά, αλλά θά σταματήσης τίς αμαρτίες πού μέχρι σήμερα έκανες  καί θά μετανοήσεις. Εγώ θά είμαι μαζί σου ! Νά τό πείς αυτό παντού, ότι ή Εκκλησία έχει ζωντανή θρησκεία, γιά νά πιστέψει ό κόσμος καί νά μετανοήσει..."

Καί αμέσως, μέ τά τελευταία λόγια τού Αρχαγγέλου, τά πνεύματα τού σκότους διαλύθηκαν, έπαψαν τά φαινόμενα καί  επανήλθε ατόν εαυτό της. Σηκώθηκε, προσκύνησε τήν εικόνα ευχαριστώντας τούς Αγίους γιά τήν προστασία τους καί υποσχέθηκε αλλαγή ζωής από τήν ίδια ώρα !...

Σήμερα είναι καλά, διηγούμενη όσα είδε καί έπαθε, καί ενθυμούμενη πάντα τόν Αρχάγγελο Μιχαήλ όμοιο μέ αστραπή μέ τό σπαθί στό χέρι, πού τήν έσωσε από τήν τιμωρία τών ακαθάρτων πνευμάτων...

Τά παραπάνω τά γράφω σάν αυτόπτης μάρτυς τών εν λόγω συμβάντων...

Ο ιερεύς τού χωριού

π. Δημήτριος Γκαγκαστάθης, Βάνια Τρικάλων, 1958 - Αυγούστου 10. 


Ο ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΣ ΜΙΧΑΗΛ...

Διηγείται σχετικά ό π. Δημήτριος Γκαγκαστάθης,

" Στίς 20 Οκτωβρίου 1945, Κυριακή πρωϊ, μόλις κτύπησα τήν καμπάνα τής Εκκλησίας,  περικύκλωσε τό χωριό αντάρτικος στρατός μέ εντολή εκκαθαρίσεων...

Άρχισαν νά ρίχνουν πυρά πρός εκφοβισμό. Εγώ μόλις είχα μπεί στήν Εκκλησία, έκανα τόν σταυρό μου, παρακάλεσα τόν Άγιο Νικόλαο νά μάς φυλάξει καί σηκώθηκα νά φύγω. Μού ρίχνανε μέ τό πυροβόλο ταμπουρωμένοι σ΄ ένα  φυλάκιο, όμως καμμιά σφαίρα δέν μέ εκτύπησε. Τόν Απόστολο Κατσιμπίρη πού ήταν δίπλα μου τόν έρριξαν κάτω. Έμεινα μόνος καί ακολουθώντας ένα ρέμα μέ έχασαν...

Όμως, κοντά στά σύνορα τών χωριών Ριζώματος - Βασιλικής μέ έφτασαν πάλι.

Ήσαν 10 άτομα καί μέ τόν αρχηγό 11 , τρέχοντας πάνω σέ άλογα γιά νά μέ πιάσουν. Έβριζαν καθώς μέ  κυνηγούσαν, καί έρριχναν μέ τά Στέν, χωρίς νά μπορούν νά μέ σκοτώσουν. Οί σφαίρες τρύπαγαν τά ράσα μου, τίς καταλάβαινα, αλλά κυλούσαν στό χώμα χωρίς νά μέ τραυματίζουν...

Μέ πλησίασαν στά 50 μέτρα γύρω - γύρω, μέ περικύκλωσαν φωνάζοντας,

" κερατά τράγο, πού θά μάς πάς ; "  βρίζοντάς με χυδαία...

Καί τότε εγώ, ευρισκόμενος έν μέσω κινδύνου ζωής καί θανάτου, σταμάτησα, σήκωσα τά χέρια μου πρός τόν ουρανό, καί από τό βάθος τής ψυχής μου φώναξα,

" Μιχαήλ Αρχιστράτηγε τών Αγγέλων, σώσε με, κινδυνεύω !..."

Καί ώ τού θαύματος !

Σάν αστραπή παρουσιάσθηκε ό Αρχάγγελος Μιχαήλ στόν αρχηγό. Είδε έναν νέο μέ σπαθί, όπως ομολογούσε κι΄ ό ίδιος αργότερα, πού κόβοντας μέ μιά σπαθιά τά σχοινιά από τήν σέλα του, τόν έρριξε κάτω σπάζοντας τήν σπονδυλική στήλη του. Οί υπόλοιποι δέκα, έμειναν ακίνητοι, κεραυνόπληκτοι !...

Οί ενορίτες τού χωριού Βασιλική φύγανε από τήν Εκκλησία καί βγαίνοντας έξω κοιτάζανε τί θά γίνει.

Ακούω μιά φωνή. Ήταν τού αρχηγού τους,

" Νά μάς συγχωρέσεις παπά μου, είπε, καί νά πάς στό καλό. Έχεις όριο ζωής καί υψηλούς προστάτες..."

Ευχαριστώ, τούς απάντησα. Τούς συγχώρεσα, καί τούς ευχήθηκα ό Θεός νά τούς φωτίσει, νά μετανοήσουν καί νά γίνουν καλοί άνθρωποι. Νά λέτε τήν αλήθεια, τούς είπα, καί νά έχετε τόν Θεό βοήθεια. Πήραν τόν τραυματισμένο συντροφό τους καί έφυγαν μαζεμένοι...

Μού έκαναν μεγάλη υποδοχή οί χωριανοί σάν έφτασα στήν Εκκλησία.

Τούς λέγω, πρώτα νά προσκυνήσουμε καί νά ευχαριστήσουμε τόν Θεό, πού μέ έσωσε από τόν μεγάλο αυτό κίνδυνο. Είμαστε ευτυχείς, πού ή θρησκεία μας είναι ζωντανή..." 


«Πυρ καταναλίσκον»

ΦΟΒΕΡΗ είναι ή επόμενη διήγηση του παπα Δημήτρη Γκαγκαστάθη (1902-1975) γι' αυτούς πού κοινωνούν ανάξια τα άχραντα Μυστήρια:

Κάποια φορά με ειδοποίησαν νά πάω νά κοινωνήσω μία γριά, τη Ζωή Γκαγκαστάθη, 85 ετών, από καιρό κατάκοιτη.

Μόλις την κοινώνησα, φώναξε: 'Μ' έκαψε ή κοινωνία, έχω φωτιά, δώστε μου νερό, καίγομαι!

Έζησε ακόμα λίγες ώρες, ενώ διαρκώς φώναζε: 'Κάηκα ή καημένη!'.

Ή γυναίκα αυτή υπέφερε από Το δαιμόνιο της καταλαλιάς. Το στόμα της δεν σταματούσε νά κατακρίνει.

'Υπέφερε κι απ' το δαιμόνιο της γαστριμαργίας. Κοινώνησε ανάξια, κι όταν πέθανε, το στόμα της έμεινε ανοιχτό, σαν νά ήθελε νά λέει ακόμα".

Ή άδεια λαβίδα

Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ 'Ιάκωβος Τσαλίκης (1991) εξομολόγησε κάποτε μία γερόντισσα και της έβαλε κανόνα νά μην κοινωνήσει για τρία χρόνια.

Γιατί δεν κοινωνάς; τη ρώτησε μία μέρα ο ιερέας της ενορίας της. Μου έβαλε κανόνα ο π. 'Ιάκωβος, απάντησε

Εκείνη, και του είπε την αιτία. 'Όχι γιαγιά, μη στενοχωριέσαι. Αυτός εΙναι αγράμματος καλόγερος.

Εγώ είμαι μορφωμένος και σου λύνω τον κανόνα. Νά έρθεις την Κυριακή νά σε κοινωνήσω.

Καθώς όμως πλησίασε ή γιαγιά νά μεταλάβει, ένιωσε στο στόμα της την άγία λαβίδα άδεια και κρύα. δεν κατάλαβε τη γεύση της-θείας Κοινωνίας.

Το θαυμαστό γεγονός επαναλήφθηκε άλλες δύο Κυριακές, όπότε ή γυναίκα ανησύχησε και ξαναπήγε στο γέροντα 'Ιάκωβο.

Παιδί μου, της είπε εκείνος, ο κανόνας δεν λύνεται. Πρέπει νά κάνεις τον κανόνα πού σου έβαλα.

Το 1987, ο π. 'Ιάκωβος εξομολόγησε μία κοπέλα, αλλά της απαγόρευσε νά κοινωνήσει.

Εκείνη τότε επισκέφθηκε κάποιον επίσκοπο, πού της επέτρεψε τη θεία μετάληψη.

Όταν όμως πλησίασε νά κοινωνήσει, ή άγία λαβίδα μπήκε άδεια στο στόμα της.

Αυτό ο παράδοξο και θαυμαστό επαναλήφθηκε κι άλλη φορά, όπότε ή κοπέλα τρόμαξε, μετανόησε και πήγαι να εξομολογηθεί πάλι στον π. 'Ιάκωβο. 


Εμπειρίες ενός Ταπεινού λευίτη
 

 ΠΑΠΑ - ΔΗΜΗΤΡΗΣ Γκαγκαστάθης (1902-1975), ένας απλοϊκός και άγιος κληρικός του αιώνα μας, όταν λειτουργούσε είχε θείες θεωρίες και εμπειρίες.

Διηγείται ο ίδιος:

Κάποτε, στη μεγάλη είσοδο, κι ενώ πλησίαζα στην ωραία πύλη, είδα αριστερά μου ένα όμορφο παιδάκι, πού χάθηκε σαν σκιά. Συγχρόνως ακούστηκε κρότος από το καντήλι της Παναγίας, πού άρχισε νά κουνιέται μέχρι το τέλος της λειτουργίας. Σε μία νυχτερινή λειτουργία μου στο ναό των Ταξιαρχών, είδα την ώρα της δοξολογίας το ίδιο εκείνο παιδάκι νά στέκεται μπροστά στην προσκομιδή, και να εξαφανίζεται πάλι σαν καπνός" .

Ανήμερα του Αγίου Πνεύματος λειτούργησα στην ιερά μονή Αγίας Τριάδος Μετεώρων. Τι ευλογία Θεού!

Εκείνη ή λειτουργία θα μου μείνει αλησμόνητη. στη μεγάλη είσοδω κατέβηκε από αριστερά μία γυναίκα, από δεξιά ένας άνδρας μ' ένα μικρό παιδί, ενώ πλήθος από άλλα παιδάκια ακολουθούσαν τα τίμια Δώρα".

Κάτι ανάλογο συνέβη στις 8 Αυγούστου 1954. στις 5 το πρωί ξεκίνησα για το χωριό' Αρδάνι.

Περπατούσα κι έψαλλα κατανυκτικούς ύμνους για να ευχαριστήσω τον Κύριο και τη Θεοτόκο. Φτάνοντας στην εκκλησία του χωριού, άρχισα τον όρθρο, και στη συνέχεια μπήκα στη θεία λειτουργία με πνευματική ευφροσύνη και αγαλλίαση. συνέβη τότε το έξης θαυμαστό:

Όσα παιδιά από 12 ετών και κάτω βρίσκονταν στο ναό, έβλεπαν στο ιερό δύο μεγάλες σκάλες, πάνω στις όποίες ανέβαιναν και κατέβαιναν παιδάκια λουσμένα στο Φως. Όταν διάβαζα το Ευαγγέλιο, γέμισε από παιδάκια ή άγία τράπεζα. την ώρα της μεγάλης εισόδου ή νεωκόρος είδε νά κατεβαίνει από την αριστερή σκάλα μία γυναίκα κι από τη δεξιά ένας άνδρας μ' ένα μικρό παιδί, ενώ πλήθος παιδάκια ακολουθούσαν τη μεταφορά των τιμίων Δώρων" .

Μερικές φορές ο παπα-Δημήτρης, την ώρα της θείας λειτουργίας, είχε ενοχλήσεις από τούς δαίμονες:

Κάποτε", διηγείται, "ενώ λειτουργούσα, ακούω έξω θορύβους. Βγαίνω, και Τι νά δω! Οι σατανάδες χτίζανε πολυκατοικία.

Άλλος κρατούσε μυστρί, Άλλος φτυάρι... Τούς σταύρωσα, κι όλα εξαφανίστηκαν.

'Άλλοτε, ενώ λειτουργούσα τη νύχτα, μπήκαν στην εκκλησία κι άρχισαν ν' αναποδογυρίζουν τις καρέκλες.

Ό αρχηγός τους μάλιστα μπήκε στο ιερό, έκλεισε το παραθυράκι και μ' έπιασε απ' το λαιμό νά με πνίξει. Επικαλέστηκα τούς άγίους Ταξιάρχες, κι αμέσως χάθηκαν.

Οι δαίμονες, με παραχώρηση Θεού, μπαίνουν μέσα στην εκκλησία και βάζουν λογισμούς στους πιστούς.

Μόλις όμως πουν οι ψάλτες το χερουβικό και βγει ο ιερέας για τη μεγάλη είσοδο, αμέσως φεύγουν" Το Δεκέμβριο του 1968, ενώ λειτουργούσε ο παπα-Δημήτρης, ανάμεσα στο εκκλησίασμα ήταν κι ένα κορίτσι 14 ετών, πού το βασάνιζε ο σατανάς.

Την ώρα του χερουβικού έβγαλε ξαφνικά μια τρομερή κραυγή κι έπεσε κάτω σαν νεκρό.

Οι πιστοί ανησύχησαν. Σε λίγα λεπτά όμως το σήκωσαν σε καλή κατάσταση, σωφρονισμένο. Στο τέλος μάλιστα της θείας λειτουργίας έγινε Παράκληση, και το κορίτσι έφυγε από την εκκλησία πολύ διαφορετικό.

Κάθε φορά πού ο παπα-Δημήτρης λειτουργούσε στο ναό τού χωριού του, τούς Αγίους Ταξιάρχες, ή άγία τράπεζα ευωδίαζε.

Αυτό συνέβαινε μερικές φορές και σε άλλους ναούς. Η εύωδία παρουσιαζόταν κυρίως μετά τη μεγάλη είσοδο, όταν τοποθετούσε τα άχραντα Μυστήρια πάνω στην άγία τράπεζα.

Άλλοτε παρουσιαζόταν την ώρα της επικλήσεως τού Αγίου Πνεύματος, στο «τα σα εκ των σων... ».

Συχνά έβαζε βαμβάκι κάτω από το αντιμήνσιο πριν αρχίσει ή θεία λειτουργία, και τελειώνοντας, το βαμβάκι μυροβολούσε.

Το γεγονός αυτό το μαρτυρούν πολλοί, πού συγκλονίστηκαν και τονώθηκαν στην πίστη.

Το άρωμα της άγίας τραπέζης δυνάμωνε το λειτουργό και τον ανακούφιζε. Κάποτε έβγαινε τόσο άφθονο, ώστε δυσκολευόταν ν' αναπνεύσει. Μια φορά μάλιστα ή εύωδία έβγαινε σαν ένας μικρός στύλος καπνού και πλημμύρισε όλη την εκκλησία.

Όταν ο παπα-Δημήτρης ζήτησε και τη γνώμη τού π. Φιλόθεου Ζερβάκου, εκείνος απάντησε:

δεν πρέπει ν' αμφιβάλλουμε ότι πρόκειται για ένα παράδοξο θαύμα. το πιο βέβαιο εΙναι πώς ή εύωδία προέρχεται από τη θυσία τού 'Ιησού Χριστού, πού σαν ' Αμνός σφαγιάζεται πάνω στην άγία τράπεζα για τις αμαρτίες μας. Πιθανόν όμως νά προέρχεται και από τα άγια λείψανα πού βρίσκονται κάτω από την άγία τράπεζα η και από τα εγκαίνια". 

Επικοινωνία

Αγίου Χριστοφόρου 2 Κατερίνη
Τηλέφωνο επικοινωνίας
2351 022461
Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

Επισκέπτες

16756