Άγιος Νικόλαος Πλανάς

Άγιος Νικόλαος Πλανάς

Βίος του Αγίου Νικολάου Πλανά 

Επιμέλεια κειμένου: Αρχιμ. Αλέξανδρος Μοστράτος, Ιεροκήρυξ

- Πρωτοσυγκελλεύων Ι. Μητροπόλεως Παροναξίας

Κορυφαία έκφραση της αληθινής κατά Χριστόν ζωής του κάθε συνειδητού πιστού και πιο πολύ του πραγματικού και τελείου Ιερέως, αποτελεί η ζωή και το έργο του αγίου Ιερέως Νικολάου του Πλανά, αγίου των ημερών μας.

Η ωραία, η εύανδρος και αγιοτόκος Νάξος, είχε την θεία εύνοια και ευλογία να είναι η Γενέτειρά του. Γεννήθηκε το έτος 1851. Οι γονείς του, Καπετάν Γιάννης και Αυγουστίνα ήταν άνθρωποι ευσεβείς και καλοκάγαθοι, όπως όλοι οι νησιώτες, και εύποροι. Είχαν και ένα εμπορικό καΐκι, που πήγαινε από τη Νάξο στην Σμύρνη, Κωνσταντινούπολη, ακόμα και στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Μέσα σε κάποιο από τα κτήματα τους είχαν και ένα μικρό παρεκκλήσιο αφιερωμένο στον Άγιο Νικόλαο.

Ο Άγιος Νικόλαος Πλανάς από βρεφικής ηλικίας ήταν αγιασμένος. Τις περισσότερες φορές ως παιδί ήταν στον Ιερό αυτό Ναό και περνούσε πολλές ώρες ε κεί ψάλλοντας όσα ήξερε και φορώντας πολλές φορές, αντί ιερατικού φελωνίου, κάποια σεντόνι, μιμούμενος τούς Ιερείς. Μια μέρα έψαλλε τόσο κατανυκτικά, ώστε προκάλεσε τον θαυμασμό των περαστικών.

Η όλη του ζωή από τα παιδικά του χρόνια ακόμα, προέλεγε τη μέλλουσα ζωή και πολιτεία του. Τις θείες θαυματουργικές δυνάμεις έλαβε με την χάρη του Θεού από τα παιδικά του χρόνια. Έτσι, εγνώριζε τον καταποντισμό του καϊκιού τους έξω από την Πόλη, και το είπε στους γονείς του.

Τα πρώτα γράμματα έμαθε από τον παππού του - πατέρα της μητέρας του - ιερέα Γεώργιο Μελισσουργό, κοντά στον οποίο έμαθε να διαβάζει το Ιερό Ψαλτήριο. Μαζί του επίσης πήγαινε στις θείες Λειτουργίες και τον διακονούσε στο Ιερό Βήμα, ενώ παράλληλα δεχόταν τα νάματα της Θείας Λατρείας.

Όταν ο Άγιος Νικόλαος ήταν δεκατεσσάρων ετών, ο πατέρας του άφησε τον κόσμο αυτό. Έτσι, η μητέρα του μαζί με την αδελφή του ήρθαν στην Αθήνα και πήγε και ο ίδιος μαζί τους. Έμεναν στην περιοχή που είναι μεταξύ του Ι. Ναού του αγίου Ιωάννη της Πλάκας και του Ναού του αγίου Παντελεήμονος Ιλισσού, όπου υπήρχαν πολλοί Ναξιώτες.

Μοίρασαν με την αδελφή του την πολύ αξιόλογη πατρική τους περιουσία. Αλλά το μερίδιο του το έκανε ενέχυρο για κάποιο φτωχό, που δεν του το επέστρεψε ποτέ.

Έτσι παρέμεινε για όλη του την ζωή φτωχός. Σε ηλικία δέκα επτά ετών συνήψε τίμιο γάμο κατόπιν πιέσεων της μητέρας του, με την Ελένη Προβελεγγίου από τα Κύθηρα. Από τον γάμο αυτό απέκτησε ένα γιό, τον Ιωάννη. Ύστερα απέθανε η σύζυγός του. Στις 28 Ιουλίου του έτους 1879 χειροτονήθηκε Διάκονος στον Ιερό Ναό Μεταμορφώσεως Σωτήρος Πλάκας. Στις 2 Μαρτίου του 1885 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος και τοποθετήθηκε στον Ιερό Ναό Αγίου Παντελεήμονος Ιλισσού. Και στην Ενορία αυτή και στην Ενορία του Αγίου Ιωάννη της οδού Βουλιαγμένης υπηρέτησε. Στον Άγιο Ελισσαίο λειτουργούσε καθημερινά.

Ο Άγιος Νικόλαος υπήρξε ο άνθρωπος του Θεού, ο λειτουργός ο άγιας του Υψίστου, ο άοκνος ιερουργός και λάτρης του Τριαδικού Θεού. Η μεγάλη του ευλάβεια, η απεριόριστη καλωσύνη του, η υπερβολική του αφιλοχρηματία, η απλότητά του, το ακτινοβόλο ιερατικό του ήθος, η άφθαστη ιεροπρέπειά του, η ταπείνωσή του, η αγάπη του για την Θεία Λατρεία και οι λοιπές του αρετές, τον καταξίωσαν στη συνείδηση του λαού. Όλοι εσέβοντο τον άγιο Νικόλαο, επίσημοι και αφανείς.

Δεν αγάπησε ποτέ του τα πλούτη. Όσα του έδιναν αμέσως τα έδινε στους φτωχούς. Είχε μισθοδοτήσει ένδεκα οικογένειες χηρών και ορφανών. Χρόνια και χρόνια τους έδινε επίδομα μέχρι που τα παιδιά τους έγιναν δεκατεσσάρων ετών. Βοηθούσε νεαρούς Διακόνους στις σπουδές τους. Ενίσχυε υλικά και πνευματικά όσους είχαν ανάγκη.

Υπήρξε ο ακαταπόνητος. Για μισό και πλέον αιώνα λειτουργούσε καθημερινά. Λιτός, απέριττος σε όλες του τις εκδηλώσεις! Πλούτος του και θησαυρός του, κέντρο της ζωής του η λειτουργική ζωή της Εκκλησίας μας! Άνθρωπος προσευχής, του οποίου η ζωή ήταν μια διακονία πίστεως και αγάπης.

Ήταν νηστευτής. Ενήστευε όλες τις Σαρακοστές και το λάδι. Και την νηστεία του Τιμίου Σταυρού την άρχιζε από την 1η Σεπτεμβρίου, μέχρι την 14η . Επίσης και των Ταξιαρχών ενήστευσε από τη 1η μέχρι και την 8η Νοεμβρίου.

Απλός και πανέξυπνος, εύστοχος στις απαντήσεις του, συνεδίαζε την απλότητα και την ιεροπρέπεια, την αφέλεια με την αγιότητα.

Δεν είχε σπουδάσει σε Πανεπιστήμια, ούτε σε Εκκλησιαστικές Σχολές, ούτε σε Λύκεια και Γυμνάσια. Και ίσως να μη φοίτησε και σε καμμιά τάξη του τότε Ελληνικού Σχολείου. Όμως άριστα κατείχε την σοφία του Θεού.

Ο Θεός εδόξασε τον Άγιο Νικόλαο με το να θαυματουργεί. Είναι αμέτρητα τα θαύματά του. Εθεράπευε ασθενείς, απεμάκρυνε δαιμόνια, προέλεγε το μέλλοντα, έλυνε δύσκολα θέματα, συμβούλευε πρεπόντως.

Όμως, ύστερα από μια ζωή αγία, μια ζωή που υπήρξε προσφορά στον Θεό, έπρεπε κι αυτός ως άνθρωπος να αφήσει τον κόσμο αυτό και να οδηγηθεί στην αιώνια και αληθινή ζωή.

Ξημέρωσε η Κυριακή του Ασώτου, 28η Φεβρουαρίου του έτους 1932. Αυτή είναι η μέρα που λειτούργησε για τελευταία φορά στο επίγειο Ιερό Θυσιαστήριο. Μετά τη Θεία Λειτουργία έχασε τις αισθήσεις του. Οι πιστοί και οι οικείοι του τον φρόντισαν. Αλλά παρ' όλες τις φροντίδες τους, δεν μπόρεσαν να αναστρέψουν την πορεία που είχε πάρει η υγεία του.

Ήταν δέκα η ώρα το βράδυ της 2ας Μαρτίου του 1932. Έκανε το σημείο του Τιμίου Σταυρού. Ψιθύριζε προσευχές. Είπε:

"Τον δρόμον τετέλευκα!". "Δόξα σοι ο Θεός!". "Η Θείο Χάρη να σας ευλογεί"

...και άλλα, και άφησε τον κόσμο αυτό.

Το πρωί έφεραν το ιερό του λείψανο στον Ναό Αγίου Ιωάννου της Οδού Βουλιαγμένης, εκεί όπου εφημέρευε. Για τρεις μέρες ετέθη σε λαϊκό προσκύνημα. Οι λαϊκές εκδηλώσεις ήταν πρωτοφανείς και το πλήθος του λαού αναρίθμητο. Χιλιάδες λαού κατέφθασαν από το λεκανοπέδιο Αττικής για να αποχαιρετήσουν τον σύγχρονο Άγιο!

Στις 29 Αυγούστου του 1992, τα ιερώτατα και θαυματουργά Λείψανα του Αγίου Νικολάου του Πλανά τοποθετήθηκαν σε ασημένια λάρνακα, που σήμερα βρίσκεται στο δεξιό κλίτος του Ιερού αυτού Ναού.

Η Αγία μας Εκκλησία ανεκήρυξε και επισήμως ως άγιο τον Άγιο Νικόλαο τον Πλανά κατά την 135 η Συνοδική Περίοδο (1991-1992) του Πανσέπτου Οικουμενικού Πατριαρχείου, με εισήγηση του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρών κ.κ. Νικοδήμου, και βεβαίως με την φροντίδα του Σεβασμιωτάτου Ποιμενάρχου μας κ.κ. Αμβροσίου.

Αναμφίβολα, είναι πολύ ωφέλιμο το να παρουσιόζονται στις μέρες μας ζωντανά πρότυπα, παραδείγματα που ενσαρκώνουν τον αληθινό τρόπο ζωής, δηλαδή τον τρόπο της κατά Χριστόν Ορθοδόξου ζωής.

Μεταξύ αυτών των σπουδαίων αγίων παραδειγμάτων, είναι και το παράδειγμα της ζωής του μεγάλου Ναξιώτη, του επιλέκτου τέκνου της Νάξου και της Ορθοδοξίας, του αγίου συμπατριώτη μας Ιερέως Νικολάου του Πλανά. Του αγίου, που δεν έζησε στα παλιά χρόνια, αλλά έζησε μόλις πριν εξήντα επτά χρόνια, πράγμα που σημαίνει ότι υπάρχουν πολλοί ηλικιωμένοι που ίσως τον θυμούνται, άρα είναι σύγχρονός τους.

Έτσι, ο υπεράξιος, ο εκλεκτός, ο άγιος αυτός ιερέας του Υψίστου. με την πάμφωτη ζωή του, φωτίζει άπλετα και τον δρόμο της δικής μας ζωής.

Η παρουσία του στην τοπική μας Εκκλησία, η διακονία του στον ευρύτερο χώρο της Εκκλησίας, η μαρτυρία του μέσα στην Ορθοδοξία, είναι ένας ανεκτίμητος θησαυρός, που πρέπει να αποτελέσει για όλους μας και μάλιστα για τους ιερείς μας κανόνα, υπογραμμό και πρότυπο πορείας.

Η ζωή του ας μας εμπνέει και οι άγιες ευχές του ας μας στηρίζουν. Αμήν.

Ο άγιος Νικόλαος ο Πλανάς εορτάζει κατά την καθιερωμένη Πανήγυρη της 2ας Μαρτίου. Εάν η ημέρα της Εορτής συμπίπτει κατά την περίοδο της Μ. Τεσσαρακοστής, τότε η Μνήμη του εορτάζεται κατά την επομένη Κυριακή.

Ωσαύτως, εορτάζει την πρώτη Κυριακή του Σεπτεμβρίου, κατά την καθιερωθείσα προσφάτως Σύναξη των Πέντε Αγίων της Παροναξίας, η οποία τελείται στον νεόδμητο Ι. Ναό των Ναξίων Αγίων Νικοδήμου του Άγιορείτου και Νικολάου του Πλανά ‚στην πόλη της Νάξου.

Ακόμη, την Τρίτη Κυριακή του Σεπτεμβρίου στην Πάρο, όπου επίσης τελείται η Σύναξη των Αγίων.

Οι Ασματικές Ακολουθίες του Αγίου Νικολάου του Πλανά, οι οποίες ευρίσκονται σε λειτουργική χρήση, συντάχθηκαν από τον Σεβ. Μητροπολίτη Πατρών κ. Νικόδημο, και από τον Αρχιμ. Νικόδημο Παυλόπουλο, Ηγούμενο της Ι. Μονής Λειμώνος Λέσβου. 


Επάνω σε σύννεφο. 

Το 1920, την ημέρα των Χριστουγέννων, λειτουργούσε ο άγ. Νικόλαος στον Ι. Ναό τού αγ. Ιωάννου Βουλιαγμένης. Κοινώνησε μια δεκαπεντάχρονη ονόματι Ιουλία και μια κυρία κοινώνησε το βρέφος της, και μετά το δίνει στην Ιουλία για να κοινωνήσει και η ίδια. Παίρνοντας το βρέφος η Ιουλία στα χέρια της, γυρίζει το βλέμμα της προς τον ιερέα και παραλίγο να της φύγει το παιδί από τα χέρια. Της λέει τότε η κυρία: «Πρόσεξε, τί έπαθες;». Και η Ιουλία της απαντά: «Βλέπω τον παπά να στέκει πάνω σ’ ένα σύννεφο». 


Δεν πατάει στη γη. 

Δύο μικροί φίλοι, καθώς βάδιζαν στο δρόμο, συνάντησαν τον άγ. Νικόλαο. Ο ένας από τούς δύο ήταν τύπος αγαθός· και επειδή ήταν αγαθός οι φίλοι του τον έλεγαν βλάκα, αλλά δεν συνέβαινε αυτό, ήταν απλώς αθώος και πολύ θρησκευόμενος.

Στο δρόμο πού συνάντησαν τον άγ. Νικόλαο, λέει ο αγαθός στον φίλο του: «Κοίταξε να δεις, ο παπάς δεν πατάει στη γη»! Και ο μεν αγαθός έβλεπε τον Άγιο 30 πόντους πάνω από το έδαφος, ο δε άλλος δεν μπορούσε να τον δει.

Τις πρώτες γραπτές μαρτυρίες για την αγιότητα του παπα-Νικόλα τις έχουμε από τον σύγχρονό του Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Ο Παπαδιαμάντης ήταν ψάλτης του, στο Εκκλησάκι του Αγίου Ελισσαίου, κοντά στο Μοναστηράκι της Αθήνας. Έψαλλε στους εσπερινούς και τους όρθρους, στις λειτουργίες και τις ολονυκτίες, που τελούσε με κατάνυξη, αλλά και μεγαλοπρέπεια ο παπα-Νικόλας. Και μπόρεσε να εισδύση στο βάθος της αγιαμένης αυτής ύπαρξης και να αντιληφθή το πλήθος των χαρισμάτων της, τα οποία ήταν επιμελώς κρυμμένα κάτω από το κέλυφος της απλότητας και της ταπείνωσης, γιατί ήταν και εκείνος εντεταγμένος στην ίδια προοπτική, ήταν, δηλαδή, φορέας της Ορθοδόξου Παραδόσεως. Τον ονομάζει άξιο λειτουργό του Υψίστου και τον αντιπαραβάλλει με τους “επαγγελματικούς ιερείς”, όπως τους αποκαλεί, και συνεχίζει: “Είναι ο ταπεινότερος των ιερέων και ο απλοϊκότερος των ανθρώπων … είναι αξιαγάπητος, είναι απλοϊκός και ενάρετος, είναι άξιος του πρώτου Μακαρισμού του Σωτήρος”. 


Εμφάνιση των αγ. Ιωάννου και Παντελεήμονος. 

 

Κατά το έτος 1923 ένα πνευματικοπαίδι του εξαιρετικώς αγαπημένο από τον γέροντα, άνθρωπος γεμάτος από υγεία και δράση, έπαθε διάρρηξη σκωληκοειδίτιδος και έζησε οκτώ ημέρες. Μέσα σ’ αυτές τις λίγες ημέρες ο άγ. Νικόλαος «κατέβασε» τον ουρανό στη γη, από την αδιάκοπη και εγκάρδια προσευχή για να ζήσει το αγαπημένο του παιδί. Το βράδυ, όταν πήγε στο σπίτι του, λέει καταλυπημένος στους δικούς του: «Ο Ηλίας θα πεθάνει, μού το είπαν ο άγ. Ιωάννης και ο άγ. Παντελεήμων».

Πέρασαν τρείς μήνες, ώσπου να μπορέσει η αδελφή τού θανόντος -λόγω τού πένθους- να τον ρωτήσει πώς ακριβώς είδε την οπτασία. Της λέγει, λοιπόν, ότι «την ώρα πού λειτουργούσα, είδα απέναντι, όπισθεν της αγ. Τραπέζης, τον άγ. Ιωάννη και τον άγ. Παντελεήμονα και μού είπανε: “Διαβιβάσαμε την αίτησή σου στον Δεσπότη Χριστό, ο Οποίος μάς είπε ότι θα πεθάνει”. Ανωτέρα διαταγή, μού είπανε».
Με την μεγάλη απλότητα που τον διέκρινε, διηγόταν: “Μια βραδυά χειμωνιάτικη, που καθόμασταν στο τζάκι είπα στον πατέρα μου: “Πατέρα, αυτή την στιγμή εβυθίσθη το καΐκι μας το “Ευαγγελίστρια” έξω από την Πόλη”. Έντρομος ο πατέρας μας, λέγει στην μητέρα μου: “Γυναίκα, τί λέγει το παιδί”; Και όντως, αυτή τη στιγμή επνίγη το καΐκι μας…”. Και για να αποφύγη τον θαυμασμό των άλλων, αλλά και τον πειρασμό της υπερηφανείας έλεγε, ότι “όλα τα παιδιά είναι προορατικά”. 


Η απλότητα τού αγίου παπα-Νικόλα Πλανά ως έκφραση λειτουργικής καί ασκητικής εμπειρίας 

 

Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

Ο άγιος Παπα-Νικόλας Πλανάς διακρινόταν γιά τήν μακαρία απλότητα στίς ενέργειές του, τίς κινήσεις του, τήν συμπεριφορά του καί τήν εν γένει εκκλησιαστική του ζωή. Αυτή η απλότητα ήταν καί έκφραση τού χαρακτήρος του, αλλά κυρίως καί πρό παντός ήταν έκφραση τής λειτουργικής καί ασκητικής του εμπειρίας. Δέν επρόκειτο μόνο γιά μιά εξωτερική απλότητα στούς τρόπους, αλλά κυρίως γιά απλότητα πού προερχόταν από τήν ενότητα καί τήν καθαρότητα τού εσωτερικού του κόσμου.

Θά τονισθούν μερικά σημεία αυτής τής απλότητας τού αγίου Νικολάου Πλανά καί στήν συνέχεια θά εξηγηθή θεολογικώς καί λειτουργικώς.

1. Η αγία απλότητα

Τό βιβλίο πού εξεδόθη γιά τόν άγιο παπα-Νικόλα Πλανά πού είναι βιογραφία τού Αγίου από μιά μαθήτριά του, τήν μοναχή Μάρθα, κατά κόσμο Ουρανία Παπαδοπούλου, φέρει ως τίτλο «ο απλοϊκός ποιμήν τών απλών προβάτων». Ήταν ένας απλός ποιμήν πού παιδαγωγούσε μερικά απλά καί απονήρευτα πρόβατα. Αυτό φαίνεται καθαρά σέ όλο τό βιβλίο. Τόν χαρακτηρισμό αυτόν έδωσε ο αείμνηστος Φώτης Κόντογλου καί είναι γραμμένος στήν εισαγωγή τού βιβλίου αυτού.

Πράγματι, ο άγιος Νικόλαος Πλανάς ήταν ένας καλός ποιμήν, αλλά καί ένα αγαθό καί εκλεκτό πρόβατο τού μεγάλου Ποιμένος Χριστού, καί μέ τήν απλότητά του, τήν ακακία του, τήν ταπείνωσή του δόξασε τόν μεγάλο Ποιμένα Χριστό, πού είναι συγχρόνως καί τό «ως εσφαγμένον αρνίον» τής Αποκαλύψεως. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Ευαγγελιστής Ιωάννης στό Ευαγγέλιό του μάς διασώζει τόν λόγο τού Χριστού «εγώ ειμί ο ποιμήν ο καλός» (Ιωάν. θ',11) καί ο ίδιος Απόστολος στό βιβλίο τής Αποκαλύψεως μάς παρουσιάζει Αυτόν τόν καλόν ποιμένα ως εσφαγμένο αρνίο, πού θυσιάζεται γιά τόν κόσμο καί τελικά Αυτό τό ως εσφαγμένο αρνίο είναι ο κριτής τού κόσμου. Ο Ίδιος ο Χριστός είναι συγχρόνως καί ποιμήν καί αμνός, καί όσοι συνδέονται μαζί Του έχουν καί τίς δύο αυτές ιδιότητες.

Ο Φώτης Κόντογλου γράφει στήν αρχή τού κειμένου του γιά τόν παπα-Νικόλα: «Μακάριος είναι ο ιστορικός του. Αλλά μακάριος είναι καί όποιος τό διαβάζει καί χαίρεται από τή βλογημένη απλότητά του. Απλός στάθηκε ο ιστορούμενος, απλός ο ιστορικός του, απλοί πρέπει νά είναι κι’ εκείνοι πού θά τό διαβάσουν… Καρδιά πονηρή καί άπιστη άς μήν απλώση ν’ ανοίξη τούτο τό βιβλίο». Έτσι ένοιωθε καί ο Παπαδιαμάντης τόν άγιο παπα-Νικόλα Πλανά, γι’ αυτό έγραφε: «Γνωρίζω ένα ιερέα εις τάς Αθήνας. Είναι ο ταπεινότερος τών ιερέων καί ο απλοϊκότερος τών ανθρώπων». Καί ο Φώτης Κόντογλου, ο ιστορικός τών ταπεινών καί απλών ανθρώπων, θά γράψη: «Γνώρισμα τής Ορθοδοξίας είναι η απλότητα τής καρδιάς πού φέρνει τήν πίστη». Όλη η βιογραφία τού αγίου Νικολάου Πλανά δείχνει αυτόν τό απλό Κληρικό, πού ξέρει νά ποιμαίνη, νά ανέχεται, νά αγαπά, νά είναι μιά καύση καρδίας υπέρ όλης τής κτίσεως.

2. Η απλότητα τής καρδίας

Ο Απόστολος Παύλος προτρέπει τούς Χριστιανούς νά αποκτήσουν τήν απλότητα πού είναι ένα βασικό στοιχείο τής κατά Χριστόν ζωής. Στούς Κορινθίους εύχεται νά πλουτίζουν σέ αυτήν τήν απλότητα στήν οποία ευαρεστείται ο Θεός: «εν παντί πλουτιζόμενοι εις πάσαν απλότητα, ήτις κατεργάζεται δι’ ημών ευχαριστίαν τώ Θεώ» (Β', Κορινθ. ι', 11). Τόν απασχολεί νά μή εξαπατηθούν οι Χριστιανοί από τόν διάβολο καί φθαρούν τά νοήματά τους «από τής απλότητος τής εις τόν Χριστόν» (Β', Κορ. ια', 3). Αυτή η απλότητα δέν είναι μιά εξωτερική αρετή, αλλά συνδέεται μέ τήν αναγέννηση τού ανθρώπου πού γίνεται μέ τήν ένωσή του μέ τόν Χριστό, γι’ αυτό ο Απόστολος Παύλος συνιστά στούς Χριστιανούς τήν υπακοή πού πρέπει νά γίνεται «εν απλότητι τής καρδίας υμών ως τώ Χριστώ» (Εφ. στ', 5).

Αυτός ο σύνδεσμος τής απλότητας μέ τήν χριστιανική ζωή καί τήν καρδιακή εμπειρία δείχνει ότι η χριστιανική απλότητα διαφέρει από οποιαδήποτε άλλη ανθρωπιστική απλότητα. Μπορεί κανείς νά είναι απλός στούς τρόπους, λόγω καταγωγής ή χαρακτήρος, αλλά αυτό μπορεί νά είναι μιά φυσική κατάσταση, πού δέν σώζει. Στήν Εκκλησία η απλότητα συνδέεται μέ τήν δεύτερη γέννηση καί όχι μέ τήν πρώτη γέννηση, είναι καρπός του εύ είναι και όχι απλώς τού βιολογικού είναι. Ετσι, μπορεί κάποιος νά είναι πτωχός καί αγράμματος, αλλά νά έχη υψηλό φρόνημα καί νά είναι πολύπλοκος σύνθετος, καθώς επίσης νά είναι σοφός κατά κόσμον καί όμως, επειδή τόν έχει διαποτίσει η αγάπη τού Χριστού, νά είναι απλός στήν καρδιά καί συγκαταβατικός στούς αδελφούς του. Πώς μπορεί κανείς νά είναι εγωϊστής καί υπερήφανος, όταν, παρά τήν εσωτερική του κατάσταση, έχη βιώσει τήν αγάπη καί τό έλεος τού Θεού;

Ο μακαριστός π. Παΐσιος μιλούσε γιά τήν κατά Χριστόν απλότητα πού τήν συνέδεε μέ τήν αγιασμένη ζωή. Κάποτε πού αναφερόταν στήν απλότητα είπε: «Άν είναι παιδάκι, θά έχη απλότητα. Άν είναι Άγιος, θά έχη απλότητα». Άλλοτε είπε: «Γιά νά ζήση κανείς τά μυστήρια τού Θεού, πρέπει νά απεκδυθή τόν παλαιό του άνθρωπο, νά επανέλθη κατά κάποιον τρόπο στήν κατάσταση πρό τής πτώσεως. Νά έχη αθωότητα καί απλότητα, γιά νά είναι η πίστη του ακλόνητη καί νά πιστεύη απόλυτα ότι δέν υπάρχει τίποτε πού νά μήν μπορή νά τό κάνη ο Θεός». Καί άλλοτε είπε: «Άν έχη κανείς απλότητα, έχει ταπείνωση, υπάρχει θείος φωτισμός, λαμποκοπάει». Έτσι, η απλότητα πού προέρχεται από τήν ενέργεια τής θείας Χάριτος καί τήν συνέργεια τού ανθρώπου συνδέεται μέ τήν αγιότητα.

3. Η θεολογία τής απλότητας

Άν θελήσουμε νά δώσουμε μιά θεολογική ερμηνεία τής πνευματικής απλότητας θά λέγαμε ότι ο Θεός είναι απλούς καί γι’ αυτό ο άνθρωπος πού συνδέεται μέ τόν Χριστό αποκτά αυτήν τήν μακαρία κατάσταση τής απλότητας.

Ο Θεός, κατά τούς Πατέρας τής Εκκλησίας, δέν έχει καμμιά σύνθεση, αλλ’ είναι απλούς. Η δυτική σχολαστική θεολογία, γιά νά διαφυλάξη τήν απλότητα τού Θεού εισήγαγε τό λεγόμενο actus purus (καθαρά ενέργεια), δηλαδή τήν αιρετική άποψη ότι στόν Θεό ταυτίζεται η άκτιστη ουσία Του μέ τίς άκτιστες ενέργειές Του, καί κατά συνέπεια ο Θεός έρχεται σέ επαφή μέ τήν κτίση, αλλά καί τόν άνθρωπο μέ κτιστές ενέργειες. Η αιρετική άποψη ότι στόν Θεό υπάρχουν καί κτιστές ενέργειες διατυπώθηκε γιά νά διαφυλαχθή η διδασκαλία περί τής απλότητάς Του, γιατί οι σχολαστικοί θεολόγοι πίστευαν ότι δήθεν η διάκριση μεταξύ ακτίστου ουσίας καί κτιστής ενέργειας στόν Θεό εισάγει σύνθεση καί καταργεί τήν απλότητά Του.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, αντικρούοντας τίς απόψεις αυτές πού είχε καί ο Βαρλαάμ, διδάσκει ότι «κατ’ ουσίαν έν καί απλούν τό θείον» καί ότι η άκτιστη ενέργεια τού Θεού δέν καταργεί τήν απλότητά Του, αφού η άκτιστη ενέργειά Του δέν εισάγει κάποια σύνθεση στόν Θεό, διότι ο Θεός νοείται από μάς «όλος αγαθότης καί όλος σοφία καί όλος δικαιοσύνη καί όλος δύναμις». Άλλωστε, οι ενέργειες τού Θεού δέν είναι κάτι άλλο διαφορετικό από τήν ουσία Του, αλλά είναι η ουσιώδης κίνηση τής φύσεως-ουσίας, γι’ αυτό καί ονομάζονται ουσιώδεις ενέργειες.

Έπειτα, ο Θεός, κατά τόν άγιο Γρηγόριο τόν Παλαμά, δέν είναι μόνον απλούς, αλλά καί απλότης. Κάθε άγγελος καί η λογική ψυχή τού ανθρώπου είναι απλά, αλλά δέν έχουν απλότητα, γιατί είναι απλά εκ μεθέξεως καί συγκρίσεως πρός τά σώματα. Όμως, ο Θεός δέν είναι απλούς από σύγκριση καί μέθεξη, γιατί αυτός μεταδίδει από τόν εαυτό Του απλότητα καταλλήλως σέ καθένα. Έτσι, ο Θεός δέν είναι μόνον καί κυρίως απλούς, αλλά καί απλότης.

Επομένως, ο Θεός είναι απλούς καί απλότης. Ο άνθρωπος είναι σύνθετος γιατί αποτελείται από ψυχή καί σώμα. Η ψυχή τού ανθρώπου είναι απλή από τήν φύση της, ενώ τό σώμα είναι σύνθετο, γιατί αποτελείται από διάφορα στοιχεία. Τά πάθη είναι εκείνα πού εισάγουν τήν σύνθεση στήν ψυχή. Όταν ο άνθρωπος ελευθερωθή από τήν ενέργεια τών παθών, δηλαδή όταν μέ τήν δύναμη τού Θεού καί τήν δική του συνέργεια μεταμορφώνη τίς δυνάμεις τής ψυχής γιά νά πορεύονται κατά φύσιν καί υπέρ φύσιν καί μετέχη τής Χάριτός του, τότε, παρά τό σύνθετο τής ύπαρξής του (ψυχή καί σώμα), αποκτά τήν κατά Χάριν απλότητα. Οπότε, τήν σύνθεση δέν τήν εισάγει η διάκριση ουσίας καί ενέργειας στόν Θεό, αλλά η ύπαρξη τού πάθους. Ο Θεός δέν έχει πάθη, είναι απλούς, ενώ ο άνθρωπος γίνεται απλούς όταν ενωθή μέ τόν Θεό καί μεταμορφωθούν η ψυχή καί τό σώμα του.

Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής θά αναλύση διεξοδικά αυτόν τόν τρόπο αποκτήσεως τής κατά Χριστόν απλότητας από τόν άνθρωπο. Τό βλέπουμε στό θέμα τών λογισμών. Στά κείμενά του διδάσκει ότι οι λογισμοί διακρίνονται σέ απλούς καί σύνθετους. Ο απλός λογισμός είναι η απλή έννοια ενός προσώπου ή αντικειμένου, ενώ ο σύνθετος λογισμός είναι ο συνδυασμός τής έννοιας μέ τήν επιθυμία καί τό πάθος πού σχετίζεται μέ κάποιο πρόσωπο ή αντικείμενο. Στήν διαδικασία τής αμαρτίας ο απλός λογισμός γίνεται σύνθετος, οπότε μέ τόν ασκητικό αγώνα καί τήν ενέργεια τής θείας Χάριτος ο σύνθετος λογισμός καθίσταται απλός, μέ τόν διαχωρισμό τής έννοιας από τήν επιθυμία καί τό πάθος. Έτσι καί ο άνθρωπος από πολυπρόσωπος, λόγω τής αμαρτίας, μέ τήν Χάρη τού Θεού καί τόν δικό του αγώνα, γίνεται απλούς.

Τό ίδιο συμβαίνει καί μέ τά πάθη καί τήν απάθεια. Τό πάθος είναι συμπλοκή μεταξύ αισθητού πράγματος, αισθήσεως καί τής φυσικής δυνάμεως, ήτοι τού θυμού ή τής επιθυμίας. Όταν ο νούς τού ανθρώπου ξεχωρίση αυτά μεταξύ τους καί επαναφέρη τό καθένα στόν φυσικό του λόγο, δηλαδή νά θεωρήση τό αισθητό καθ’ εαυτό, χωρίς τήν σχέση τής αισθήσεως πρός αυτό, καί τήν αίσθηση χωρίς τήν οικειότητα τού αισθητού πρός αυτό καί τήν επιθυμία ή τόν θυμό χωρίς τήν εμπαθή διάθεση πρός τήν αίσθηση καί τό αισθητό, τότε διέλυσε τήν σύσταση οποιουδήποτε πάθους καί εξαφάνισε καί αυτή τήν φαντασία τών παθών. Έτσι, ο άνθρωπος από εμπαθής γίνεται απαθής καί κατά συνέπεια απλούς (Β' 101).

Ο αββάς Δωρόθεος χαρακτηρίζει ως ψευδόμενο εκείνον πού δέν είναι «απλούς άνθρωπος, αλλά διπλούς». Καί επεξηγεί ότι διπλούς (καί όχι απλούς) άνθρωπος είναι εκείνος πού «άλλος εστιν έσωθεν, καί άλλος έξωθεν, διπλούν έχει καί όλον εχλευασμένον τόν βίον αυτού».

Έτσι, ο άνθρωπος πού ασκείται μέσα στήν Εκκλησία, μέ τά μυστήρια καί τήν τήρηση τών εντολών τού Χριστού πορεύεται στόν δρόμο τής απάθειας, πού είναι η ζωή τής απλότητας. Μάλιστα, όταν φθάση στόν φωτισμό τού νοός καί τήν θέωση, δηλαδή όταν βιώση τήν Χάρη τού Θεού ως Φώς, τότε αποκτά τήν κατά Θεόν απλότητα, είτε είναι σοφός είτε είναι αγράμματος. Αυτό σημαίνει ότι όλες οι δυνάμεις τής ψυχής πορεύονται κατά φύσιν καί υπέρ φύσιν, καί διαμορφώνουν, μετασκευάζουν καί μεταμορφώνουν καί τό σώμα, πού τό καθιστούν απαθές. Στήν κατάσταση αυτή ο άνθρωπος έχει τεκμήρια κατά Χάριν θείας απάθειας. Γι’ αυτό καί οι Πατέρες διδάσκουν ότι η απάθεια δέν είναι μιά φυσική αρετή, αλλά καρπός τής θεωρίας τού Θεού, αποτέλεσμα μεθέξεως τής ακτίστου Χάριτος τού Θεού.

4. Τό εκκλησιαστικό καί λειτουργικό ήθος τής απλότητας

Από τήν βιογραφία τού αγίου παπα-Νικόλα Πλανά φαίνεται ότι η απλότητά του, εκτός από τήν φυσική κατάσταση τού χαρακτήρος του, είχε καί στοιχεία εκκλησιαστικής ζωής, δηλαδή ήταν έκφραση τής ακενώτου αγάπης στόν Θεό καί τής αστείρευτης αγάπης πρός τόν πλησίον. Άλλωστε, ο Θεός τά φυσικά γνωρίσματα τού ανθρώπου τά μεταμορφώνει καί τά καθιστά πνευματικά χαρίσματα.

Ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης αναφέρεται στήν απλότητα τών αγίων, η οποία διαφέρει από τήν φυσική απλότητα. Γράφει ότι είναι καλή καί μακαρία «η φύσει τισίν ενυπάρχουσα απλότης», η οποία σκεπάζεται καί προφυλάσσεται από ποικίλες μεταβολές καί πάθη, αλλά δέν είναι τόσο μακαριστή αυτή όσο η απλότητα πού αποκτήθηκε μέ πόνους καί ιδρώτες, πού γίνεται πρόξενος τελείας ταπεινώσεως καί πραότητος. Η απλότητα συνδέεται μέ τήν πραότητα γι’ αυτό «ψυχή πραεία, θρόνος απλότητος». Τελικά, η απλότητα ορίζεται ως «έξις ψυχής αποίκιλος, πρός κακόνοιαν γινομένη ακίνητος». Αυτήν τήν απλότητα είχε ο Αδάμ πρό τής πτώσεως, όπως αυτή η αποίκιλη απλότητα είναι τό πρώτο ιδίωμα «τής τών παίδων ηλικίας».

Μιά τέτοια μακαρία καί αποίκιλη, παιδική, κατά Θεόν, απλότητα είχε ο άγιος παπα-Νικόλαος Πλανάς πού ήταν καρπός τής αγάπης του πρός τόν Θεό καί τής κοινωνίας μαζί Του. Έτσι, δικαιολογείται η απονήρευτη συμπεριφορά του, η αγάπη του αδιακρίτως πρός όλους. Μέ αυτό τό πρίσμα πρέπει νά ερμηνεύσουμε ότι οι άλλοι τόν έβλεπαν, κατά τήν διάρκεια τής θείας Λειτουργίας νά βρίσκεται πάνω από τό έδαφος, ή όταν έβλεπαν τό Φώς τού Θεού νά τόν περιβάλλη, ή όταν τόν καθοδηγούσε ο άγγελος Κυρίου ή όταν συμπεριφερόταν μέ μεγάλη ταπείνωση καί απλότητα καί τόσα άλλα περιστατικά.

Όπως φαίνεται από τά πιό πάνω, αυτή η αγία του απλότητα ήταν αποτέλεσμα τής επισκέψεως τής θείας Χάριτος, όπως συγκεκριμενοποιείται σέ μερικά σημεία.

Τό πρώτον ότι είχε διαποτισθή από τό «πνεύμα» τής θείας Ευχαριστίας, πού είναι τό ήθος τής άκρας ταπεινώσεως τού Χριστού, τού Πάθους, τού Σταυρού, τής Ταφής, τής καθόδου στόν άδη καί τής αναστάσεώς Του. Τό «πνεύμα» τής θείας Λειτουργίας είναι «πνεύμα» κενώσεως, προσφοράς, θυσίας. Η θεία Λειτουργία είναι ένας πυρηνικός αντιδραστήρας μέσα στόν οποίο σπάζουν όλα τά συμβατικά θερμόμετρα.

Τό δεύτερον είναι ότι η απλότητά του είχε διαμορφωθή από τό ήθος τής αγρυπνίας, δηλαδή τής προσφοράς στόν Θεό καί αυτού τού βραδινού ύπνου. Αγαπούσε βαθύτατα τίς αγρυπνίες, γιατί κατά τήν διάρκεια τής νύκτας η ψυχή τού ανθρώπου, ιδίως όταν προσεύχεται, αποκτά έναν άλλο ρυθμό, συντονίζεται μέ τήν ζωή τού προπτωτικού Αδάμ καί τού εσχατολογικού ανθρώπου, ακούει τούς κτύπους τής αιωνιότητας, βιώνει τά άρρητα ρήματα.

Τό τρίτον είναι ότι ο παπα-Νικόλας Πλανάς είχε προσαρμοσθή στό ήθος τής άκρας απλότητας, ταπεινότητας, πραότητας, ακτημοσύνης καί καθαρότητας, πού συναντά κανείς στούς ερημίτες τού Αγίου Όρους καί σέ άλλους μοναχούς πού εμπνέονται από αυτήν τήν ατμόσφαιρα τής ερήμου τού Άθωνος. Φυσικά, δέν εννοώ αγιορείτας πού έχουν εκκοσμικευθή καί αποδεσμεύθηκαν από τήν αγία απλότητα. Ένας αληθινός αγιορείτης δέχεται κάθε άνθρωπο ως άγιο, κατά τό πατερικό λόγιο «είδες τόν άνθρωπόν σου είδες τόν Θεόν σου».

Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, μιλώντας γιά τόν κατά σάρκα πατέρα του, τόν περιγράφει ως άνθρωπο τής κατά Χριστόν απλότητας. Λέγει ότι ο πατέρας του Γρηγόριος ήταν «υψηλότατος μέν τώ βίω, ταπεινότατος δέ τώ φρονήματι». Καί ως πρός μέν τήν αρετή ήταν απρόσιτος, ως πρός δέ τήν συναναστροφή «ευπρόσιτος». Η καλύτερη δέ αρετή πού τόν χαρακτήριζε καί τήν οποία πολλοί δέν αγαπούν ήταν «η απλότης, καί τό τού ήθους άδολόν τε καί αμνησίκακον». Φαίνεται εδώ ότι η απλότητα συνδέεται στενά μέ τό άδολο τού ήθους καί τήν αμνησικακία. Η κατά Χριστόν απλότητα είναι τό αληθινό καί τό σταθερό, ενώ «πάν ό προσποιητόν, ουδέ μόνιμον».

Ο άγιος παπα-Νικόλας Πλανάς διαμορφώθηκε από αυτό τό βάθος τής εκκλησιαστικής ζωής, τόν κατήρτισε η Χάρη τού Θεού, γι’ αυτό δέν ήταν σύνθετος, αλλά απλός, δέν ήταν προσποιητός, αλλά αληθινός, δέν ήταν εποχιακός, αλλά μόνιμος, διαχρονικός. Έζησε τήν απλότητα τού Αδάμ πρό τής πτώσεως καί τού ανθρώπου τής έσχατης ημέρας.

Πέρασε από τήν γή μας ένα αστέρι φωτεινό καί μάς έδειξε μερικές ανταύγειες τής απλότητας τής αιωνίου ζωής, όπου θά καταργηθούν όλα τά σύνθετα, καί θά απλοποιηθή εν Αγίω Πνεύματι η ζωή τελείως, αφού στούς αιώνες θά ακούγεται μόνο τό «Αλληλούϊα», τά άρρητα ρήματα, τά τεριρέμ τών αγγέλων, όχι απλώς τής αγρυπνίας, αλλά τής κατά Θεόν ζωής μέσα στό Φώς τής Τρισηλίου Θεότητος.

(Δημοσιεύθηκε στό Περιοδικό τής Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς "Πειραϊκή Εκκλησία", φ. 202, Μάρτιος '09)


Από τη ζωή του Αγίου Νικολάου του Πλανά (1851-1932) 

 

Μέσα από τα βάθη της ψυχής του τελούσε ο Άγιος τη Θεία Λειτουργία. Πενήντα ολόκληρα χρόνια δεν πέρασε ούτε μία μέρα χωρίς να λειτουργήσει. Κατά τις πολύωρες λειτουργίες δεν ήταν λίγα τα θαύματα που συνέβαιναν. Ο Άγιος Νικόλαος τα θεωρούσε εντελώς φυσιολογικά, όπως εντελώς φυσιολογική ήταν η αστείρευτη αγάπη του προς τον Θεό.

Οι ακολουθίας του Παππού, όπως τον φώναζαν τον Άγιο τα πνευματικά του παιδιά, ήταν μοναδικές και ανεπανάληπτες. Είχαν τη μεγαλοπρέπεια του Βυζαντίου αλλά και τη σφραγίδα της αγιοπατερικής παράδοσης. Πλήθος κόσμου συγκεντρώνονταν στους ναούς που λειτουργούσε ο ταπεινός ιερέας. Άνθρωποι κάθε ηλικίας, άνδρες και γυναίκες, Αθηναίοι και επαρχιώτες, επιστήμονες και απλοί εργάτες. Ακόμα και παιδιά, αρκετά παιδιά με τις μητέρες τους, έμεναν στο ναό ώρες πολλές μέχρι να τελειώσει η ακολουθία. Τα μικρά παιδιά τον αγαπούσαν πολύ τον παππούλη, αλλά και ο Άγιος αγαπούσε τα αθώα παιδιά.

Συχνά πήγαιναν από νωρίς στην εκκλησία για να προλάβουν να είναι πρώτα στο ιερό και έτσι να ντυθούν τη στολή τους για να βοηθήσουν τον Άγιο στη Θεία Λειτουργία. Ακολουθούσαν τις οδηγίες του και συμμετείχαν και αυτά με τον τρόπο τους στο δοξολογικό ύμνο προς το Θεό. Δεν τα στενοχωρούσε η πολύωρη ακολουθία. Αντίθετα, τους άρεσε αφού κοντά στον Άγιο ένιωθαν απερίγραπτη γαλήνη και σιγουριά.

Αρκετές φορές τα παιδιά είχαν δει ένα παράδοξο θέαμα. Κατά την ώρα της Θείας Λειτουργίας έβλεπαν τον Άγιο να στέκεται ψηλότερα από τη γη και τα πόδια του να μην αγγίζουν στο έδαφος. Πολλά παιδιά τρόμαζαν και έτρεχαν με φόβο να το ανακοινώσουν στους γονείς τους που, μολονότι δεν έβλεπαν αυτό το θαυμαστό γεγονός, δάκρυζαν και ευχαριστούσαν τον Θεό που τους αξίωνε να βρίσκονται κοντά στον ευλογημένο ιερέα. Στη συνέχεια καθησύχαζαν τα παιδιά και με ακόμα μεγαλύτερη πίστη συμμετείχαν στην ακολουθία.

Κάποια μέρα που ο Άγιος βρισκόταν σ’ ένα από τα αγαπημένα του ξωκκλήσια για να λειτουργήσει, παρατήρησε πως δεν υπήρχε κανένα πρόσφορο. Δεν ταράχτηκε. Προτίμησε να περιμένει με τη βεβαιότητα ότι σύντομα κάποιο πρόσφορο θα βρισκόταν. Άλλωστε τόσα χρόνια, όσες φορές είχε συμβεί να μην έχει πρόσφορο, πάντα την κατάλληλη στιγμή, κάποιος θα έφερνε, ή αν έπρεπε κάποιος από το εκκλησίασμα πήγαινε σε κοντινό φούρνο και αγόραζε ένα. Εκείνη τη μέρα όμως τα πράγματα δυσκόλευαν….

Η ώρα περνούσε και κανένας δεν έφερνε πρόσφορο. Έψαξε καλά στα ράφια του ιερού μήπως και υπήρχε κάποιο από προηγούμενη φορά, μα δε βρήκε τίποτα. Τότε έκανε νόημα σε δύο πνευματικά του παιδιά να πλησιάσουν στο ιερό και τους ζήτησε να πάνε γρήγορα στο φούρνο και να ζητήσουν πρόσφορο κι αν δεν έβρισκαν να ζητούσαν από κάποιες ενορίτισσες που πάντα φρόντιζαν και είχαν.

Έφυγαν τρέχοντας από το εκκλησάκι οι δύο, μα μάταιος ο κόπος τους. Λίγη ώρα αργότερα γύρισαν με άδεια χέρια πίσω και ανακοίνωσαν στον Άγιο πως, παρά την προσπάθεια τους, κανένας δε βρέθηκε να τους εξυπηρετήσει. Ο Άγιος ευχαρίστησε τα πνευματικά του παιδιά για τον κόπο τους και έμεινε μόνος του στο ιερό. Στενοχωρήθηκε πολύ και τα ασκητικά του μάτια γέμισαν δάκρυα. Η ώρα είχε περάσει. Ο Όρθρος έφτανε στο τέλος και ο ευλογημένος ιερέας δεν θα μπορούσε να προχωρήσει στη Θεία Λειτουργία. Τόσα χρόνια, καθημερινά λειτουργούσε, μα εκείνη τη μέρα με θλίψη θα έπρεπε να διακόψει αυτή την ευλογημένη σειρά. Με ασταμάτητα δάκρυα κοιτούσε την εικόνα του Εσταυρωμένου και με δυνατή προσευχή παρακαλούσε τον Κύριο να μη του στερήσει τη Θεία Λειτουργία.

Ξαφνικά βλέπει πάνω στην Αγία Τράπεζα ένα μικρό πρόσφορο που άχνιζε. Ήταν ολόφρεσκο και τοποθετημένο στη μέση. Μόλις το είδε ο Άγιος έκανε το σταυρό του και ύψωσε τη δακρυσμένη ματιά του προς τον ουρανό ευχαριστώντας το Θεό. Το θαύμα είχε γίνει. Κάποιος άγγελος σταλμένος από το Χριστό είχε τοποθετήσει το μικρό πρόσφορο στην Αγία Τράπεζα. Ο Άγιος σκέφτηκε πως ένα τέτοιο θαυμαστό γεγονός δεν έπρεπε να μείνει κρυφό. Κρατώντας λοιπόν το θεόσταλτο δώρο βγήκε μπροστά στην Ωραία Πύλη του Ιερού και διακόπτοντας τους ψάλτες έδειξε το πρόσφορο προς το εκκλησίασμα και είπε συγκινημένος: “Κοιτάξτε παιδιά μου τι σημείο μας έκανε ο Θεός”. Ο κόσμος σάστισε. Χωρίς πολλά λόγια ο Άγιος εξήγησε τι είχε προηγηθεί και αμέσως προχώρησε πάλι μέσα στο ιερό και σαν να είχε συμβεί κάτι απλό και συνηθισμένο συνέχισε την ακολουθία.

Στο μεταξύ, βαθιά συγκίνηση κατέλαβε τους παρευρισκόμενους όταν συνειδητοποίησαν πως ένα μεγάλο θαύμα – σημείο, όπως τους είπε ο Παππούς – είχε συμβεί εκείνη την ώρα. Όλων τα μάτια βούρκωσαν και στράφηκαν με ευγνωμοσύνη προς την εικόνα του Χριστού που τη φώτιζε αμυδρά ένα μικρό καντήλι. Ευχαριστούσαν τον Κύριο για το μεγάλο θαύμα. Τον ευχαριστούσαν όμως και για την ευλογημένη παρουσία του Παππού κοντά τους.

Μέχρι την απόλυση της Θείας Λειτουργίας όλοι ήταν συγκλονισμένοι και με δυσκολία συγκρατούσαν τα δάκρυα τους. Μόνο ο Άγιος Νικόλαος ο Πλανάς έμοιαζε να μην έχει συναίσθηση του θαύματος που είχε γίνει. Άλλωστε για τον ίδιο τα θαύματα ήταν μέρος του καθημερινού του προγράμματος και η ταπεινή του ψυχή ποτέ δεν υπερηφανεύτηκε για τα θεία σημεία. Ήταν για τον Άγιο τα θαύματα φυσιολογικά, όπως φυσιολογική ήταν και η αστείρευτη πίστη και αγάπη του στο Θεό.

(Πηγή: Από το βιβλίο «Το πρώτο μου συναξάρι», εκδόσεις Ιεράς Μονής Χρυσοπηγής, 1997)


Άλλη τις ξένη δύναμις τον εβάσταζε (του γέροντα Φιλόθεου Ζερβάκου) 

Κατά το έτος 1905-1907 υπηρετών εις τας τάξεις του στρατού, εφοίτων εις την Βυζαντινήν Μουσικήν Σχολήν «Ιωάννης ο Δαμασκηνός», την οποίαν είχεν ιδρύσει ο εκ Μονεμβασίας συμπατριώτης μου, αείμνηστος Ανδρέας Τσικνόπουλος, μουσικοδιδάσκαλος. Εις την ιδίαν Σχολήν εφοίτα και ο επίσης συμπατριώτης μου εκ Συκέας της Λακωνίας Ιωάννης Αλεξάκης, μετέπειτα Ιεροψάλτης. Ούτος ημέραν τινά λέγει μοι: «Να έλθης εις τον μικρόν ναόν του Προφήτου Ελισσαίου, εις τον οποίον γίνονται κατανυκτικαί αγρυπνίαι και ψάλλουν βυζαντινά οι Παπαδιαμάντης, Μωραϊτίδης, Τσώκλης και άλλοι. Θα ωφεληθής και θα μάθης πολλά αναγκαία, χρήσιμα και ωφέλιμα δια την ιεράν υμνωδίαν».[...]

Εις τας αγρυπνίας ήρχετο ανήρ τις, Αλέκος το όνομα, όστις έψαλλε, αλλ' ήτο μέθυσος, και ότε ήτο μεθυσμένος έψαλλε με κατάνυξιν και με δάκρυα. Ο Παπαδιαμάντης που τον ήξευρε όταν έψαλλε με κατάνυξιν έλεγε: «ο Αλέκος έχει κρασοκατάνυξιν» και πολλάκις τον εδίωκεν εκ της εκκλησίας. Ο παπα-Νικόλας, ως απλούς και άκακος, επειδή κατά τον ίδιον σοφόν παροιμιαστήν: «άκακος ανήρ, παντί πιστεύει», έλεγε: «καλός, καλός ο Αλέκος, έχει κατάνυξιν, έχει φόβον Θεού», και ενίοτε μετά την αγρυπνίαν τω έδιδε και μικράν αμοιβήν. Τούτο υπήρξεν αφορμή εις τον Αλέκο να πλησίαση τον παπα-Νικόλα και να γίνη οικείος του και αχώριστος, αλλ' υπήρξε και αφορμή σκανδάλου εις τινάς αδελφούς και εις εμέ, όστις ήμην νέος 22 - 23 ετών και εγνωρίζαμε τον Αλέκο, τινές δε είπον εις τον παπα-Νικόλα να διώξη τον Αλέκον, διότι ήτο μέθυσος και γίνεται σκάνδαλον εις τους αδελφούς. Αλλ' ο παπα-Νικόλας με την συνήθη απλότητα του, έλεγε: «καλός, καλός ο Αλέκος, αγαπά την εκκλησίαν, ψάλλει καλά». Ως τόσον ο Αλέκος επήρε θάρρος και με τρόπον έβαζε το χέρι και εις την τσέπην του παπα - Νικόλα και του αφαιρούσε τα χρήματα που του έδιδαν οι ευλαβείς χριστιανοί, δια να μνημόνευση τα ονόματα των προσφιλών γονέων, τέκνων, αδελφών και συγγενών των εις τας αγρυπνίας και Λειτουργίας.

Κάποτε ο παπα - Νικόλας είχε εις την τσέπη του αρκετά κέρματα και ο Αλέκος έβαλε το χέρι του και προσεπάθει να τα πάρη όλα. Ο παπα-Νικόλας αντελήφθη τούτο και χωρίς να θυμώση, να τον υβρίση, να τον ελέγξη, ηρκέσθη και τω είπε με πραότητα: «Αλέκο ήσυχα, ήσυχα- ήσυχα Αλέκο». Ο Αλέκος εξηκολούθει αφόβως και εισήρχετο ενίοτε και εις το Άγιον θυσιαστήριον και του αφήρει ό,τι είχε. [...]

Απορίαν και θαυμασμόν μοι προξενεί, όταν αναλογισθώ, ότι ο παπα-Νικόλας επί 15 περίπου ώρας ίστατο άυπνος και όρθιος, καίτοι υπέφερεν από τους πόδας του και είχε και άλλας ασθενείας. Ίστατο όλην την αγρυπνίαν 10-11 ώρας και κατά τα εξημερώματα μετέβαινεν εις την ενορίαν του και συνέχιζε τον Όρθρον και την Λειτουργίαν, άλλας 4-5 ώρας. Δεν θα ήτο δυνατόν να ίσταται τόσος ώρας, εάν δεν είχε υπομονήν μεγάλην. Αλλά και όσον μεγάλην υπομονήν εάν είχε, πάλιν δεν θα εβάσταζε. Τον παπα-Νικόλα άλλη τις ξένη δύναμις τον εβάσταζε: η δύναμις του Θεού, η χάρις του Αγίου Πνεύματος, «η τα ασθενή θεραπεύουσα και τα ελλείποντα αναπληρούσα», η τα αδύνατα δυνατά ποιούσα. Αρμόζει να είπη τις, ότι εν τω π. Νικολάω δεν έζη ο Νικόλαος, αλλά το εν ταις καρδίαις των πραέων αναπαυόμενον Πνεύμα Κυρίου: «εν καρδίαις πραέων αναπαύσεται πνεύμα Κυρίου, καρδία δε ταραχώδης καθέδρα διαβόλου», λέγει ο σοφός Παροιμιαστής.

Ο π. Νικόλαος ουδέποτε εταράχθη, ουδέποτε εθύμωσε, πάντας ηγάπα, υπέρ πάντων ηύχετο. Είχε δε την νοεράν προσευχήν, το χαροποιόν πένθος, το αείρυτον δάκρυον, άτινα τον κατέστησαν πράον και κληρονόμον της γης των πραέων, της Βασιλείας των Ουρανών.

Ας μιμηθώμεν και ημείς, αγαπητοί, κατά το δυνατόν, την ταπείνωσιν του αγίου παπα-Νικόλα, δια να επιβλέψη και εις ημάς ο Κύριος και μας υψώση. Ας μιμηθώμεν την πραότητα αυτού, δια να αναπαυθή και εις τας ιδικάς μας καρδίας το Πνεύμα του Κυρίου, ας μιμηθώμεν την εκείνου υπομονήν, ίνα εν τη υπομονή ημών κτησώμεθα τας ψυχάς ημών, και ούτω κληρονομήσωμεν την Ουράνιον και αιώνιον Βασιλείαν του Θεού. Ης γένοιτο πάντας επιτυχείν, ελέει και οικτιρμοίς, χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ι. Χριστού, και δια πρεσβειών της Πανάχραντου Μητρός Αυτού και πάντων των Αγίων. Αμήν.

Αρχιμ. ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΖΕΡΒΑΚΟΣ

Πηγή περιοδικό ΣΥΝΑΞΗ ΤΕΥΧΟΣ 16 (από το βιβλίο Ο παπα Νικόλας Πλανάς Εκδόσεις «ΑΣΤΗΡ» Αθήνα 1979. ) 


Περιστατικά από τη ζωή του 

Ιδιαίτερη πατρίδα του Αγίου ήταν η Νάξος. Σ’αυτό το όμορφο νησί των Κυκλάδων γεννήθηκε το 1851 απο γονείς εύπορους και πιστούς. Απο μικρό παιδί αγαπούσε την εκκλησία και πολύ συχνά συνήθιζε να πηγαίνει στο μικρό εκκλησάκι που υπήρχε κοντά στο σπίτι του και να ψάλλει ο,τιδήποτε ήξερε. Σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών έμεινε ορφανός από πατέρα και η μητέρα του αναγκάστηκε να πάρει τα παιδιά της και να φθάσει στην Αθήνα.

Τρία χρόνια αργότερα ο νεαρός Νικόλαος παντρεύτηκε και απέκτησε ένα γιό.

Λίγο χρόνο έμεινε με τη σύζυγό του. Η επιθυμία του να αφιερώσει τη ζωή του στο Θεό ήταν μεγάλη και ο Κύριος βλέποντας την αγάπη και τις θερμές προσευχές του, τον βοήθησε να εκπληρώσει την επιθυμία του. Έτσι, στις 28 Ιουλίου 1879 στον ναό της Μεταμορφώσεως στη Πλάκα, έγινε διάκονος. Σύντομα, αφού και η σύζυγος του είχε ήδη αποβιώσει, μοίρασε όλη την περιουσία που είχε. Ο ίδιος παρέμεινε ταπεινός και φτωχός, στηρίζοντας σ΄ολόκληρη τη ζωή του στην αγάπη του Θεού. Πέντε χρόνια αργότερα, χειροτονήθηκε ιερέας και απο εκείνη τη στιγμή άρχισε πού αυστηρή άσκηση καθώς η προσευχή ποτέ δεν έλειπε απ΄τα χείλη και την ψυχή του.

Αρχικά ήταν εφημέριος στον ναό του Αγίου Παντελεήμονος στον Νέο Κόσμο. Όμως στον ναό αυτό δεν έμεινε για πολύ καιρό αφού λίγο αργότερα διορίστηκε εφημέριος στον Άγιο Ιωάννη της οδού Βουλιαγμένης, τον Κυνηγό όπως τον έλεγαν. Τότε ήταν μια πτωχή ενορία με μόλις οκτώ οικογένειες. Είχε, όμως, το μεγάλο προνόμιο να λειτουργεί εκεί η ταπεινή μορφή του Αγίου Νικολάου Πλανά.

Για πενήντα συνεχόμενα χρόνια, ο Άγιος λειτουργούσε καθημερινά απο τις 8 το πρωί έως και τις 3 το μεσημέρι! Ήταν ανεπανάληπτες οι λειτουρίες του Αγίου. Ο ίδιος αγαπούσε τα μικρά ξωκλήσια τής Αθήνας, τα οποία καθημερινά επισκεπτόταν για να τελέσει το ευλογημένο καθήκον του. Τις Κυριακές και τις μεγάλες γιορτές παρέμενε στο ναό του, συχνά όμως πήγαινε στο εκκλησάκι του Προφήτου Ελισσαίου, στην οδό Άρεως στην Πλάκα, για αγρυπνίες. Ήταν οι πιο κατανυκτικές αγρυπνίες του Αγίου και όλο το εκκλησίασμα αισθανόταν την ευλογία. Σ’αυτές τις συχνές αγρυπνίες στο ψαλτήρι στεκόντουσαν πάντα οι δυο κορυφαίοι λογοτέχνες, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, που αγαπούσαν πολύ τον άγιο ιερέα και τον βοηθούσαν με το ψάλσιμό τους. Η ζωή του Αγίου ήταν απλή, όπως ήταν απλός σαν παιδί και ο ίδιος. Νήστευε αυστηρά, προσευχόταν συνεχώς, με όλη τη δύναμη της ψυχής του, αγαπούσε χωρίς διάκριση όλους και ποτέ του δεν κρατούσε χρήματα. Όσα και να του έδιναν απο μόνοι τους διάφοροι άνθρωποι, ο Άγιος τα σταύρωνε και πηγαίνοντας στα στενά σοκάκια και στις φτωχογειτονιές μοίραζε επιδόματα ανάγκης σε ανήμπορες νεαρές κοπέλες, σε φτωχές χήρες γυναίκες, σε άπορους σπουδαστές και σε νεαρά ζευγάρια για τα πρώτα τους έξοδα.

Το παρουσιαστικό του συγκλόνιζε τούς πάντες. Η λαμπερή διαπεραστική ματιά του γαλήνευε όσους ήταν κοντά του. Η απλοϊκή ομιλία του συγκινούσε ακόμα και τους πιο μορφωμένους επιστήμονες. Άν και ήταν ψευδός, και πολλές φορές τα λόγια του ακούγονταν αστεία, ποτέ κανένας δεν γελούσε. Αντίθετα μάλιστα. Τα δακρυσμένα μάτια όλων μαρτυρούσαν πόσο πολύ τα λόγια του μιλούσαν στις ψυχές τους. Σαν τον αντίκριζαν να περπατάει στο δρόμο οι γυναίκες έκαναν με ευλάβεια το σταυρό τους, οι άνδρες έκοβαν το βήμα τους για να προσπεράσει, οι αμαξάδες σταματούσαν την πορεία τους και κατέβαιναν και τα μικρά παιδιά έτρεχαν να πάρουν την ευχή του. Η παρουσία του, ήταν τιμή για την πρωτεύουσα και όλοι οι κάτοικοι τον εκτιμούσαν και πίστευαν πως ο ταπεινός ιερέας ήταν ένας αληθινός Άγιος. Κάθε φορά που έφτανε στην κατάμεστη απο κόσμο εκκλησία για να λειτουργήσει γινόταν σάλος πραγματικός από την υποδοχή του εκκλησιάσματος. Οι περισσότεροι προσπαθούσαν να του φιλήσουν το χέρι, άλλοι να αγγίξουν τα φτωχικά του ράσα και αρκετοί να προσκυνήσουν το λευκασμένο κεφάλι του, αφού ήταν ιδιαίτερα κοντός.

Όπου πήγαινε για να τελέσει θεία λειτουργία, έπαιρνε μαζί του τα «συμβόλαια και τα γραμμάτια» όπως ο ίδιος έλεγε, δηλαδή τα εκατοντάδες μικρά χαρτιά με τα ονόματα που του έδινε ο κόσμος για να τα μνημονεύσει. Τα κρατούσε όλα για χρόνια και καθημερινά τα μνημόνευε. Για την απέραντη αγάπη του, αλλά και για την ακούραστη άσκηση και ταπείνωσή του ο Πανάγαθος Θεός τον τίμησε με ουράνιες δωρεές όπως οι θαυμαστές παρεμβάσεις και το προορατικό χάρισμα. Ο ίδιος ο Άγιος βέβαια, ποτέ δε δεχόταν ότι έκανε θαύματα. Συνήθιζε μάλιστα να τα ονομάζει σημεία, ενώ με μεγάλο κόπο προσπαθούσε να κρύψει το προορατικό του χάρισμα.

Στίς 3 Μαρτίου 1932 έγινε η οσιακή του κοίμηση και για τρείς ολόκληρες μέρες χιλιάδες λαού βρέθηκαν στον Άγιο Ιωάννη τον Κυνηγό για να προσκυνήσουν και να πάρουν για τελευταία φορά την ευλογία απο το σεπτό λείψανο του Αγίου Νικολάου Πλανά, που κοντά στο Θεό πλέον εύχεται για όλους μας.

Μέσα από τα βάθη της ψυχής του τελούσε ο Άγιος τη Θεία Λειτουργία. Πενήντα ολόκληρα χρόνια δεν πέρασε ούτε μία μέρα χωρίς να λειτουργήσει. Κατά τις πολύωρες λειτουργίες δεν ήταν λίγα τα θαύματα που συνέβαιναν. Ο Άγιος Νικόλαος τα θεωρούσε εντελώς φυσιολογικά όπως εντελώς φυσιολογική ήταν η αστείρευτη αγάπη του πρός το Θεό. Οι ακολουθίες του Παππού, όπως φώναζαν τον Άγιο τα πνευματικά του παιδιά, ήταν μοναδικές και ανεπανάληπτες. Είχαν τη μεγαλοπρέπεια του Βυζαντίου αλλά και τη σφραγίδα της αγιοπατερικής παράδοσης. Πλήθος κόσμου συγκεντρώνονταν στους ναούς που λειτουργούσε ο ταπεινός ιερέας. Άνθρωποι κάθε ηλικίας, άνδρες και γυναίκες, Αθηναίοι και επαρχιώτες, επιστήμονες και απλοί εργάτες. Ακόμα και παιδιά, αρκετά παιδιά με τις μητέρες τους έμεναν στο ναό ώρες πολλές μέχρι να τελειώσει η ακολουθία. Τα μικρά παιδιά τον αγαπούσαν πολύ τον παππούλη, αλλά και ο Άγιος αγαπούσε τα αθώα παιδιά.

Συχνά πήγαιναν από νωρίς στην εκκλησία για να προλάβουν να είναι πρώτα στο ιερό και έτσι να ντυθούν τη στολή τους για να βοηθήσουν τον Άγιο στη Θεία Λειτουργία.

Πηγή : "ΑΓΙΑ ΔΥΝΑΜΙΣ"- Μετόχι Ιεράς Μονής Πεντέλης 


Πρότυπο Ιερέα 

 

Θεόδωρος Εκκλησίαρχος,

Θεολόγος

Μιλάμε πολλές φορές στον καιρό μας για κρίση στους θεσμούς της κοινωνίας και ανάμεσα σ’ αυτούς περιλαμβάνουμε και την Εκκλησία ως διοίκηση. Σίγουρα το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο και σίγουρα δε σημαίνει ότι η Εκκλησία δεν διακονεί τον σκοπό της πάνω στη γη. Το παρήγορο και το ενισχυτικό είναι ότι υπάρχουν άνθρωποι, και στον καιρό μας, που κατορθώνουν να ξεπεράσουν την κακομοιριά μας και να ποδηγετήσουν με το παράδειγμα τους το πλήρωμα της Εκκλησίας.

Μια τέτοια μορφή ήταν ο άγιος Νικόλαος ο Πλανάς Η Εκκλησία τιμά την μνήμη του στις 2 Μαρτίου. Γεννήθηκε στη Νάξο το 1851 και κοιμήθηκε στην Αθήνα το 1932. Θα κάνουμε μια προσπάθεια να παρουσιάσουμε τον παπα-Νικόλα, τον απλοϊκό ποιμένα των απλοϊκών προβάτων, στις σχέσεις με τους ενορίτες του, όπως φαίνονται από το βιβλίο της μοναχής Μάρθας.

Η σχέση που καλλιεργεί ο ιερέας με τους ενορίτες τους είναι το μέτρο με το οποίο μετρά κανείς την προσπάθεια που καταβάλλεται. Μέτρο δεν είναι το πολυπληθές, και συνήθως απαθές, εκκλησίασμα. Ο παπα-Νικόλας αδιαφορεί για το πλήθος κι ενδιαφέρεται για το πώς θα τους κάνει μετόχους της αγιαστικής χάριτος των μυστηρίων. Ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε για το βαθμό των κοινωνικών γνωριμιών των «παιδιών» του και για όλα τα προβλήματα τους «διανυκτέρευε σχεδόν, προσευχόμενος» κι ας είχε λειτουργήσει με το δικό του, μοναδικό τρόπο την προηγούμενη και θα λειτουργούσε και τη μέρα που θα ξημέρωνε (αναφέρεται ότι η λειτουργία παρ’ αυτώ διαρκούσε 9-10 ώρες…)

Στη σχέση με τους ενορίτες κυριαρχούσε ο σεβασμός της ιδιαιτερότητας του προσώπου. Εκτός από την ξεχωριστή σε κάθε λειτουργία μνημόνευση όλων των ονομάτων βλέπουμε να μη συμπεριφέρεται ομοιόμορφα και κατά την εξομολόγηση, Ανάλογα με τις δυνάμεις και την πνευματική προκοπή του εξομολογούμενου καθόριζε τη νηστεία, Για τον κάθε ενορίτη του και πνευματικό παιδί του δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στις στιγμές της θλίψεως «κατέβασε τον ουρανό στη γη, από την αδιάκοπη κι εγκάρδια προσευχή». Νιώθει τα ξεχωριστά ατομικά προβλήματα «άκουσε με προσοχή και συμπόνια, …είπε ότι θα προσευχηθεί». Και όταν κάνει παρατηρήσεις τις κάνει με πολύ ευγένεια, διακριτικότητα αλλά και αμεσότητα.

Στους υποτακτικούς του προσπαθεί να δώσει τη σωστή ιεράρχηση των αξιών. Δεν τους πιέζει να συμμετάσχουν πουθενά, αλά όπου συμμετέχουν πρέπει να συμμετέχουν ολόψυχα. «Ήρθαμε να αγρυπνήσουμε, όχι να κοιμηθούμε…» είπε σε κάποιον που αποκοιμήθηκε κατά την ώρα της αγρυπνίας.

Όταν πρόκειται να κάνει κάτι το καινούργιο, που θα έχει επίπτωση στους γύρω του, ρωτάει «τι λες να συνεχίσουμε και εμείς αυτό; (την προσευχή των Ακοίμητων)» και σέβεται την απάντηση της υποτακτικής του χωρίς να προσπαθήσει να επιβάλλει τη γνώμη του. Δε διστάζει να ζητήσει συγγνώμη από τους συνεργάτες του όταν καταλαβαίνει ότι η προσωπική του επιθυμία και διάθεση για συνέχιση του αγώνα και της προσευχής, τους κουράζει: «σας παιδεύω, παιδιά μου, να με συγχωρέσετε», «να με συγχωρέσεις… είμαι λιγάκι παράξενος!»

Όλες του οι ενέργειες είχαν ως αποτέλεσμα το γαλήνεμα του εσωτερικού κόσμου όσων τον πλησίαζαν. «Αποφάσισαν να τον φέρουν (ένα δαιμονισμένο) στο μικρό και ήσυχο λιμανάκι, εκεί που κατέφευγαν όλες οι κυματοδαρμένες από τις φουρτούνες της ζωής ψυχούλες». Ακόμη και η κουβέντα που είπε σε κάποιον στεναχωρημένο αμαξά «δεν πειράζει παιδί μου, πηγαίνω με τα πόδια», αντανακλούν τη γαλήνη που έκρυβε μέσα του. Η γαλήνη αυτή έκανε τον άλλον να παραμερίζει οποιαδήποτε εμπόδια και καλλιεργούσε την ειρήνη στις μεταξύ τους σχέσεις.

Ως καλός ποιμένας γνωρίζει καλά το ποίμνιο του και προσπαθεί να το γνωρίσει ακόμη καλύτερα. Όταν μια φορά είχε μείνει από πρόσφορο και δεν θα μπορούσε να τελέσει τη Θεία Λειτουργία έστειλε να ζητήσουν από τις γυναίκες «που ήξερε πως πάντα είχαν πρόσφορο». Ανακαλύπτει ένα κρυμμένο λεπρό και τον εντάσσει στα πλαίσια των ασχολιών του. Προσπαθεί να νιώσει την ουσία των προβλημάτων και μετά να προσφέρει τη βοήθεια του. Αυτό του δίνει την άνεση να έχει ξεκάθαρη στάση απέναντι τους και να μην τους κάνει να πικραίνονται ποτέ γιατί έβλεπαν ότι ο παπα-Νικόλας δεν έβλεπε τον άνθρωπο μόνο ως ψυχή αλλά και ως σώμα και κατά πρώτον λόγο έπρεπε να καλυφθούν οι σωματικές ανάγκες και μετά να προσεγγιστεί ο πιστός και από την «πνευματική» σκοπιά.

«Προσφέρθηκε να βάλει την περιουσία του ενέχυρο, για να σωθεί ο πλησίον του», «ένα γεροντάκι τον επισκεπτόταν δις της εβδομάδας και τον συντηρεί σχεδόν (ο παπα-Νικόλας)» -βλέπουμε ότι δεν αφήνει στο φιλόπτωχο την υλική συμπαράσταση- «πήρε τον φάκελο κλειστό με σεβαστό ποσόν…, τον έδωσε αμέσων κλειστό σε μια πτωχή, είχε κόψει μισθό σε έντεκα οικογένειες χήρων και ορφανών. …Χρόνια διατηρεί το επίδομα…», «περνούσε πολύ χρήμα από τα χέρια του, αλλ’ αμέσως το διοχέτευε στην ελεημοσύνη», προσεύχεται για να βρει κάποιος οικογενειάρχης δουλειά, προσεύχεται για ν’ απαλλαγεί από τους στομαχικούς πόνους μια ενορίτισσα του, και ακόμη, και μετά το θάνατο του, προσωπικά του αντικείμενα ή και μια ευχή στ’ όνομα του έδιναν λύση σε επείγοντα σωματικά προβλήματα.

Οι πράξεις του αυτές είχαν καλλιεργήσει ένα σεβασμό του ποιμνίου του, που τον συνόδευε σε κάθε του βήμα. Τον υποδέχονταν με χαρά και προσπαθούσαν να έρθουν σε επαφή μαζί του, να πάρουν την ευλογία του- ακόμη και οι οδηγοί θα είχαν εκείνη τη μέρα περισσότερα κέρδη! Δεν ενδιαφέρονταν για την πτωχική εξωτερική του εμφάνιση, ούτε και για το ότι ήταν κατά κόσμο αμόρφωτος. Όμως και ο παπα Νικόλας καταλάβαινε την αγάπη τους, δεν τη εκμεταλλεύονταν και δεν αδιαφορούσε όταν κάποιο «παιδί του» ετοίμαζε κάτι γι’ αυτόν.

Πρόθυμα ο παπα-Νικόλας συγχωρεί τις πράξεις των άλλων που τον έχουν ως στόχο. Συγχωρεί τον νεωκόρο που τον μούντζωνε, συγχωρεί αυτούς που θέλουν να τον εμπαίξουν. Αυτό, όμως, που δεν συγχωρεί είναι η ασυγχωρησία: Θεωρούσε ένοχο έναν κληρικό που είχε αφορίσει μια κυρία και πέθαναν και οι δύο ασυγχώρητοι.

Κυριότερο μέσο αγωγής είχε το παράδειγμα και την έμπρακτη νουθεσία. Εξηγεί σε μια «κόρη του» γιατί να μην θυμώνει και λέει: «και ‘γω δεν ξέρω να μιλήσω; ξέρω, αλλά σκέφτομαι το αποτέλεσμα και έτσι σιωπώ».

Πηγαίνει νωρίς σ’ ένα σπίτι για να μπορέσει να λειτουργήσει την επόμενη, δίνοντας την αφορμή στο σπιτικό εκείνο να συλλειτουργηθεί μαζί του. Ελέγχει με πολύ όμορφο τρόπο τη συμπεριφορά των άλλων και του κάνει να καταλάβουν το βαθύτερο αίτιο των σφαλμάτων τους, «έβαλε κανόνα» σε ένα αστεφάνωτο ζευγάρι μόνο όταν τους καλλιέργησε πνευματικά, και εξηγεί με πολύ αγάπη σε μια γυναίκα που ζούσε παράνομα για ποιο λόγο δεν μπορεί να αποδεχθεί το πρόσφορο της. Έτσι η γυναίκα καταλαβαίνει ότι δόγμα και ήθος είναι ένα και το αυτό.

Ακόμη κι όταν βλέπει ότι η αγάπη του δεν βρίσκει ανταπόκριση και η καλημέρα του δεν απαντάται, αυτός συνεχίζει ακάθεκτος την προσπάθεια του για να δείξει ότι η αγάπη καταργεί όλα τα σύνορα: «δεν είχε εχθρό κανένα». Φυσικά, προτιμά να προλάβει μια κατάσταση παρά να τη νουθετήσει εξ υστέρων: ενίσχυε τις νεαρές χήρες «διότι η φτώχεια εξωθεί προς την διαφθορά». Το ενδιαφέρον του ήταν στραμμένο προς τον συνάνθρωπο αδιαφορώντας για την πολιτική του τοποθέτηση. Χαρακτηριστικό είναι ότι όταν τον ρώτησαν κάτι για τα πολιτικά, αυτός απάντησε: «Ποιος κυβερνάει τώρα;»

Ποτέ, επίσης, για κάποιο αίτημα του δεν έκρουσε την πόρτα ισχυρών- ούτε ενδιαφερόταν τι θέση κατείχε ο εξομολογούμενο. Ο παπα Νικόλας έκρουε συνεχώς την πόρτα του Θεού. Προσπαθεί να παρηγορήσει για πράγματα που νιώθει ότι στενοχωρούν τους άλλους αλλά δεν τους βλάπτουν πνευματικά: «δεν πειράζει παιδί μου» είπε σ’ έναν αμαξά όταν αφήνιασαν τα’ άλογα του, «μη στεναχωριέσαι» είπε στην ψάλτρια του όταν περπατούσαν στο σκοτάδι, και ο ίδιος δεν στεναχωρούνταν ακόμα και με πράξη που δικαιολογημένα θα έκαναν άλλους να αγανακτήσουν, αλλά διδάσκει την υπομονή και την αγάπη με καλοσύνη και απάθεια.

Κάναμε μια μικρή προσπάθεια να δούμε μια πλευρά της ζωής μιας από τις νεώτερες μορφές αγίων κληρικών. Όμως η προσωπικότητα του παπα-Νικόλα δεν μπορεί να κλειστεί σε μερικές γραμμές. Μπορεί να μετρηθεί μόνο με το πόσες ψυχές παρασυρμένες από τη ζωή του θα μπορέσουν να φτάσουν πιο κοντά στη Βασιλεία των Ουρανών.

Την ευχή του να 'χουμε!

Πηγή: www.xfe.gr


 

Επικοινωνία

Αγίου Χριστοφόρου 2 Κατερίνη
Τηλέφωνο επικοινωνίας
2351 022461
Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

Επισκέπτες

16756